Ερευνα σε υπόθεση πώλησης ακινήτου εκατομμυρίων ευρώ, που ξεκίνησε ως ανώνυμη καταγγελία, φαίνεται να καταλήγει σε ένα πυκνό πλέγμα συναλλαγών με συνδεδεμένα πρόσωπα, απότομες μεταβολές τιμών, αμφισβητούμενα κόστη και πιθανές φορολογικές απώλειες για το κράτος. Η Ελεγκτική Υπηρεσία, σε ειδική της έκθεση, εντοπίζει σωρεία «κόκκινων σημαιών» και θέτει ευθέως ζήτημα ανεπαρκούς ελέγχου από το Τμήμα Φορολογίας (ΤΦ). Ο Εφορος Φορολογίας, Σωτήρης Μαρκίδης, σε επιστολή του προς την ΕΥ αναφέρει ότι έχει ξεκινήσει η εξέταση των όσων αναφέρονται στην έκθεση.
Στο επίκεντρο βρίσκεται η πώληση ημιτελούς ακινήτου την περίοδο 2015–2017, που συνδέεται με γνωστό επιχειρηματία. Σύμφωνα με τα ευρήματα, η αρχική συμφωνία πώλησης το 2015 προέβλεπε τίμημα περίπου €19,35 εκατ. Έξι μήνες αργότερα, η συμφωνία ακυρώθηκε και αντικαταστάθηκε με νέα, μειώνοντας την τιμή κατά €8,5 εκατ. (–44%). Η μεταβολή αυτή μετέτρεψε μια κερδοφόρα συναλλαγή σε ζημιογόνα, δημιουργώντας λογιστική ζημιά €7,7 εκατ., η οποία χρησιμοποιήθηκε για συμψηφισμό φορολογητέων κερδών. Η Ελεγκτική σημειώνει ότι δεν δόθηκε επαρκής τεκμηρίωση για μια τόσο δραστική μείωση, ούτε φαίνεται να έγινε ουσιαστικός φορολογικός έλεγχος.
Παράλληλα, εντοπίζονται σοβαρές ασυνέπειες στο κόστος κατασκευής. Ενώ σε φορολογικά στοιχεία του 2013 το κόστος γης και ανέγερσης καταγραφόταν γύρω στα €9,3 εκατ., στις οικονομικές καταστάσεις εμφανίζεται κόστος €15,8 εκατ. και τελικά, κατά την πώληση, συνολικό κόστος €18,6 εκατ. Στο ποσό αυτό περιλαμβάνεται σημαντική κεφαλαιοποίηση τόκων, ακόμη και σε περιόδους που το έργο ήταν ουσιαστικά παγωμένο — πρακτική που, κατά την Ελεγκτική, ενδέχεται να αποκλίνει από τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα.
Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο προβληματική όταν συγκρίνεται το συγκεκριμένο έργο με άλλο παρόμοιο στην ίδια περιοχή, επίσης συνδεδεμένο με τον ίδιο επιχειρηματικό κύκλο: μεγαλύτερο ακίνητο, μεταγενέστερης κατασκευής, εμφανίζει χαμηλότερο συνολικό κόστος. Η σύγκριση αυτή ενισχύει τις αμφιβολίες για το κατά πόσο το κόστος του πρώτου έργου «φούσκωσε» τεχνητά.
Κομβικό στοιχείο της υπόθεσης είναι ότι η πλειονότητα των συναλλαγών έγινε μεταξύ συνδεδεμένων προσώπων — εταιρειών με κοινούς μετόχους, διευθυντές ή οικογενειακούς δεσμούς. Το ακίνητο πωλήθηκε σε εταιρεία ξένων συμφερόντων και στη συνέχεια, μέσω πολύπλοκων εταιρικών δομών και χρηματοδότησης από συνδεδεμένες οντότητες, κατέληξε ξανά σε πρόσωπα του άμεσου οικογενειακού περιβάλλοντος του αρχικού ιδιοκτήτη. Η Ελεγκτική υπογραμμίζει ότι τέτοιες διαδρομές ιδιοκτησίας αποτελούν κλασικό δείκτη αυξημένου φορολογικού κινδύνου και θα έπρεπε να είχαν ενεργοποιήσει ενδελεχή έλεγχο.
Επιπλέον, στο πλαίσιο του Κυπριακού Επενδυτικού Προγράμματος (ΚΕΠ), αντλήθηκαν περίπου €62 εκατ. μέσω έκδοσης προνομιούχων μετοχών. Η αποτίμηση που προκύπτει από αυτές τις επενδύσεις εμφανίζεται ασύμβατη με την «ζημιογόνα» αξία πώλησης του ακινήτου, δημιουργώντας — κατά την Έκθεση — εύλογα ερωτήματα για την πραγματική οικονομική εικόνα των συναλλαγών.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στη μη καταβολή φόρου κεφαλαιουχικών κερδών, λόγω αξιοποίησης φοροαπαλλαγής της περιόδου 2015–2016. Η Ελεγκτική αφήνει ανοικτό το ενδεχόμενο οι συναλλαγές να είχαν εμπορικό χαρακτήρα, άρα να μην έπρεπε να εμπίπτουν στην απαλλαγή.
Ο Γενικός Ελεγκτής, Ανδρέας Παπακωνσταντίνου, στον πρόλογο της έκθεσης αφήνει αιχμές για τον τρόπο που παρακολουθεί την αγορά το Τμήμα Φορολογίας.
"Θεωρούμε", αναφέρει, "ότι υπήρξαν αρκετές ενδείξεις για τον αυξημένο κίνδυνο που εμπεριείχε το σύνολο των συναλλαγών για το συγκεκριμένο ακίνητο. Το ΤΦ καλείται να προβληματιστεί πώς ένα τόσο εκτεταμένο πλέγμα προειδοποιητικών ενδείξεων με πράξεις εκατομμυρίων δεν εντοπίστηκε ή/και δεν εξετάστηκε επαρκώς με ενδεχόμενη σημαντική απώλεια για τα δημόσια οικονομικά".
Η Έκθεση δεν αποδίδει ποινικές ευθύνες, αλλά θέτει ξεκάθαρα ζήτημα πιθανής σημαντικής απώλειας δημοσίων εσόδων και ανάγκης ενίσχυσης των μηχανισμών εντοπισμού πολύπλοκων, υψηλού κινδύνου συναλλαγών.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΗΝ ΕΚΘΕΣΗ ΕΔΩ.





