Ο υπουργός Οικονομικών, Μάκης Κεραυνός, έχει κάθε λόγο να αισθάνεται περήφανος για τον ρυθμό ανάπτυξης της Κύπρου, που για το τέταρτο τρίμηνο του 2025 ήταν της τάξης του 4,5%. Την ίδια ώρα όμως, πίσω από τους όντως εντυπωσιακούς αριθμούς, θα πρέπει όλοι να προβληματιστούμε για το από πού προέρχεται ο ρυθμός ανάπτυξης και πόσο μακριά μπορεί να μας πάει. Ίσως η λιγότερη ανάπτυξη να ήταν πιο βιώσιμη και λιγότερο επικίνδυνη;
Το ότι η Κύπρος θα υπερκάλυπτε τις προβλέψεις του συν πλην 3% για την ανάπτυξη και θα έκλεινε το 2025 με αυτή να υπολογίζεται στο 3,75% είναι σίγουρα καλά νέα. Όσοι βλέπαμε τα νούμερα του νέου δανεισμού να φτάνουν σχεδόν τα πέντε δις ευρώ –μια αύξηση της τάξης του 29% για τη χρονιά που μας πέρασε– δεν μας προκάλεσε έκπληξη η αύξηση του ΑΕΠ. Μάλιστα, αν δούμε πως το «κουπί» το τράβηξαν τα επιχειρηματικά δάνεια, τότε οι προσδοκίες είναι πως αυτές οι επενδύσεις θα αποδώσουν τα επόμενα χρόνια και θα φέρουν πολλαπλάσια οφέλη. Αν στην εξίσωση συμπεριλάβουμε και τον μηδενικό πληθωρισμό που κατέγραψε πέρσι η οικονομία αλλά και το μεγάλο δημοσιονομικό πλεόνασμα που αναμένεται να ξεπεράσει το 1,2 δις ευρώ, τότε η εικόνα είναι απλά «μαγική» για την κυπριακή οικονομία. Ακόμη και πλασματική, θα μπορούσε να πει κανείς...
Είναι από εκείνες τις στιγμές που οι αριθμοί δεν λένε πάντα όλη την αλήθεια. Η ανάπτυξη όντως έτρεξε με 4,5% αλλά τι την έσπρωξε σε επίπεδα που είχαμε να δούμε από το τέλος των lockdown του 2022; Σίγουρα, η οικονομία θα πήγαινε καλά αλλά το ότι πήγε τόσο καλά δεν είναι άσχετο με τις αυξήσεις των μισθών λόγω ΑΤΑ, τις αποζημιώσεις σε κουρεμένους καταθέτες και πυρόπληκτους, ακόμη και τις έκτακτες δαπάνες για την αγορά νερού από αφαλατώσεις. Με άλλα λόγια, το ότι αυξήσαμε την κατανάλωσή μας σε μη παραγωγικές δραστηριότητες έσπρωξε το ΑΕΠ πάνω από τις προβλέψεις. Αυτό σίγουρα δεν είναι λόγος για πανηγυρισμούς αλλά λόγος ανησυχίας.
Ανησυχία τόσο για το κρατικό μισθολόγιο, που διογκώνεται χωρίς να έχει τα ανάλογα αποτελέσματα, όσο και για το μισθολόγιο του ιδιωτικού τομέα, ως προς την ιδιαιτερότητά του. Ιδιαιτερότητα που συνίσταται στους υψηλότερους μισθούς που λαμβάνουν οι ξένοι εργαζόμενοι υψηλής εξειδίκευσης στην Κύπρο. Πόσο σίγουροι είμαστε πως αυτές οι θέσεις εργασίας θα παραμείνουν στο νησί και πόσο σίγουροι είμαστε πως η αύξηση της παραγωγικότητάς τους είναι δική μας και δεν είναι τζίρος που πραγματοποιήθηκε κάπου στο εξωτερικό; Για πόσο ακόμη το κρατικό μισθολόγιο θα μπορεί να ανταγωνίζεται αυτό των επικερδών εταιρειών τεχνολογίας και πώς ο παραδοσιακός ιδιωτικός τομέας θα μπορεί να παραμένει ανταγωνιστικός; Είναι αυτές οι ανισότητες που έσπρωξαν το ΑΕΠ στο 3,75%;
Όσο και για τα «helicopter money», που έριξε το κράτος στην οικονομία, ας ελπίσουμε πως θα είναι μη επαναλαμβανόμενα, ειδικά αυτά που αφορούν αποζημιώσεις σε πυρόπληκτους, δαπάνες για κατάσβεση πυρκαγιών και αγορά νερού από αφαλατώσεις. Ακόμη και το ταμείο των κουρεμένων καταθετών θα πρέπει να εξεταστεί, καθώς είδαμε πως κάποιοι από αυτούς που αποζημιώθηκαν για το κούρεμα των καταθέσεων ή των ομολόγων τους ήταν ήδη ευκατάστατοι. Με άλλα λόγια, πρόκειται για χρήμα που δεν πιάνει τόπο και δεν θα αφήσει τίποτα στις επόμενες γενιές.
Αντίθετα, αν στον ρυθμό ανάπτυξης περιλαμβάνονταν έργα μεγάλης προστιθέμενης αξίας, όπως π.χ. η υλοποίηση του τερματικού για έλευση και χρήση φυσικού αερίου, έργα αναβάθμισης των σχολείων και ψηφιοποίησης των δημόσιων και ιδιωτικών υπηρεσιών, θα ήταν δαπάνες που δεν θα μας προβλημάτιζαν. Θα ήταν μια αύξηση του ΑΕΠ που όχι απλά θα πανηγυρίζαμε, επειδή θα νιώθαμε όλοι τα οφέλη της, αλλά θα μπορούσαμε να δούμε και τις επόμενες γενιές στα μάτια. Θα τους είχαμε αφήσει κάτι αυτή τη φορά και όχι όπως τις προηγούμενες φορές που τους στείλαμε τον λογαριασμό, έχοντας καταναλώσει την οικονομία.





