Σαφές μήνυμα υπέρ μιας προσεκτικά σχεδιασμένης λύσης για την αντιμετώπιση του προβλήματος των μη εξυπηρετούμενων δανείων (ΜΕΔ) έστειλε ο διευθύνων σύμβουλος της Τράπεζας Κύπρου, Πανίκος Νικολάου, στο πλαίσιο της παρουσίασης των οικονομικών αποτελεσμάτων για το 2025, τονίζοντας ότι «η καθυστέρηση δεν αποτελεί λύση» και ότι κάθε πρωτοβουλία θα πρέπει να διαφυλάσσει την αξιοπιστία της χώρας.
Ο κ. Νικολάου αναγνώρισε ότι το ζήτημα των εκποιήσεων παραμένει ιδιαίτερα ευαίσθητο κοινωνικά και πολιτικά, ωστόσο προειδοποίησε πως η αναστολή διαδικασιών ή η παραπομπή υποθέσεων σε ειδικά δικαστήρια με πολυετείς καθυστερήσεις δεν επιλύει το πρόβλημα. Αντιθέτως, όπως σημείωσε, ενδέχεται να το διογκώσει. Δεν μπορούμε, είπε, να έχουμε ΜΕΔ ύψους 20 δισ. ευρώ, όταν το σύνολο των δανείων που έχουν χορηγήσει όλες οι τράπεζες μαζί είναι 26 δισ. ευρώ.
«Αν θεωρούμε ότι η λύση είναι να πάει μια υπόθεση σε δικαστήριο και να εκδικαστεί σε πέντε χρόνια, απλώς τα ποσά που σήμερα βλέπουμε θα είναι μεγαλύτερα», ανέφερε χαρακτηριστικά, εξηγώντας ότι οι τόκοι συνεχίζουν να συσσωρεύονται και το αρχικό χρέος δεν διαγράφεται.
Υπογράμμισε ότι το βασικό ερώτημα και η ουσία του προβλήματος είναι κατά πόσο ο δανειολήπτης έχει πραγματική δυνατότητα αποπληρωμής. Σε πολλές περιπτώσεις, είπε, το πρόβλημα αφορά τη βιωσιμότητα του ίδιου του δανείου και όχι μόνο τη διαχείριση των επιτοκίων ή των επιβαρύνσεων.
Δεκατρία χρόνια μετά την τραπεζική κρίση του 2013, το πρόβλημα δεν έχει εξαλειφθεί πλήρως. Παρότι ο δείκτης μη εξυπηρετούμενων δανείων της Τράπεζας Κύπρου έχει περιοριστεί στο 1,2% – επίπεδο χαμηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο – εξακολουθούν να υπάρχουν δανειολήπτες που δεν κατάφεραν να ενταχθούν σε σχέδια αναδιάρθρωσης ή κρατικής στήριξης.
Αναφέρθηκε στα προηγούμενα σχέδια, όπως εκείνα που προέβλεπαν σημαντικές διαγραφές ή μετατροπές δανείων σε "Ενοίκιο Εναντι Δόσης", σημειώνοντας ότι οι τράπεζες αποδέχθηκαν «κουρέματα» ακόμη και κάτω από την αξία του ακινήτου. Παρά ταύτα, αρκετοί πολίτες δεν μπόρεσαν να ενταχθούν, κυρίως λόγω αδυναμίας να αποδείξουν μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα.
«Όσο περνά ο χρόνος, η βιωσιμότητα δυσκολεύει, γιατί ο δανειολήπτης μεγαλώνει σε ηλικία», ανέφερε.
Ο επικεφαλής της τράπεζας κάλεσε σε συνεργασία όλων των θεσμικών φορέων για την εξεύρεση λύσης που θα είναι κοινωνικά δίκαιη αλλά και οικονομικά ρεαλιστική. Οι τράπεζες, είπε, είναι έτοιμες να συνεισφέρουν, στο πλαίσιο όμως ενός συνεκτικού σχεδίου.
Προειδοποίηση για την αξιοπιστία της χώρας
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στην ανάγκη να προστατευθεί η διεθνής αξιοπιστία της Κύπρου. Κάθε νομοθετική ή πολιτική παρέμβαση που επηρεάζει μονομερώς συμβατικές υποχρεώσεις ή δημιουργεί αίσθηση αβεβαιότητας, προειδοποίησε, και ενδέχεται να στείλει αρνητικά μηνύματα σε επενδυτές.
«Όταν είσαι μικρή χώρα, πρέπει να είσαι αξιόπιστη», ανέφερε χαρακτηριστικά, συνδέοντας το θέμα με τον στρατηγικό στόχο της Κύπρου να παραμείνει κέντρο παροχής διεθνών επιχειρηματικών υπηρεσιών.
Σύμφωνα με τον ίδιο, λύσεις που εμφανίζονται ως πολιτικά εύκολες μπορεί να έχουν μακροπρόθεσμο κόστος, εάν υπονομεύσουν την εμπιστοσύνη στο θεσμικό και χρηματοπιστωτικό πλαίσιο.
«Χρειάζεται προσοχή», τόνισε. Οι παρεμβάσεις, προσέθεσε, πρέπει να σχεδιαστούν με τρόπο που δεν θα δημιουργούν ηθικό κίνδυνο ή να διαταράσσουν τη σταθερότητα του συστήματος.
Για τα ΜΕΔ που τα πλείστα αποκτήθηκαν και σήμερα κατέχονται από Εταιρείες Εξαγοράς Πιστώσεων υπενθύμισε ότι αποκτήθηκαν από ξένους επενδυτές τη διετία 2017-18 και κανείς δεν ήξερε, τότε, τις δυνατότητες ανάκτησης. Σήμερα, η Κύπρος εμφανίζεται να αλλάζει τους κανόνες.
Μια μικρή χώρα, τόνισε, δύσκολα προσελκύει ξένες επενδύσεις και εύκολα μπορεί να τις χάσει. Όλοι μας στην Κύπρο, είπε, εξαρτόμαστε από τις ξένες επενδύσεις και πρέπει να διατηρήσουμε την εμπιστοσύνη.
Το πολιτικό ρίσκο, προσέθεσε, είναι ο νούμερο 1 παράγοντας που εξετάζουν οι επενδυτές για να αποφασίσουν αν θα τοποθετηθούν σε μια χώρα.





