Την περιορισμένη και καθυστερημένη ανάπτυξη έργων Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ) από την Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου (ΑΗΚ) αναδεικνύει η Ειδική Έκθεση της Ελεγκτική Υπηρεσία (ΕΥ) για την ΑΗΚ. Η Ελεγκτική καταγράφει χαμηλή διείσδυση φωτοβολταϊκών στο παραγωγικό της μείγμα, καθυστερήσεις στην αξιοποίηση αδειοδοτημένων έργων και απώλεια μεριδιών έναντι ιδιωτών επενδυτών. Η ΕΥ απευθύνει συγκεκριμένες συστάσεις τόσο προς την ΑΗΚ όσο και προς τη Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας Κύπρου (ΡΑΕΚ), ζητώντας επιτάχυνση αποφάσεων και αναθεώρηση πολιτικών που επηρεάζουν το κόστος για τον καταναλωτή.
Παρότι η Ελεγκτική αναγνωρίζει ότι σημαντικές πολιτικές αποφάσεις εκφεύγουν του ελέγχου της ΑΗΚ, καταλήγει ότι η μέχρι σήμερα περιορισμένη διείσδυση ΑΠΕ από τον δημόσιο παραγωγό δεν συνέβαλε στη μείωση του κόστους ηλεκτρικής ενέργειας.
Η Υπηρεσία ζητεί «άμεσες και πολιτικά τολμηρές ενέργειες», προκειμένου να επιταχυνθεί η πράσινη μετάβαση, να αποφευχθούν ολιγοπωλιακές στρεβλώσεις και να διασφαλιστεί πραγματικό όφελος για τον τελικό καταναλωτή.
Ειδικότερα, μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2025, η ΑΗΚ είχε σε λειτουργία μόλις τέσσερα φωτοβολταϊκά πάρκα συνολικής ισχύος 20MW εντός της Βασικής Ρυθμιζόμενης Δραστηριότητας (ΒΡΔ) Παραγωγής. Την ίδια στιγμή, η συνολική εγκατεστημένη ισχύς φωτοβολταϊκών στο δίκτυο διανομής (εξαιρουμένων net-metering και αυτοπαραγωγής) ανερχόταν σε 420,1MW, εκ των οποίων τα 265,9MW ανήκαν στους πέντε μεγαλύτερους ιδιώτες επενδυτές.
Η Ελεγκτική καταγράφει ότι, παρά τις άδειες που εξασφαλίστηκαν από τη ΡΑΕΚ για επιπλέον έργα, η πρόοδός τους παρουσιάζει «σημαντική καθυστέρηση», καθιστώντας αβέβαιη την επίτευξη των στόχων που τέθηκαν με την Απόφαση 353/2023 της ΡΑΕΚ, η οποία επιτρέπει σταδιακή αύξηση της συσσωρευτικής ισχύος ΑΠΕ της ΑΗΚ μέχρι τα 600MWp έως το 2032.
Σύμφωνα με την Έκθεση, η καθυστέρηση της ΑΗΚ έδωσε προβάδισμα σε ιδιώτες επενδυτές να εξασφαλίσουν άδειες και γη, συνέβαλε στον κορεσμό του δικτύου, περιόρισε τις διαθέσιμες εκτάσεις για νέα έργα, δεν επέτρεψε τη μείωση του κόστους παραγωγής μέσω ένταξης φθηνότερης πράσινης ενέργειας στο μείγμα της.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στο γεγονός ότι, παρότι διεθνώς το σταθμισμένο κόστος ενέργειας (LCOE) από μεγάλα φωτοβολταϊκά μειώθηκε κατά 90% την περίοδο 2010–2024, στην Κύπρο δεν αξιοποιήθηκε η μείωση αυτή προς όφελος του τελικού καταναλωτή.
Η ΕΥ επισημαίνει επίσης ότι το 70% των λειτουργικών δαπανών της ΑΗΚ αφορά καύσιμα και δικαιώματα ρύπων. Η καθυστέρηση στην ένταξη ΑΠΕ, σε συνδυασμό με την απουσία φυσικού αερίου και αποθήκευσης, συνέβαλε στη διατήρηση υψηλών τιμών ηλεκτρικής ενέργειας.
Οι συστάσεις
Η ΕΥ προχωρεί και σε συγκεκριμένες εισηγήσεις:
- Επιτάχυνση της ανάπτυξης έργων ΑΠΕ εντός της ΒΡΔ Παραγωγής, ώστε το όφελος από το χαμηλότερο κόστος παραγωγής να μετακυλίεται άμεσα στον καταναλωτή.
- Ενίσχυση της συνεργασίας ΑΗΚ–ΡΑΕΚ, με ουσιαστικό διάλογο για την ισορροπία μεταξύ ανταγωνισμού και προστασίας του καταναλωτή.
- Εξέταση ανάκλησης αδειών από τη ΡΑΕΚ, όπου προβλέπεται από τη νομοθεσία, σε περιπτώσεις ανεκμετάλλευτων έργων, ώστε να αποδεσμευτεί γη και δυναμικότητα.
- Στρατηγικές αποφάσεις σε επίπεδο κράτους, που εκφεύγουν του ελέγχου της ΑΗΚ, αλλά επηρεάζουν άμεσα την τιμή ηλεκτρισμού (αγορά, διασύνδεση, φυσικό αέριο, αποθήκευση).
- Έμμεση αλλά σαφής επισήμανση ευθυνών στα προηγούμενα Διοικητικά Συμβούλια της ΑΗΚ για μη ουσιαστική αντίδραση σε ζήτημα στρατηγικής σημασίας.
Η ΡΑΕΚ
Η ΡΑΕΚ, σύμφωνα με την έκθεση, δεν είχε ένσταση στην ανάπτυξη έργων ΑΠΕ από την ΑΗΚ στις Μη Ρυθμιζόμενες Δραστηριότητές της, υπό τους ίδιους όρους με τους ιδιώτες.
Ωστόσο, εξέφρασε επιφυλάξεις για ένταξη έργων στη ΒΡΔ Παραγωγής, επικαλούμενη:
- Την ανάγκη διασφάλισης επαρκούς ανταγωνισμού ενόψει της λειτουργίας της Ανταγωνιστικής Αγοράς Ηλεκτρισμού.
- Το γεγονός ότι η ρυθμιζόμενη δραστηριότητα της ΑΗΚ ανακτά το κόστος της μέσω εγκεκριμένων διατιμήσεων, με μηδενικό επιχειρηματικό ρίσκο – κάτι που δεν ισχύει για τους ιδιώτες.
Με βάση τα παραπάνω η η ΡΑΕΚ υποστήριξε ότι η υπερβολική ενίσχυση της ΑΗΚ στη ρυθμιζόμενη παραγωγή θα μπορούσε να στρεβλώσει τον ανταγωνισμό.
Οι απαντήσεις της ΑΗΚ
Η ΑΗΚ, μέσω της απαντητικής της επιστολής αποδίδει τις καθυστερήσεις κυρίως στη μη έγκαιρη εξασφάλιση εγκρίσεων για ένταξη έργων στη ΒΡΔ Παραγωγής, στους περιορισμούς που τέθηκαν στο πλαίσιο της μεταβατικής αγοράς, στη δυσκολία αδειοδότησης και στη νέα, πιο περιοριστική χωροθετική πολιτική και στον κορεσμό του δικτύου.
Η ΑΗΚ υποστηρίζει ότι κινήθηκε εντός των ρυθμιστικών πλαισίων που της τέθηκαν και ότι η υλοποίηση μεγάλων έργων ΑΠΕ απαιτεί συντονισμό πολλών αρμόδιων αρχών.





