Μπορεί, για να το θέσουμε κομψά, να ήταν κάπως «μπερδεμένη» η κοινή γνώμη ακούγοντας τις πρώτες δηλώσεις της κυβέρνησης μας για την επίθεση με drone της τρομοκρατικής Χεζμπολάχ κατά της Κύπρου και των Βρετανικών Βάσεων, αλλά πλέον δεν μπορεί κανείς να ισχυριστεί ότι η εξωτερική πολιτική και η ασφάλεια της Κύπρου βγήκε αποδυναμωμένη από αυτή την κατάσταση. Αντίθετα, μπορούμε να πούμε από τα όσα βλέπουμε να επισυμβαίνουν, ότι η Κύπρος και ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας κ. Νίκος Χριστοδουλίδης, το ΥΠΕΞ και κάποιοι άλλοι παρεμφερείς κρατικοί φορείς, νομιμοποιούνται να λένε ότι η εξωτερική πολιτική μας απέδωσε. Κάποιοι άλλοι κρατικοί φορείς και χειρισμοί, δυστυχώς, απέδειξαν τη γύμνια μας όμως, και αφαιρούν από τη διαρκώς δοκιμαζόμενη διεθνή αξιοπιστία μας. Ας το δούμε πιο προσεκτικά.
Πρώτον, η κάθοδος ελληνικών δυνάμεων υψηλών στρατιωτικών δυνατοτήτων, ενίσχυσε ουσιαστικά την αμυντική ικανότητα της Κύπρου. Συνέβαλε, έτσι, και στην προάσπιση των σημαντικότατων και μετρήσιμων διμερών οικονομικών, πολιτικών και άλλων στρατιωτικών συμφερόντων και που, όπως υποστηρίξαμε και στο πρόσφατο παρελθόν, διευρύνονται πέραν των όποιων ιστορικών αλυτρωτισμών, όσο και αν έχει και τούτο τη σημασία του στη συνολική εθνική συνείδηση. Επιπλέον, η Ελλάδα, με αυτή την κίνηση, ισχυροποίησε τη θέση της απέναντι σε συμμάχους και αντιπάλους.
Δεύτερον, η ουσιαστική παρουσία της Ελλάδας με την επίδειξη δυνατοτήτων που εξυπηρετούν την ίδια και την Κυπριακή Δημοκρατία, καθώς και τη Βρετανία και την ΕΕ, συνέβαλε στο να κινητοποιηθούν, πρώτα το Παρίσι, και ακολούθως και το Λονδίνο, στην πρόσκληση/πρόκληση να συμβάλουν στη διαχείριση του κινδύνου και στην άμυνα της Κύπρου, και των εδώ δικών τους υπαρκτών συμφερόντων. Συμφερόντων που τις οδήγησαν, άλλωστε, στον να συνομολογήσουν με την Κυπριακή Δημοκρατία στρατηγικού επιπέδου διμερείς συμφωνίες και συνεργασίες. Αντίστοιχα, η Ιταλία και η Γερμανία δεν θα μπορούσαν να απουσιάζουν από αυτή την εξίσωση, ειδικά σε αυτή τη γεωπολιτική συγκυρία για την ΕΕ, που απεκάλυψε ξανά το έλλειμα σκληρής ισχύος της.
Τρίτον, η επιμονή τόσο της Λευκωσίας όσο και της Αθήνας, στην αφηγηματική της μη επιθυμίας εμπλοκής με τις στρατιωτικές επιχειρήσεις, μπορεί να μην «συγκινεί» τους φανατικούς μιλιταριστές στη Μέση Ανατολή, αλλά ενδιαφέρει τόσο τη φίλη κυβέρνηση του Λιβάνου, καθώς και το ΥΠΕΞ και τους διπλωμάτες της Τεχεράνης, που θα κληθούν να βγάλουν «τα κάστανα από τη φωτιά» την επόμενη μέρα, όποτε και αν αυτή προκύψει.
Εξού και η ρητορική της πρεσβείας του Ιράν, που δείχνει ότι η διπλωματία, όταν αφήνεται στα χέρια των επαγγελματιών, όντως σώζει το «παιχνίδι». Αντίστοιχα, αξιοσημείωτη ήταν και η τοποθέτηση του Ισραηλινού μόνιμου αντιπροσώπου στον ΟΗΕ, που δεν δίστασε να καταδικάσει την ατυχή και απέλπιδα στόχευση της Κύπρου.
Τέταρτον, όλα τα πιο πάνω φαίνεται ότι ίσως να ελήφθησαν υπόψη στη διαμόρφωση της τοποθέτησης ακόμα και του ίδιου του Τούρκου ΥΠΕΞ, που μίλησε για «χαμηλό κίνδυνο» στην Κύπρο, στην προσπάθεια του να συμβάλει, για διάφορους λόγους, στη διαχείριση της έντασης. Και όλα αυτά, όταν η Κύπρος συνεχίζει να διατηρεί τις σχέσεις που διατηρεί με τις ΗΠΑ και το Ισραήλ σε κάποιους εξαιρετικά νευραλγικούς τομείς. Αν τούτο, λοιπόν, δεν είναι παράδειγμα επιτυχούς «τετραγωνισμού του κύκλου» τότε ας πουν εκείνοι που διαφωνούν πώς θα χειρίζονταν την κατάσταση που προέκυψε.
Οπότε, τώρα, ας δούμε και κάτι άλλο. Τις δικές μας εσωτερικές δυνατότητες και τη δική μας ικανότητα, αλλά και γενική αξιοπιστία, που θα ξανακαταστεί λειψή μόλις αποχωρήσουν οι εξωτερικά προερχόμενες ενισχύσεις.
Πρώτο, η έλλειψη, η απουσία επικαιροποιημένων δομών και μηχανισμών διαχείρισης κρίσεων που να λειτουργούν αυτόματα. Σε τέτοιες καταστάσεις δεν είναι ικανοποιητική λύση η «ανάληψη πρωτοβουλιών» από υπουργούς και πολιτικούς, ούτε οι ad hoc συσκέψεις και δηλώσεις επίκλησης αόριστων «πρωτοκόλλων», ειδικά λόγω της «βαβούρας» των ΜΜΕ και ΜΚΔ, που αντιμετωπίζεται μόνο με τη μέγιστη δυνατή διαφάνεια στην ενημέρωση. Γι’ αυτό και απαιτείται μηχανισμός εμπειρογνωμόνων διαχείρισης κρίσεων με σαφή διοικητική εξουσία, στη βάση ισχυρού νομικού πλαισίου και κανονισμών, που να μπορούν να θέσουν την κατάσταση υπό έλεγχο. Μηχανισμών που να δύνανται να ασκούν εξουσία οριζόντια και κάθετα κατά την εκτέλεση του έργου τους σε «χαοτικές» συνθήκες. Δεν «μαζευόμαστε» υπό την ομπρέλα του ενός και του άλλου πολιτικού προϊσταμένου, που ίσως να ξέρει πέντε πράγματα, ούτε παίζουμε επικοινωνιακά παιχνίδια γοήτρου. Βασιζόμαστε σε απρόσωπους μηχανισμούς και θεσμοθετημένα συστήματα με σαφείς διοικητικές δομές και τρόπους διασφάλισης της «συνέχειας» της λειτουργίας του κράτους, (continuity of government) όταν ο «κόσμος χάνεται».
Δεύτερο, οι ένοπλες μας δυνάμεις έχουν εξαιρετικό στελεχικό δυναμικό και κάποια πολύ σύγχρονα συστήματα άμυνας, αλλά δυστυχώς τις καταντήσαμε, σε κάποιους τομείς τους, σαν «δημόσια υπηρεσία με στολή», αφού έτσι την ήθελαν οι πολιτικοί μας τόσα χρόνια, αλλά και εμείς οι ίδιοι. Ίσως η σημερινή κρίση να σταθεί ικανή να μας παρακινήσει να εντατικοποιήσουμε την αλλαγή νοοτροπίας και προσέγγισης που ήδη συντελείται. Χωρίς την παραπέρα προώθηση της δέουσας επαγγελματικοποίησης του στρατεύματος, την ενίσχυση της ήδη παρατηρούμενης εξωστρέφειας και του μετασχηματισμού του ρόλου των ενόπλων δυνάμεων, της δομής και αποστολής τους και τον ουσιαστικό εκσυγχρονισμό των δυνατοτήτων τους, που σημαίνει πολύ περισσότερα πράγματα από την αγορά εξοπλισμών, θα είμαστε πάντα υποχρεωμένοι να αναζητούμε προστάτες με το πρώτο «Μπαμ». Η Εθνική Φρουρά πρέπει, επιτέλους, να αφεθεί να πάει από τον 20ο στον 21ο αιώνα και οι επαΐοντες ξέρουν τι σημαίνει αυτό.
Τρίτο, η απροκάλυπτη γύμνια της Πολιτικής Άμυνας είναι απελπιστική. Όσο συνεχίζεται ο ερασιτεχνισμός που χαρακτηρίζει την πολιτική αντιμετώπιση της συγκεκριμένης υπηρεσίας, άλλο τόσο θα συντηρείται η ανασφάλεια των πολιτών. Τα περί «σακιδίων έκτακτης ανάγκης» και «μαθημάτων πρώτων βοηθειών», όσο σωστά και αν είναι, δεν αρκούν όταν τα καταφύγια είναι ανύπαρκτα επειδή δεν τα «θέλουν οι ιδιοκτήτες», και όταν οι μηχανισμοί στελέχωσης, μέσων, επικοινωνίας, διαχείρισης πληροφοριών και εικόνας πεδίου δεν υφίστανται. Κυρίως όταν όλα αυτά δεν αποτελούν μέρος ενός πραγματικά ολοκληρωμένου (integrated) και διαρκώς εκσυγχρονιζόμενου σχεδιασμού και σύγχρονα λειτουργικού μηχανισμού διαχείρισης εκτάκτων καταστάσεων, που συμπεριλαμβάνει μια πλειάδα κρατικών υπηρεσιών υπό κεντρική διοίκηση με σαφείς όρους εντολής.
Τέταρτο, πότε επιτέλους θα καταστούμε πραγματικά έτοιμοι να αφήσουμε στην άκρη τα συμπλέγματα μας γύρω από την σχέση μας με τους Άγγλους; Αντί να ανακινούμε, για λόγους εσωτερικής κατανάλωσης και συντήρησης εμμονών, το «θέμα των Βάσεων», που είτε μας αρέσει είτε όχι είναι «ομφαλοδεμένες» με την ίδια τη συνταγματικότητα του κράτους μας, ας τις αξιοποιήσουμε για να ενισχύσουμε τη θέση μας και τη σχέση μας με τη Δύση, που περνά και μέσα από τις Βάσεις και το Λονδίνο, όπως περνά και μέσα από την Αθήνα, το Παρίσι, το Τελ Αβίβ, το Βερολίνο, το Άμπου Ντάμπι, την Ουάσιγκτον αλλά και την Άγκυρα. Που η τελευταία, κάποια στιγμή θα αντιδράσει αν αισθανθεί ότι βρίσκεται στο περιθώριο της όποιας δυναμικής αναπτύσσεται, και στο χέρι μας είναι πως να το διαχειριστούμε.
Καταλήγοντας, το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι αν μπορούμε να αξιοποιήσουμε τη σημερινή σοβαρή περιφερειακή κρίση ασφάλειας και το παράδειγμα των καλών διπλωματικών χειρισμών μας για να «συνετίσουμε» επιτέλους την ανεπαρκή επικοινωνιακή συμπεριφορά μας, και να αναπτύξουμε τάχιστα ουσιαστικές εσωτερικές δυνατότητες και ικανότητες που δεν θα μας καθιστούν τόσο ευάλωτους και κατ’ επέκταση «επιβάρυνση» για τους εταίρους μας. Αλλά και κυρίως, απερίσκεπτα επικίνδυνους για τους εαυτούς μας. Αυτό πρέπει να πράξουμε ειδικά αν θέλουμε να είμαστε, στο βαθμό φυσικά που μας επιτρέπουν οι πόροι μας, αξιόπιστοι, αξιόμαχοι και αξιοπρεπείς εταίροι όσων προσέτρεξαν να μας συμπαρασταθούν εμπράκτως σήμερα…





