Η Ελεγκτική Υπηρεσία της Δημοκρατίας έχει δημιουργήσει δικό της αρχείο καταγραφής των εκλογικών δαπανών των υποψηφίων βουλευτών, το οποίο εμπλουτίζεται καθημερινά. Στόχος είναι η αντιπαραβολή των στοιχείων που θα υποβάλουν ενώπιόν της, αμέσως μετά τις εκλογές της ερχόμενης Κυριακής, τόσο οι 753 υποψήφιοι όσο και οι διαφημιστικοί φορείς, προκειμένου να διαπιστωθεί κατά πόσο έχουν παραλείψει να δηλώσουν εκλογικές δαπάνες ή έχουν παραβιάσει το ανώτατο όριο των €30.000 που προβλέπει η κείμενη νομοθεσία.
Σύμφωνα με πληροφορίες του «Π», το αρχείο της Ελεγκτικής Υπηρεσίας περιλαμβάνει υποψηφίους οι οποίοι εμφανίζονται να μονοπωλούν τη διαφημιστική προβολή στις αστικές περιοχές (διαφημιστικές πινακίδες), καθώς και να κατέχουν εκτεταμένο διαφημιστικό χρόνο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Παράλληλα, καταγράφονται προεκλογικές συγκεντρώσεις με σημαντικό κόστος.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, υποψήφιοι έχουν διοργανώσει εκδηλώσεις ιδιαίτερα υψηλού κόστους, όπως δεξιώσεις σε πολυτελή σκάφη αναψυχής. Μάλιστα, φωτογραφικό και οπτικοακουστικό υλικό από τέτοιες εκδηλώσεις έχει αναρτηθεί στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, προσφέροντας πρόσθετα στοιχεία στους λειτουργούς της Ελεγκτικής Υπηρεσίας για την τεκμηρίωση των σχετικών δαπανών. Το ίδιο πλαίσιο ελέγχου επεκτείνεται και σε άλλες προεκλογικές δράσεις. Οι συγκεκριμένες περιπτώσεις αναμένεται να εξεταστούν διεξοδικά.
Ο έλεγχος
Για τον έλεγχο των εκλογικών δαπανών των συνολικά 753 υποψήφιων βουλευτών, η κείμενη νομοθεσία προβλέπει, μεταξύ άλλων, τα εξής:
Κάθε πληρωμή που διενεργείται από υποψήφιο ή από τον εκλογικό του αντιπρόσωπο πρέπει να υποστηρίζεται από τιμολόγιο ή απόδειξη. Για ποσά άνω των €100, η πληρωμή πραγματοποιείται μέσω τραπεζικού εμβάσματος ή επιταγής.
Οι υποψήφιοι βουλευτές υποχρεούνται εντός δύο μηνών από τη δημοσίευση του αποτελέσματος των βουλευτικών εκλογών να διαβιβάσουν στον γενικό έφορο Εκλογών τις εκθέσεις εκλογικών εξόδων που αφορούν την προεκλογική τους εκστρατεία. Οι εκθέσεις αυτές υποβάλλονται ακολούθως στον Γενικό Ελεγκτή της Δημοκρατίας για έλεγχο.
Σε περίπτωση μη έγκαιρης υποβολής της έκθεσης, ο γενικός έφορος Εκλογών επιβάλλει διοικητικό πρόστιμο ύψους €500, το οποίο αυξάνεται κατά €50 για κάθε επιπρόσθετη ημέρα καθυστέρησης.
Η παράλειψη υποβολής της έκθεσης εκλογικών δαπανών συνιστά ποινικό αδίκημα. Σε περίπτωση καταδίκης, προβλέπεται ποινή φυλάκισης έως έξι μηνών ή χρηματικό πρόστιμο €340 ή και οι δύο ποινές σωρευτικά. Επιπρόσθετα, το δικαστήριο δύναται να επιβάλει στον καταδικασθέντα στέρηση του δικαιώματος του εκλέγειν, καθώς και διαγραφή του ονόματός του από τον εκλογικό κατάλογο για χρονικό διάστημα έως επτά ετών.
Οι φορείς που παρείχαν διαφημιστικές υπηρεσίες σε υποψηφίους ή για λογαριασμό τους υποχρεούνται να αποστείλουν στον Γενικό Ελεγκτή, εντός ενός μηνός από τη διεξαγωγή των εκλογών, συγκεντρωτικές καταστάσεις με τις υπηρεσίες που προσέφεραν.
Ο Γενικός Ελεγκτής, αφού εξετάσει τις υποβληθείσες εκθέσεις βάσει των προβλέψεων της σχετικής νομοθεσίας, συντάσσει σχετικές εκθέσεις, τις οποίες δημοσιεύει. Σε περιπτώσεις όπου διαπιστώνεται υπέρβαση των επιτρεπόμενων εκλογικών δαπανών, διαβιβάζει σχετική έκθεση στον έφορο Εκλογών, ο οποίος επιβάλλει στον υποψήφιο πρόστιμο ίσο με το ποσό της υπέρβασης.
Σύμμαχος η τρύπια νομοθεσία
Οι υποψήφιοι βουλευτές έχουν ως σύμμαχο τα κενά της νομοθεσίας, τα οποία τους επιτρέπουν να υπερβαίνουν το όριο των €30.000 με σχετική ευκολία.
Με βάση την κείμενη νομοθεσία, ο έλεγχος των εκλογικών δαπανών των υποψηφίων βουλευτών καλύπτει αποκλειστικά την περίοδο που αρχίζει τρεις μήνες πριν από την ημερομηνία διεξαγωγής των εκλογών. Στην προκειμένη περίπτωση, η επίσημη προεκλογική περίοδος άρχισε στις 24/02/2026 και θα ολοκληρωθεί την ερχόμενη Κυριακή. Ως εκ τούτου, οποιεσδήποτε δαπάνες ή έξοδα πραγματοποιήθηκαν από υποψηφίους, πολιτικά κόμματα ή υποστηρικτές τους πριν από τις 24/02/2026 δεν θα ληφθούν υπόψη στο ποσό των €30.000.
Δέον να σημειωθεί ότι αρκετοί υποψήφιοι άρχισαν εδώ και μήνες την προεκλογική τους δραστηριότητα, πολύ πριν από την έναρξη της επίσημης προεκλογικής περιόδου στις 24/02/2026. Ωστόσο, τα σχετικά έξοδα που πραγματοποίησαν πριν από την έναρξη της περιόδου αυτής δεν θα περιληφθούν στις εκθέσεις εκλογικών δαπανών.
Περαιτέρω, οι υποψήφιοι είχαν τη δυνατότητα πριν από τις 24/02/2026 να προβούν στην αγορά ή/και προπληρωμή διαφόρων υπηρεσιών, όπως διοργάνωση δεξιώσεων, ενοικίαση αιθουσών σε ξενοδοχεία ή κέντρα αναψυχής, καθώς και δώρων ή άλλων παρόμοιων παροχών. Οι υπηρεσίες αυτές μπορούν να παρασχεθούν εντός της επίσημης προεκλογικής περιόδου (24/02/2026 – 24/05/2026) χωρίς, όμως, να δηλωθούν ως εκλογικές δαπάνες καθώς η σχετική πληρωμή έγινε πριν από την έναρξη της προεκλογικής περιόδου.
Επιπλέον, στις εκθέσεις εκλογικών δαπανών δεν δηλώνονται τα έξοδα που καλύπτονται από τρίτα πρόσωπα, όπως συγγενείς, φίλους, εταιρείες ή ακόμη και από τα ίδια τα πολιτικά κόμματα. Η πρακτική αυτή δυσχεραίνει σημαντικά τον ουσιαστικό έλεγχο των εκλογικών δαπανών. Παράλληλα, δαπάνες που πληρώνονται με μετρητά δεν είναι εύκολο να εντοπιστούν και να ελεγχθούν.
Δεν αρκούν οι €30.000
Όπως ανέφεραν στον «Π» υποψήφιοι, το ποσό των €30.000 που καθορίζεται από την ισχύουσα νομοθεσία δεν επαρκεί για να καλύψει την προεκλογική εκστρατεία ενός υποψηφίου. Στις εκλογικές δαπάνες περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, τα παρακάτω:
Κοινωνικές εκδηλώσεις: Το ύψος των εξόδων εξαρτάται από τον χώρο διεξαγωγής της εκδήλωσης, από την προσφορά ποτού ή και φαγητού κ.ά.
Διαφήμιση: Περιλαμβάνει την προώθηση της υποψηφιότητας του υποψηφίου μέσω διαφόρων μέσων, όπως ηλεκτρονικά και έντυπα ΜΜΕ, καθώς και διαφημιστικές πινακίδες. Η ένταση και η εμβέλεια της διαφήμισης εξαρτώνται από το ύψος των οικονομικών πόρων που διαθέτει ο υποψήφιος. Ο τηλεοπτικός χρόνος είναι ιδιαίτερα δαπανηρός, ενώ για υποψηφίους με περιορισμένους πόρους το διαφημιστικό φυλλάδιο αποτελεί συνήθως την κύρια επιλογή.
Δημοσκοπήσεις: Κατά μέσο όρο διεξάγονται πέντε με έξι δημοσκοπήσεις κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου. Οι υποψήφιοι που διαθέτουν οικονομική δυνατότητα χρησιμοποιούν αυτές τις μετρήσεις για να παρακολουθούν την πορεία της υποψηφιότητάς τους και να εντοπίζουν πιθανούς ανταγωνιστές που απειλούν την εκλογή τους. Τα αποτελέσματα των δημοσκοπήσεων τούς επιτρέπουν να κατευθύνουν τις ενέργειες και τις προεκλογικές τους στρατηγικές με μεγαλύτερη ακρίβεια.
Επικοινωνιολόγοι: Οι υποψήφιοι συνήθως προσλαμβάνουν άτομα που έχουν αποσυρθεί από τον δημοσιογραφικό χώρο ή κινούνται πέριξ αυτού, τα οποία αναλαμβάνουν την προώθηση της υποψηφιότητάς τους. Αυτοί οι επαγγελματίες αξιοποιούν τις γνωριμίες, την εμπειρία και την αναγνωρισιμότητά τους για να ενισχύσουν την προβολή του υποψηφίου.
Κοινωνικά δίκτυα (social media): Συνήθως υπάρχει συνεργασία με έναν social media specialist, όπως αποκαλείται, ο οποίος στήνει το site, το blog και τις σελίδες στο Facebook, Twitter κ.τ.λ. του υποψηφίου. Ο ειδικός στα κοινωνικά δίκτυα, σε συνεργασία με τον επικοινωνιολόγο του υποψηφίου, αναλαμβάνει να αυξήσει τους φίλους ή τους ακολούθους του υποψηφίου και να ενημερώνει συνεχώς το προεκλογικό υλικό στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Ενοίκιο πολιτικού γραφείου: Οι τιμές διαμορφώνονται ανάλογα με την πόλη και την περιοχή.
Εξοπλισμός γραφείου: Αφορά την εγκατάσταση τηλεφωνικών γραμμών και το κόστος τηλεφωνημάτων, το διαδίκτυο, τους υπολογιστές, τους μισθούς υπαλλήλων, τα τραπεζοκαθίσματα, την καθαριότητα, τα κεραστικά κ.ο.κ.
Αποστολή sms: Μαζική αποστολή προεκλογικών μηνυμάτων, καθώς και ενημέρωση των ψηφοφόρων σχετικά με τη διεξαγωγή προεκλογικών συγκεντρώσεων.






