Του Νάσιου Ορεινού*
Το πλειοψηφικό εκλογικό σύστημα εφαρμόστηκε στην Κύπρο έως και τις εκλογές του 1976, οπότε αποδείχθηκε με κραυγαλέο τρόπο το βασικό του ελάττωμα, η έλλειψη, δηλαδή, αναλογικότητας. Συγκεκριμένα, στις βουλευτικές εκλογές του 1976, ο ΔΗΣΥ, αν και πήρε το 26% των ψήφων, εντούτοις δεν εξέλεξε ούτε ένα βουλευτή, λόγω ακριβώς του πλειοψηφικού συστήματος. Έτσι, στις εκλογές του 1981 τέθηκε σε εφαρμογή η ενισχυμένη αναλογική, η οποία ίσχυσε μέχρι το 1996. Αποτέλεσμα της ενισχυμένης αναλογικής ήταν, όμως, η δυσανάλογα μεγάλη εκπροσώπηση του πρώτου συνδυασμού στη Βουλή των Αντιπροσώπων εις βάρος των υπολοίπων, κυρίως των μικρών, που επίσης αλλοίωνε στην ουσία τη βασική δημοκρατική αρχή, ότι κάθε ψήφος μετράει το ίδιο.Το πλειοψηφικό εκλογικό σύστημα εφαρμόστηκε στην Κύπρο έως και τις εκλογές του 1976, οπότε αποδείχθηκε με κραυγαλέο τρόπο το βασικό του ελάττωμα, η έλλειψη, δηλαδή, αναλογικότητας. Συγκεκριμένα, στις βουλευτικές εκλογές του 1976, ο ΔΗΣΥ, αν και πήρε το 26% των ψήφων, εντούτοις δεν εξέλεξε ούτε ένα βουλευτή, λόγω ακριβώς του πλειοψηφικού συστήματος. Έτσι, στις εκλογές του 1981 τέθηκε σε εφαρμογή η ενισχυμένη αναλογική, η οποία ίσχυσε μέχρι το 1996. Αποτέλεσμα της ενισχυμένης αναλογικής ήταν, όμως, η δυσανάλογα μεγάλη εκπροσώπηση του πρώτου συνδυασμού στη Βουλή των Αντιπροσώπων εις βάρος των υπολοίπων, κυρίως των μικρών, που επίσης αλλοίωνε στην ουσία τη βασική δημοκρατική αρχή, ότι κάθε ψήφος μετράει το ίδιο.
Απλή αναλογική από το 1996
Από το 1996, και μετά από τροποποίηση τού εκλογικού νόμου, μέχρι και σήμερα, ισχύει η απλή αναλογική βάσει της οποίας οι εκλογείς ψηφίζουν ένα κόμμα ή ένα μεμονωμένο υποψήφιο και οι έδρες κατανέμονται στα κόμματα ή στους μεμονωμένους υποψηφίους ανάλογα με το σύνολο των ψήφων που εξασφαλίζουν. Τονίζεται ότι οι εκλογείς, δηλαδή αυτοί που ψηφίζουν, δεν έχουν δικαίωμα επιλογής υποψηφίων από διαφορετικούς συνδυασμούς κομμάτων, δηλαδή αυτό που λέμε οριζόντια ψηφοφορία.
Πώς υπολογίζονται οι έδρες
Με βάση τον εκλογικό νόμο, η Κυπριακή Δημοκρατία διαιρείται για σκοπούς εκλογής σε έξι εκλογικές περιφέρειες. Η ανακήρυξη των βουλευτών κάθε κόμματος, για τις έδρες που αυτό εξασφαλίζει σε μία περιφέρεια, γίνεται με βάση τους σταυρούς προτίμησης που αυτοί εξασφαλίζουν. Οι έδρες κατανέμονται στα κόμματα σταδιακά. Στην πρώτη κατανομή το σύνολο των έγκυρων ψήφων της εκλογικής περιφέρειας διαιρείται με τις διαθέσιμες έδρες της περιφέρειας και αυτό αποτελεί το εκλογικό μέτρο της περιφέρειας. Με το μέτρο αυτό διαιρείται το σύνολο των ψήφων που πήρε σε αυτή την περιφέρεια το κάθε κόμμα, και κάθε κόμμα ή συνδυασμός παίρνει τόσες έδρες όσες φορές το εκλογικό μέτρο περιέχεται στην εκλογική του δύναμη. Την έδρα ή τις έδρες παίρνει ο υποψήφιος που έχει εξασφαλίσει περισσότερους σταυρούς προτίμησης. Οι αρχηγοί των κομμάτων, οι οποίοι ηγούνται των ψηφοδελτίων σε συγκεκριμένη περιφέρεια, δεν χρειάζονται σταυρό προτίμησης αφού εξασφαλίζουν αριθμό σταυρών ίσο με το σύνολο των ψήφων του κόμματος στην περιφέρεια της οποίας ηγούνται του ψηφοδελτίου. Εάν τώρα, η περιφέρεια της οποίας ηγούνται του ψηφοδελτίου δεν δικαιούται έδρα, θα χάσουν την έδρα, την οποία θα πάρει η περιφέρεια με το μεγαλύτερο υπόλοιπο.
2η κατανομή
Στη δεύτερη κατανομή κατανέμονται οι έδρες που δεν διατέθηκαν και η οποία γίνεται με βάση τα αχρησιμοποίητα υπόλοιπα των κομμάτων που δικαιούνται συμμετοχή στη δεύτερη κατανομή. Σημειώνεται ότι στη δεύτερη κατανομή, μετά και την πρόσφατη αλλαγή του εκλογικού νόμου, δικαιούνται να συμμετάσχουν μόνο τα κόμματα που έχουν εξασφαλίσει τουλάχιστον τα 2/56 (3,6%) του συνόλου των έγκυρων ψήφων σε όλη την επικράτεια της Δημοκρατίας. Μέχρι και το 2011, και προτού αλλάξει ο νόμος, για να εισέλθει ένα κόμμα στη 2η κατανομή χρειαζόταν το 1/56 (1,79%). Στην 2η κατανομή υπολογίζεται νέο εκλογικό μέτρο: το σύνολο των αχρησιμοποίητων υπολοίπων από την πρώτη κατανομή και των έξι εκλογικών περιφερειών, αθροίζεται και διαιρείται με τον αριθμό των αδιάθετων από την πρώτη κατανομή εδρών. Με βάση το αχρησιμοποίητο υπόλοιπο του κάθε κόμματος και το νέο εκλογικό μέτρο, αυτοί με τα μεγαλύτερα υπόλοιπα παίρνουν με σειρά προτεραιότητας τις έδρες που τους αναλογούν, στις επαρχίες στις οποίες είχαν μεγαλύτερα υπόλοιπα από την πρώτη κατανομή και νοουμένου ότι υπήρχαν διαθέσιμες έδρες. Σημαντικό είναι το γεγονός ότι, ένα κόμμα θα μπορούσε να λάβει έδρα ακόμα και εάν δεν έχει λάβει το 3,6% παγκύπρια, εφόσον στην 1η κατανομή ξεπεράσει το εκλογικό μέτρο σε συγκεκριμένη επαρχία.
3η κατανομή
Μετά τη δεύτερη κατανομή ακολουθεί και δεύτερη φάση της δεύτερης κατανομής, ή αλλιώς τρίτη κατανομή, νοουμένου ότι υπάρχουν αδιάθετες έδρες, με κατανομή αδιάθετων εδρών στα κόμματα που παρουσίασαν τα υψηλότερα αχρησιμοποίητα υπόλοιπα από την πρώτη φάση. Εδώ, με βάση σε ποιες επαρχίες υπάρχουν αδιάθετες έδρες, παίρνουν τα κόμματα με τη σειρά με βάσει τα μεγαλύτερα υπόλοιπα - επίσης εκεί που έχουν μεγαλύτερο υπόλοιπο από την πρώτη κατανομή μεταξύ των επαρχιών στις οποίες έχουν μείνει αδιάθετες έδρες. Σημειώνεται ότι, για να είναι σε θέση κάποιο κόμμα να λάβει έδρα σε αυτή την κατανομή, με βάση και την πρόσφατη αλλαγή του εκλογικού νόμου, θα πρέπει να έχει λάβει τα 4/56 (7,2%) του συνόλου των έγκυρων ψήφων σε όλη την επικράτεια της Δημοκρατίας. Ας πούμε για παράδειγμα ότι ένα κόμμα δικαιούται, βάσει και των υπολοίπων του, έδρα στην 3η κατανομή αλλά δεν έχει ξεπεράσει το 7,2% παγκύπρια - αυτό το κόμμα θα στερηθεί την έδρα. Σημαντικό είναι να τονιστεί ότι πάντοτε οι έδρες δίνονται με βάσει το υπόλοιπο των κομμάτων σε κάθε επαρχία από την πρώτη κατανομή.
*Αναπληρωτή καθηγητή έρευνας και εκλογικού αναλυτή






