Η «τουρκική λύση» στο Κυπριακό και ποιοι την υποστηρίζουν;

ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ

Header Image

Η «τουρκική λύση» δεν έρχεται με ένα σχέδιο του ΟΗΕ, αλλά εμπεδώνεται καθημερινά χωρίς λύση διά της εμβάθυνσης των τετελεσμένων της εισβολής και της κατοχής της Κύπρου

Η συζήτηση για μια νέα πρωτοβουλία των Ηνωμένων Εθνών στο Κυπριακό άρχισε, σχεδόν αντανακλαστικά, με τον ίδιο κουραστικό τρόπο που άρχισαν όλες οι προηγούμενες. Πριν καν υπάρξει επίσημο κείμενο, άρχισαν οι καταγγελίες για «τουρκικό σχέδιο», «ξεπούλημα» και «προδοσία». Η πρόσφατη δημοσιογραφική πληροφορία ότι η προσωπική απεσταλμένη του Γενικού Γραμματέα, Μαρία Άνχελα Ολγκίν, εξετάζει μια πιο χαλαρή ομοσπονδιακή δομή, με περιορισμένες κεντρικές αρμοδιότητες και δύο ισχυρά συνιστώντα κρατίδια, πυροδότησε ξανά τους γνωστούς φόβους οι οποίοι άρχισαν να εντείνονται μετά την ανακοίνωση ότι ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ Αντόνιο Γκουτέρες θα πραγματοποιήσει τριήμερη επίσκεψη στην Κύπρο. Στην πραγματικότητα κανένας δεν κατέθεσε επίσημο σχέδιο του ΟΗΕ, όλοι όμως αναγνωρίζουν ότι οι παλαιότερες φόρμουλες που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο απορρίφθηκαν, θα πρέπει στο πλαίσιο ενός νέου σχεδίου, να τεθούν υπό αναθεώρηση, με γνώμονα αυτό που πολλές φορές είπε η κ. Ολγκίν, «ότι πλέον όλοι πρέπει να σκεφτούμε έξω από το κουτί». 

Αυτό δεν σημαίνει ότι οι πληροφορίες πρέπει να αγνοηθούν, ούτε ότι οποιαδήποτε φόρμουλα βαφτιστεί «ομοσπονδία» είναι αυτομάτως αποδεκτή. Η σοβαρή κριτική είναι απαραίτητη. Άλλο, όμως, η εξέταση των πραγματικών προνοιών και άλλο η προκαταβολική απόρριψη μιας διαδικασίας ως «προδοτικής», μόνο και μόνο επειδή επιχειρεί να γεφυρώσει την απόσταση που δημιουργήθηκε από μισό αιώνα κατοχής, χωριστής διοίκησης και αποτυχημένων διαπραγματεύσεων.

Το σχέδιο που καταδικάζεται προτού γραφτεί

Η σημερινή κινητικότητα δεν είναι φανταστική. Ο Αντόνιο Γκουτέρες επιχειρεί, πριν από τη λήξη της θητείας του στο τέλος του 2026, μια νέα ώθηση και αυτό θα μεταφέρει στους 2 ηγέτες στις 28 Ιουλίου όταν φτάσει στην Κύπρο. Η Μαρία Άνχελα Ολγκίν πραγματοποίησε τον Ιούνιο επαφές στην Κύπρο, στην Άγκυρα, στην Αθήνα και στις Βρυξέλλες, ενώ προετοιμάζεται νέα διευρυμένη συνάντηση με τις δύο κοινότητες, τις τρεις εγγυήτριες δυνάμεις και τον ΟΗΕ. Ο ίδιος ο Πρόεδρος Νίκος Χριστοδουλίδης έχει δηλώσει ότι ενδέχεται να υπάρξουν εξελίξεις που θα οδηγήσουν ακόμη και σε σχέδιο ειρήνης εντός του έτους. Την ίδια στιγμή η θεσμική βάση του ΟΗΕ δεν έχει επισήμως αλλάξει. Το Συμβούλιο Ασφαλείας εξακολουθεί να υποστηρίζει λύση διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδίας με πολιτική ισότητα, όπως επαναβεβαιώθηκε και στο ψήφισμα 2815 του Ιανουαρίου 2026, επομένως, οι πληροφορίες περί νέων ιδεών πρέπει να αντιμετωπίζονται ως αναζήτηση τρόπου εφαρμογής ή προσαρμογής της ομοσπονδιακής αρχιτεκτονικής και όχι, τουλάχιστον στο σημερινό στάδιο, ως επίσημη εγκατάλειψή της.

Η συγκυρία είναι διαφορετική από εκείνη των προηγούμενων ετών. Στην τουρκοκυπριακή κοινότητα, ο Τουφάν Έρχιουρμαν εξελέγη τον Οκτώβριο του 2025 με σαφή εντολή επιστροφής στη συζήτηση για λύση ομοσπονδίας, απορρίπτοντας την ακινησία της περιόδου Τατάρ. Η εκλογή του δεν μεταβάλλει από μόνη της την πολιτική της Άγκυρας, ούτε καταργεί τις μεγάλες διαφορές για την πολιτική ισότητα, τις εγγυήσεις και την παρουσία τουρκικών στρατευμάτων. Δημιουργεί, όμως, ένα παράθυρο που δεν υπήρχε όταν η τουρκοκυπριακή ηγεσία απαιτούσε προκαταβολική αναγνώριση «κυριαρχικής ισότητας» και δύο κρατών.

Ταυτόχρονα, η Ευρωπαϊκή Ένωση επιχειρεί να αποκτήσει ουσιαστικότερο ρόλο. Στις 8 Ιουλίου, ο Αντόνιο Κόστα και η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν συζήτησαν με τον Ταγίπ Ερντογάν τις προσπάθειες του Γενικού Γραμματέα και κάλεσαν την Τουρκία να αξιοποιήσει τη «νέα δυναμική» για λύση μέσω της διαδικασίας του ΟΗΕ. Παράπλευρα στις 13 Ιουλίου ο εκτελεστικός αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ραφαέλε Φίτο (Raffaele Fitto), διορίστηκε ως ειδικός εκπρόσωπος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το Κυπριακό.

Η σύνδεση του Κυπριακού με την ευρωτουρκική σχέση δεν αποτελεί από μόνη της παραχώρηση προς την Άγκυρα. Μπορεί να αποτελέσει τον σημαντικότερο μοχλό για να προσφερθούν κίνητρα στην Τουρκία, αλλά και για να απαιτηθούν συγκεκριμένες κινήσεις από αυτήν. 

Η «τουρκική λύση» υπάρχει ήδη

Το βασικό σφάλμα ενός μέρους της ελληνοκυπριακής συζήτησης είναι ότι παρουσιάζει το σημερινό status quo ως ασφαλέστερο καταφύγιο και κάθε συμβιβασμό ως διολίσθηση προς μια «τουρκική λύση». Στην πραγματικότητα, η λύση που επέβαλε η Τουρκία διά της ισχύος εφαρμόζεται από το 1974. Συνίσταται στον στρατιωτικό έλεγχο του βόρειου τμήματος του νησιού, σε χωριστή διοίκηση, σε εκτοπισμό Ε/Κ, σε συνεχιζόμενη παρουσία δεκάδων χιλιάδων στρατιωτών και σε μια οντότητα που αναγνωρίζεται μόνο από την Άγκυρα. Το γεγονός ότι η διχοτόμηση δεν έχει αποκτήσει διεθνή νομιμοποίηση δεν σημαίνει ότι δεν παράγει καθημερινά πολιτικά, οικονομικά, δημογραφικά και ιδιοκτησιακά τετελεσμένα.

Η πάροδος του χρόνου δεν λειτουργεί ουδέτερα. Δεν παγώνει την κατάσταση του 1974 μέχρι να εμφανιστεί μια ιδανική λύση. Μετατρέπει την προσωρινότητα σε κανονικότητα, ενισχύει την οικονομική και θεσμική εξάρτηση των κατεχομένων από την Τουρκία, διευρύνει την απόσταση ανάμεσα στις δύο κοινότητες και κάνει δυσκολότερη την επιστροφή εδαφών, την αποκατάσταση περιουσιών και την κοινή διακυβέρνηση. Η εθνικιστική πίεση στην Τουρκία δεν κρύβει τον τελικό της ορίζοντα. Μετά την εκλογή Έρχιουρμαν, ο Ντεβλέτ Μπαχτσελί, κυβερνητικός εταίρος του Ερντογάν, ζήτησε ακόμη και ένωση του βόρειου τμήματος με την Τουρκία.

Υπό τις περιστάσεις η φράση «η μη λύση είναι καλύτερη από μια κακή λύση» θα μπορούσε να είναι αποδεκτή ως γενική αρχή αλλά σίγουρα όχι ως στρατηγική, αφού η μη λύση έχει περιεχόμενο, κόστος και τελικό προορισμό. Η μη λύση δεν διατηρεί ανέπαφη την Κυπριακή Δημοκρατία ώσπου να αλλάξουν οι συσχετισμοί. Διατηρεί μια γραμμή κατάπαυσης του πυρός απέναντι σε έναν πολύ ισχυρότερο στρατό, ενώ επιτρέπει στην Τουρκία να επιλέγει πότε θα ανεβάζει ή θα χαμηλώνει την ένταση.

Η Πράσινη Γραμμή δεν είναι κανονικό ευρωπαϊκό σύνορο και δεν πρέπει να μετατραπεί πολιτικά και ψυχολογικά σε τέτοιο. Είναι το ίχνος μιας ανολοκλήρωτης σύγκρουσης. Η επιδίωξη να λειτουργεί ως όλο και σκληρότερο σύνορο μπορεί να προσφέρει την ψευδαίσθηση ελέγχου, αλλά ταυτόχρονα ενισχύει την εικόνα δύο χωριστών επικρατειών και προετοιμάζει το έδαφος για την επίσημη διχοτόμηση που υποτίθεται ότι θέλουμε να αποτρέψουμε.

Το πλήγμα από μη επανδρωμένο αεροσκάφος στις Βρετανικές Βάσεις Ακρωτηρίου στις 2 Μαρτίου 2026, έστω με περιορισμένες υλικές ζημιές και χωρίς θύματα, έδειξε πόσο γρήγορα η περιφερειακή αστάθεια μπορεί να φτάσει στην Κύπρο. Προκάλεσε συναγερμό, φόβο στους κατοίκους και κινητοποίηση στρατιωτικών μέσων, παρότι στόχος ήταν οι Βρετανικές Βάσεις  και όχι η Κυπριακή Δημοκρατία. Η παρουσία ευρωπαϊκών δυνάμεων στην περιοχή σε ένδειξη αλληλεγγύης προς την Κύπρο, δημιούργησε βέβαια προσδοκίες για επανέναρξη των συζητήσεων για έναν ευρωπαϊκό πυλώνα ασφαλείας. Στην πραγματικότητα αυτό που φαίνεται πιο ρεαλιστικό είναι η περαιτέρω συμμετοχή της ΕΕ στο ΝΑΤΟ, όπως επανειλημμένα ζήτησε ο Ντόναλντ Τραμπ, στο οποίο ΝΑΤΟ ανήκει και η Τουρκία.  

Επομένως ένα σοβαρό επεισόδιο στη γραμμή αντιπαράθεσης το οποίο θα είχε δυνητικά πολύ βαρύτερες συνέπειες για την εικόνα ασφάλειας της χώρας, τον τουρισμό, τις επενδύσεις, τις αερομεταφορές και την εμπιστοσύνη στην οικονομία, μάλλον δεν θα επαναδραστηριοποιούσε την ευρωπαϊκή αλληλεγγύη όπως την είδαμε στην περίπτωση του drone. Κυνικά ομιλούντες η γεωγραφία δεν επιτρέπει στην Κύπρο να θεωρεί την εκκρεμότητα ακίνδυνη. Όσο διατηρείται η γραμμή αντιπαράθεσης, η Κυπριακή Δημοκρατία εξακολουθεί να αγωνίζεται σε ένα γήπεδο όπου η Τουρκία διαθέτει τη στρατιωτική υπεροχή και την ικανότητα να δημιουργεί ή να συντηρεί κρίσεις.

Η ΕΕ δεν είναι σύνθημα

Η μεγαλύτερη στρατηγική αξία μιας συμφωνίας για λύση του Κυπριακού, δεν είναι απλώς ότι θα αφαιρούσε συρματοπλέγματα ή θα άνοιγε δρόμους. Είναι ότι θα επέτρεπε σε ολόκληρη την Κύπρο να λειτουργήσει πραγματικά μέσα στην ευρωπαϊκή έννομη τάξη. Νομικά, ολόκληρη η Κυπριακή Δημοκρατία αποτελεί έδαφος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά το κοινοτικό κεκτημένο έχει τεθεί σε αναστολή στις περιοχές όπου η κυβέρνηση δεν ασκεί αποτελεσματικό έλεγχο. Το πρωτόκολλο 10 προβλέπει ρητά ότι, σε περίπτωση λύσης, η αναστολή θα αρθεί και η Ένωση θα προσαρμόσει τους όρους εφαρμογής του κεκτημένου για την τουρκοκυπριακή κοινότητα.

Αυτό είναι το πραγματικό πεδίο στο οποίο πρέπει να κριθεί οποιαδήποτε νέα ιδέα. Όχι από το όνομά της, αλλά από το αν δημιουργεί ένα κράτος με μία διεθνή προσωπικότητα, μία κυριαρχία και μία ιθαγένεια. Από το αν διαθέτει κεντρικούς θεσμούς ικανούς να εφαρμόζουν το ευρωπαϊκό δίκαιο, να εκπροσωπούν αποτελεσματικά την Κύπρο στο εξωτερικό και να λαμβάνουν αποφάσεις χωρίς αδιάκοπες συνταγματικές κρίσεις.

Πρέπει επίσης να κριθεί από το αν εξασφαλίζει αποτελεσματική συμμετοχή των Τουρκοκυπρίων χωρίς να εγκαθιδρύει μόνιμο δικαίωμα παράλυσης και αν περιλαμβάνει εφαρμόσιμες ρυθμίσεις για το εδαφικό, τις περιουσίες, τους εποίκους και την επιστροφή προσφύγων. Η πολιτική ισότητα δεν μπορεί να σημαίνει αριθμητική ισότητα σε κάθε θεσμό ούτε δικαίωμα της μίας κοινότητας να μπλοκάρει όλες τις αποφάσεις. Δεν μπορεί, όμως, να περιορίζεται σε συμβολική παρουσία που αφήνει την τουρκοκυπριακή κοινότητα χωρίς πραγματική συμμετοχή στη διακυβέρνηση.

Το ίδιο αυστηρά πρέπει να αξιολογηθούν η ασφάλεια και οι εγγυήσεις. Το σύστημα του 1960, που επέτρεψε σε τρεις τρίτες χώρες να επικαλούνται δικαιώματα επέμβασης, δεν μπορεί να αποτελέσει το θεμέλιο μιας ευρωπαϊκής Κύπρου του 21ου αιώνα. Μια αποδεκτή συμφωνία οφείλει να προβλέπει τερματισμό των μονομερών επεμβατικών δικαιωμάτων, σαφές και δεσμευτικό χρονοδιάγραμμα αποχώρησης στρατευμάτων, διεθνή μηχανισμό εφαρμογής και ισχυρή συμμετοχή της ΕΕ ακόμα και του ΝΑΤΟ αν αυτό βοηθά.

Δεν αρκεί μια διακήρυξη καλών προθέσεων. Χρειάζονται ρήτρες, έλεγχος, στάδια υλοποίησης και συνέπειες σε περίπτωση παραβίασης με τα δημοψηφίσματα να έρθουν εκ των υστέρων για να επικυρώσουν την υλοποίηση της λύσης και όχι για να νομιμοποιήσουν την υπογραφή μιας συμφωνίας που υπάρχει κίνδυνος να μην εφαρμοστεί ποτέ. Η εμπειρία των προηγούμενων δεκαετιών επιβάλλει μια συμφωνία που δεν θα στηρίζεται μόνο στην εμπιστοσύνη ανάμεσα στους ηγέτες, αλλά σε θεσμούς που θα λειτουργούν ακόμη και όταν η εμπιστοσύνη δοκιμάζεται.

Το πραγματικό ερώτημα

Η ελληνοκυπριακή πλευρά δεν καλείται σήμερα να πει «ναι» ή «όχι» σε ένα άγνωστο κείμενο. Καλείται να αποφασίσει αν θα προσέλθει στη διαδικασία με αυτοπεποίθηση, συγκεκριμένες κόκκινες γραμμές και θετικές προτάσεις ή αν θα επιστρέψει στη γνώριμη άνεση της καταγγελίας ότι όλοι μας κυνηγούν. Η πρόωρη δαιμονοποίηση του ΟΗΕ έχει ένα παράδοξο αποτέλεσμα, αφού απαλλάσσει την Τουρκία από την πίεση να αποκαλύψει αν είναι διατεθειμένη να εγκαταλείψει τη λύση δύο κρατών, να συζητήσει εδαφικές αναπροσαρμογές, να αποδεχθεί την εφαρμογή του κεκτημένου και να περιορίσει δραστικά τον στρατιωτικό της ρόλο.

Υπάρχει, ασφαλώς, και ευθύνη της άλλης πλευράς. Ο Έρχιουρμαν πρέπει να αποδείξει ότι η επιστροφή στην ομοσπονδιακή ορολογία δεν είναι απλώς πιο εύπεπτη συσκευασία για δύο σχεδόν κυρίαρχα κράτη. Η Άγκυρα πρέπει να δείξει στην πράξη ότι η «νέα δυναμική» που επικαλείται η ΕΕ σημαίνει εγκατάλειψη της αξίωσης για προηγούμενη αναγνώριση χωριστής κυριαρχίας. Και ο ΟΗΕ οφείλει να αποφύγει τη δημιουργική ασάφεια σε ζητήματα που αργότερα μπορούν να διαλύσουν το κράτος.

Όμως και οι Ελληνοκύπριοι οφείλουν να δουν τη μεγάλη εικόνα. Η επιλογή δεν είναι ανάμεσα στην Κυπριακή Δημοκρατία όπως θα θέλαμε να είναι και σε μια επώδυνη ομοσπονδία. Είναι ανάμεσα στη σημερινή, ακρωτηριασμένη πραγματικότητα που εξελίσσεται υπό τον στρατιωτικό και πολιτικό συσχετισμό της Τουρκίας και σε μια προσπάθεια αλλαγής αυτού του συσχετισμού μέσα από το διεθνές δίκαιο και την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Εν ολίγοις η λύση δεν πρέπει και να απορριφθεί επειδή απαιτεί συμβιβασμούς ή επειδή δεν επαναφέρει την Κύπρο σε μια προ του 1974 ιδεατή κατάσταση. Ο χρόνος δεν εργάζεται για την επανένωση. Εργάζεται για την οριστικοποίηση της διχοτόμησης.

Το πραγματικό δίλημμα των επόμενων ετών, επομένως, δεν θα είναι απλώς ένα ακόμη «ναι» ή «όχι» σε δημοψήφισμα. Θα είναι αν η Κύπρος θα αποκτήσει ξανά κοινό πολιτικό και ευρωπαϊκό μέλλον ή αν η γραμμή κατάπαυσης του πυρός θα μετατραπεί, πρώτα στη συνείδηση και ύστερα επισήμως, σε μόνιμο σύνορο.

Και σε αυτό το δίλημμα, η ακινησία δεν είναι ουδετερότητα. Είναι ψήφος εμπιστοσύνης υπέρ της τουρκικής λύσης που ήδη επιβάλλεται επί του εδάφους.

ΤΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΤΗΣ ΕΒΔΟΜΑΔΑΣ

Λογότυπο Altamira

Πολιτική Δημοσίευσης Σχολίων

Οι ιδιοκτήτες της ιστοσελίδας www.politis.com.cy διατηρούν το δικαίωμα να αφαιρούν σχόλια αναγνωστών, δυσφημιστικού και/ή υβριστικού περιεχομένου, ή/και σχόλια που μπορούν να εκληφθεί ότι υποκινούν το μίσος/τον ρατσισμό ή που παραβιάζουν οποιαδήποτε άλλη νομοθεσία. Οι συντάκτες των σχολίων αυτών ευθύνονται προσωπικά για την δημοσίευση τους. Αν κάποιος αναγνώστης/συντάκτης σχολίου, το οποίο αφαιρείται, θεωρεί ότι έχει στοιχεία που αποδεικνύουν το αληθές του περιεχομένου του, μπορεί να τα αποστείλει στην διεύθυνση της ιστοσελίδας για να διερευνηθούν. Προτρέπουμε τους αναγνώστες μας να κάνουν report / flag σχόλια που πιστεύουν ότι παραβιάζουν τους πιο πάνω κανόνες. Σχόλια που περιέχουν URL / links σε οποιαδήποτε σελίδα, δεν δημοσιεύονται αυτόματα.

Διαβάστε περισσότερα