***Από τα «βαθύτερα αιτία της στασιμότητας είναι και [..] η άγνοια από την κοινωνία των διαφόρων σύνθετων πτυχών του Κυπριακού»
***«Θα τολμήσω να πω ότι ένα μεγάλο τμήμα της κοινωνίας μας βρίσκεται σε μια κατάσταση υπνοβασίας σε σχέση με το κυπριακό πρόβλημα»
***«Η αναπαραγωγή ιστορικών μύθων [..] εμποδίζουν την κοινωνία να αντιληφθεί ποιο είναι το πραγματικό διακύβευμα στο Κυπριακό»
***«Η κοινωνία αδυνατεί να αντιληφθεί ότι η ιδέα του μακροχρόνιου αγώνα, η συλλογή ψηφισμάτων και η άπρακτη πάροδος του χρόνου οδηγούν προς την παγίωση και όχι στην ανατροπή της υφιστάμενης κατάστασης»
***«Ακόμη, απουσιάζει από τον δημόσιο λόγο η συζήτηση των επίμαχων ζητημάτων που θα βρεθούν αναπόφευκτα στο τραπέζι των συνομιλιών»
***«Η κοινή γνώμη μένει στο σκότος και στα συνθήματα κενού περιεχομένου, και παραβλέπει ότι το κράτος μας βρίσκεται σε κατάσταση συνταγματικής εκκρεμότητας από το 1964»
***«Δεν έχουμε συνειδητοποιήσει ως κοινωνία ότι το Κυπριακό είναι ζήτημα υπαρξιακής φύσεως και επιβάλλεται να προβούμε σε μια άσκηση ιστορικής αυτογνωσίας η οποία θα είναι, εκ των πραγμάτων, επώδυνη»
***«Επικράτησε η λογική πως υπάρχουν και άλλες επιλογές εκτός από τη Ζυρίχη, κάτι που η πρόσφατη τότε εμπειρία πριν την ανεξαρτησία, αλλά και τα κατοπινά τραγικά γεγονότα του 1964 και 1974 που ακολούθησαν απέδειξαν ότι δεν υπήρχαν»
***«Ο Κύπριος πολίτης από το 1964 ανέχεται τη λειτουργία του κράτους εκτός συνταγματικού πλαισίου και ενίοτε χωρίς την ύπαρξη θεσμικών αντιβάρων για τους κυβερνώντες»
***«Κατά την άσκηση της εξουσίας από τον εκάστοτε ΠτΔ, στην απουσία του θεσμικού αντιβάρου του Τ/Κ Αντιπροέδρου, δεν είναι δύσκολο για ένα Πρόεδρο να υπερβεί τον θεσμικό του ρόλο»
***«Χωρίς επαρκή θεσμικά αντίβαρα ελέγχου της εξουσίας του, ο ΠτΔ είναι εύκολο να υπερβαίνει τον θεσμικό του ρόλο χωρίς αυτό να γίνεται αντιληπτό από τους πολίτες»
***«Είναι σημαντικό να μπορούμε να ζυγίσουμε σωστά ποιες εκάστοτε απόψεις επικρατούν στην τ/κ κοινότητα χωρίς να βαφτίζουμε συλλήβδην τους εκάστοτε ηγέτες της ως απλές μαριονέττες της Άγκυρας»
***«Δεν χωρεί καμία αμφιβολία ότι το σημερινό status quo δεν είναι βιώσιμο»
***«Ζούμε σε μια κατάσταση συνεχιζόμενης εκκρεμότητας και το σημερινό αδιέξοδο δεν μπορεί να οδηγεί στην ψευδαίσθηση της ‘‘ασφαλούς μη λύσης’’»
***«Η υφιστάμενη κατάσταση με το άλυτο κυπριακό πρόβλημα αποτελεί έναν διαρκή στρατηγικό κίνδυνο με απρόβλεπτες συνέπειες για το μέλλον μας»
kateliadi@politis.com.cy
«Ζούμε σε κατάσταση συνταγματικής εκκρεμότητας από το 1964»
Το Κυπριακό δεν παραμένει άλυτο μόνον λόγω των διαφωνιών γύρω από την πολιτική ισότητα, την ασφάλεια ή το εδαφικό αλλά και εξαιτίας της αδυναμίας της κοινωνίας να αντιμετωπίσει τις δύσκολες αλήθειες του, υποστηρίζει ο συνταγματολόγος Κώστας Παρασκευά. Με αφορμή τα 52 χρόνια από την τουρκική εισβολή στην Κύπρο, ο Δρ Παρασκευά, αναπληρωτής καθηγητής Δημοσίου Δικαίου και πρόεδρος του Τμήματος Νομικής του Πανεπιστημίου Κύπρου, αναλύει τις θεσμικές συνέπειες της συνταγματικής εκκρεμότητας από το 1964, τον ρόλο του Δικαίου της Ανάγκης, τις προκλήσεις της ομοσπονδιακής λύσης και προειδοποιεί ότι το σημερινό status quo δεν συνιστά ασφαλή ή βιώσιμη προοπτική. Επιπλέον, αναδεικνύει υποσυζητημένα θέματα, όπως η αποδυνάμωση των θεσμικών αντιβάρων, ο ρόλος του Ανώτατου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1960, το πώς σχεδιάζεται ένα λειτουργικό κράτος, τι σημαίνει πολιτική ισότητα στην πράξη.
Έλλειψη εμπιστοσύνης
Γιατί παραμένει άλυτο το κυπριακό πρόβλημα μετά από τόσα χρόνια;
Καταρχάς, επιτρέψτε μου να πω πόσο σημαντικές ήταν, τελικά, οι Συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου αφού μετά την κατάρρευση τής εγκαθίδρυσης της συνταγματικής τάξης, το 1964, έκτοτε τα εμπλεκόμενα μέρη και για πάνω από έξι δεκαετίες δεν μπόρεσαν να εξεύρουν κοινά αποδεκτή λύση. Παρά τους πολλούς γύρους διαπραγματεύσεων, το Κυπριακό παραμένει ένα σύνθετο πολιτικό πρόβλημα που χαρακτηρίζεται από ιστορική δυσπιστία και αντικρουόμενα συμφέροντα. Αγκάθια απροσπέραστα μέχρι σήμερα είναι, για παράδειγμα, η πολιτική ισότητα και ο διαμοιρασμός της εξουσίας, η ασφάλεια και οι εγγυήσεις, το περιουσιακό, το εδαφικό, ακόμη και αυτή η ίδια η μορφή της λύσης. Πέρα όμως από τις τεχνικές και νομικές διαφωνίες, βαθύτερα αιτία της στασιμότητας είναι και η σχεδόν απόλυτη έλλειψη εμπιστοσύνης μεταξύ των δύο πλευρών, η πάροδος του χρόνου που παγιώνει τις καταστάσεις και δημιουργεί τετελεσμένα, καθώς και η άγνοια από την κοινωνία των διαφόρων σύνθετων πτυχών του Κυπριακού.
Υπνοβασία…
Θεωρείτε, δηλαδή, ότι η κυπριακή κοινωνία δεν αντιλαμβάνεται σωστά τις διάφορες πτυχές του Κυπριακού;
Θα τολμήσω να πω ότι ένα μεγάλο τμήμα της κοινωνίας μας βρίσκεται σε μια κατάσταση υπνοβασίας σε σχέση με το κυπριακό πρόβλημα. Ο συνεχής βομβαρδισμός της κοινωνίας με ιδεολογικά στερεότυπα και τεχνητά αφηγήματα καθώς και η αναπαραγωγή ιστορικών μύθων που εύκολα μπορούν να επηρεάσουν την κοινή γνώμη εμποδίζουν την κοινωνία να αντιληφθεί ποιο είναι το πραγματικό διακύβευμα στο Κυπριακό. Η κοινωνία αδυνατεί να αντιληφθεί, για παράδειγμα, ότι η ιδέα του μακροχρόνιου αγώνα, η συλλογή ψηφισμάτων και η άπρακτη πάροδος του χρόνου οδηγούν προς την παγίωση και όχι στην ανατροπή της υφιστάμενης κατάστασης. Ακόμη, απουσιάζει από τον δημόσιο λόγο η συζήτηση των επίμαχων ζητημάτων που θα βρεθούν αναπόφευκτα στο τραπέζι των συνομιλιών. Η κοινή γνώμη μένει στο σκότος και στα συνθήματα κενού περιεχομένου, και παραβλέπει ότι το κράτος μας βρίσκεται σε κατάσταση συνταγματικής εκκρεμότητας από το 1964. Δεν έχουμε συνειδητοποιήσει ως κοινωνία ότι το Κυπριακό είναι ζήτημα υπαρξιακής φύσεως και επιβάλλεται να προβούμε σε μια άσκηση ιστορικής αυτογνωσίας η οποία θα είναι, εκ των πραγμάτων, επώδυνη.
Checks and balances
Μπορεί μία δημοκρατία να σχεδιαστεί ώστε να αντέχει ακόμη και απέναντι σε «κακούς» κυβερνώντες ή αυτό είναι θεωρητικά αδύνατο;
Οι «κακοί κυβερνώντες» πάντοτε θα υπάρχουν και δεν μπορεί μια δημοκρατία να επαφίεται ή/και να εξαρτάται από την ποιότητα ή την ηθική των εκάστοτε κυβερνώντων. Γι’ αυτό και στις φιλελεύθερες δημοκρατίες δυτικού τύπου είναι υψίστης σημασίας η ύπαρξη των λεγόμενων θεσμικών αντιβάρων (checks and balances) που λειτουργούν ως φραγμοί απέναντι στους κρατούντες. Εξίσου σημαντική είναι, επίσης, και η προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών που επίσης δρα ως αντίβαρο απέναντι στους κυβερνώντες.
Αυτά δεν υπάρχουν στο κυπριακό Σύνταγμα του 1960;
Το Σύνταγμα του 1960, παρά τα όσα αρνητικά κατά καιρούς του καταλογίζονται, ενσωματώνει, στο Μέρος ΙΙ, κατά τρόπο σχεδόν αυτούσιο τα θεμελιώδη δικαιώματα που κατοχυρώνει η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Ωστόσο, θα πρέπει να προβούμε σε μια οδυνηρή διαπίστωση που αφορά το γενικό οργανωτικό μέρος του Συντάγματος. Το συγκεκριμένο μέρος ρυθμίζει και κατανέμει τις εξουσίες και αποβλέπει στην πραγμάτωση του Μέρους ΙΙ του Συντάγματος που κατοχυρώνει τα θεμελιώδη δικαιώματα, που σε μια φιλελεύθερη δημοκρατία συνιστά και την πεμπτουσία του Συντάγματος. Στη χώρα μας από το 1964 και την απόσυρση των Τουρκοκυπρίων από τα όργανα της Κυπριακής Δημοκρατίας, το γενικό οργανωτικό μέρος του Συντάγματος δεν λειτουργεί, τα θεσμικά αντίβαρα (που ήταν άρρηκτα συνυφασμένα με τον δικοινοτισμό) έχουν θρυμματισθεί και αυτό έχει μεγάλο αντίκτυπο στο κράτος δικαίου, στον τρόπο λειτουργίας του πολιτεύματός μας και εντέλει στην προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων μας.
Case study
Εάν ένας ξένος συνταγματολόγος μελετούσε την Κυπριακή Δημοκρατία ως case study, ποιο στοιχείο θα θεωρούσε μοναδικό στη διεθνή συνταγματική θεωρία;
Πράγματι, στο κυπριακό Σύνταγμα υπάρχουν διάφορα στοιχεία που δεν συναντώνται συχνά. Πέρα από το ότι αποτελεί ένα από τα πλέον λεπτομερή και μακροσκελή Συντάγματα στον κόσμο, θα πρέπει να επισημανθεί ότι το Σύνταγμα του 1960 προέκυψε μέσα από έναν διεθνή διακανονισμό και όχι μέσα από μια εθνική διεργασία. Ήταν ένα Σύνταγμα που γεννήθηκε μέσα από την αγωνία και τον φόβο να δώσει τέρμα στην αιματοχυσία και ήταν το προϊόν ενός πολιτικού συμβιβασμού παρά η ενσάρκωση ορθών δημοκρατικών αρχών. Κλασικό χαρακτηριστικό του ήταν ο δικοινοτισμός, ο διαμοιρασμός, δηλαδή, της εξουσίας ανάμεσα στις δύο κοινότητες της Κύπρου. Ακόμη, μπορώ να πω ότι το κείμενο αυτό χαρακτηρίζεται από την αγωνιώδη προσπάθεια των συντακτών του να βρεθεί ένα πολιτειακό μοντέλο που θα είχε μεν ομοσπονδιακά στοιχεία, χωρίς ωστόσο να υπάρξει γεωγραφικός διαχωρισμός που είναι από τα βασικά χαρακτηριστικά της ομοσπονδίας. Τέλος, δεν θα πρέπει να λησμονούμε ότι η γέννηση της Κυπριακής Δημοκρατίας και του Συντάγματός της προσπαθούσε να φέρει μαζί για να συνυπάρξουν δύο κοινότητες οι οποίες βρίσκονταν σε σχέση αντιπαλότητας ή/και εχθρότητας μεταξύ τους.
Ήταν τελικά μη λειτουργικό το Σύνταγμα του 1960 και καταδικασμένο σε αποτυχία;
Ορισμένοι από τους Ελληνοκύπριους ηγέτες κάνουν κατά καιρούς αναφορά στην επιστροφή στο Σύνταγμα του 1960. Ας μην ξεχνούμε ότι, τον Ιούλιο του 1974, ο ίδιος ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος είχε προτείνει την επαναφορά στο Σύνταγμα του 1960. Στην πράξη, το Σύνταγμα αυτό έγινε εξαρχής στόχος απαξίωσης. Υπέστη ανηλεή κριτική και χαρακτηρίστηκε δοτό, ετεροβαρές και μη λειτουργικό και δεν του δόθηκε -πιστεύω- ικανοποιητικός χρόνος για να εφαρμοσθεί στην πράξη και να κριθεί όντως το ζήτημα της λειτουργικότητάς του. Πάντως, γεγονός παραμένει ότι οι Ελληνοκύπριοι νομικοί, πέρα από το ότι συμμετείχαν ενεργά, κατάφεραν να επηρεάσουν σημαντικά τη σύνταξη του κυπριακού Συντάγματος.
Συνείδηση (αν)υπακοής
Πώς θα κρίνατε την εφαρμογή του Συντάγματος από τις δύο κοινότητες στην πράξη;
Εκείνο το οποίο πραγματικά έλειψε κατά τα πρώτα χρόνια λειτουργίας της Δημοκρατίας (1960-1963) ήταν η καλλιέργεια της συνείδησης υπακοής τόσο των ηγετών όσο και των πολιτών στο Σύνταγμα. Απουσίαζαν, με άλλα λόγια, η καλλιέργεια συνταγματικής συνείδησης και η δημιουργία κουλτούρας συνταγματικού πατριωτισμού. Αντί αυτού, οι δύο κοινότητες είχαν επιδοθεί σε μια προσπάθεια επιβολής η μία στην άλλη, ροκανίζοντας ή/και διαβρώνοντας τους θεσμούς, με αποτέλεσμα τον παραγκωνισμό του συνταγματικού κειμένου. Δεν είχε γίνει αντιληπτή από τις δύο κοινότητες η σημασία του Συντάγματος της Ζυρίχης. Με αυτό τα όπλα είχαν σιγήσει και επικρατούσε η λογική του συμβιβασμού. Δεν είχε μεταφερθεί επαρκώς στον λαό η σημασία των συμφωνιών. Δεν είχε εξηγηθεί το ότι ήταν εκ των ων ουκ άνευ ότι η εύθραυστη αυτή ισορροπία, που είχε επιτευχθεί στη Ζυρίχη, θα έπρεπε να διαφυλαχθεί πάση θυσία. Αντίθετα, επικράτησε η λογική πως υπάρχουν και άλλες επιλογές εκτός από τη Ζυρίχη, κάτι που η πρόσφατη τότε εμπειρία πριν την ανεξαρτησία αλλά και τα κατοπινά τραγικά γεγονότα του 1964 και 1974, που ακολούθησαν, απέδειξαν ότι δεν υπήρχαν.
Ανώτατο Συνταγματικό
Ποιον θεσμό της συνταγματικής τάξης του 1960 θα χαρακτηρίζατε ως το κύριο σημείο αποτυχίας; Δηλαδή, εάν λειτουργούσε διαφορετικά, θα μπορούσε να είχε αλλάξει η Ιστορία;
Το Σύνταγμα προέβλεπε την ύπαρξη Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου το οποίο, ανάμεσα σε άλλα, ήταν επιφορτισμένο και με την επίλυση διαφορών οι οποίες θα προέκυπταν ανάμεσα στις δύο κοινότητες. Μέσα από ένα πλέγμα συνταγματικών διατάξεων ήταν υπεύθυνο για την τήρηση της συνταγματικής τάξης. Και αυτό είναι πολύ σημαντικό, διότι αν οι αποφάσεις του εν λόγω δικαστηρίου γίνονταν σεβαστές και τηρείτο η συνταγματική τάξη, τότε δεν υπήρχε περιθώριο ενεργοποίησης του μηχανισμού προστασίας που θεσπίζει η Συνθήκη Εγγυήσεως. Θα πρέπει να είναι ξεκάθαρο ότι μόνο σε περίπτωση που οι εγγυήσεις του κυπριακού Συντάγματος δεν εφαρμόζονταν θα μπορούσε να μπει σε λειτουργία ο μηχανισμός προστασίας της Συνθήκης Εγγυήσεως. Άλλωστε, ένας από τους βασικούς σκοπούς των Συμφωνιών του 1960 ήταν και η προστασία της μικρότερης τουρκοκυπριακής κοινότητας και η δημιουργία συνθηκών για τη διατήρηση της ειρήνης στο νησί. Οι Συμφωνίες παρείχαν μια προσεκτικά σχεδιασμένη δομή εγγυήσεων που αποσκοπούσε στην επίτευξη αυτού του σκοπού. Οι εσωτερικές εγγυήσεις που περιλαμβάνονται στο Σύνταγμα, και για τη διασφάλιση των οποίων υπεύθυνο ήταν το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο, αποτελούσαν την πρώτη γραμμή άμυνας κατά των διακοινοτικών συγκρούσεων. Αλλά, στην περίπτωση που οι εγγυήσεις αυτές δεν εφαρμόζονταν ή/και δεν λειτουργούσαν, τότε θα μπορούσε να μπει σε λειτουργία ο μηχανισμός προστασίας που θεσπίζει η συνθήκη εγγύησης. Όπως είναι γνωστό, το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο λειτούργησε μόνο για τρία χρόνια και το 1964 συγχωνεύθηκε με το Ανώτατο Δικαστήριο.
Αβεβαιότητα δικαίου
Το Δίκαιο της Ανάγκης μπορεί να κουβαλά την Κυπριακή Δημοκρατία για πολλά χρόνια ακόμα; Αντέχει; Πόσο… νόμιμο είναι;
Το Δίκαιο της Ανάγκης έδωσε τη δυνατότητα στην Κυριακή Δημοκρατία να επιβιώσει, προ του φάσματος της κατάρρευσης, και να λειτουργήσει στην ουσία εκτός του συνταγματικού κειμένου, το οποίο ένεκα της απουσίας των Τουρκοκυπρίων δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής. Η αποχώρηση των Τουρκοκυπρίων από τα συντεταγμένα όργανα της Δημοκρατίας μετά τα γεγονότα του 1963 επέφερε τη ριζική ανατροπή της αρχιτεκτονικής του Συντάγματος του 1960 και είχε σοβαρό αντίκτυπο στον μηχανισμό των θεσμικών αντιβάρων που ήταν άρρηκτα συνυφασμένος με τον δικοινοτισμό. Η εφαρμογή του δόγματος αυτού, που από τη φύση του έχει προσωρινό χαρακτήρα, και η παρέκκλιση από το αυστηρό γράμμα του Συντάγματος οδηγούν μοιραία στην πορεία του χρόνου στην αβεβαιότητα και στην ανασφάλεια δικαίου (δείτε, για παράδειγμα, το ζήτημα της συνταγματικότητας των υφυπουργείων που έχουν δημιουργηθεί).
Εκτός συνταγματικού πλαισίου
Πόση ζημιά μας κάνει το Δίκαιο της Ανάγκης; Ποιος ελέγχει ποιον; Π.χ., τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας.
Από το 1964, στην απουσία της τουρκοκυπριακής κοινότητας, ο μηχανισμός των θεσμικών αντιβάρων έχει θρυμματισθεί καταλείποντας ένα σημαντικό κενό στον τομέα των μηχανισμών ελέγχου για τους κυβερνώντες και τους θεσμούς. Το γεγονός αυτό σημαίνει ότι ο Κύπριος πολίτης από το 1964 ανέχεται τη λειτουργία του κράτους εκτός συνταγματικού πλαισίου και ενίοτε χωρίς την ύπαρξη θεσμικών αντιβάρων για τους κυβερνώντες, στο όνομα της ανάγκης της λειτουργίας του κράτους (μια ανάγκη που αρχικά ήταν προσωρινή και τώρα τείνει να καταστεί μόνιμη) μέχρι την επίλυση του κυπριακού προβλήματος. Αυτή είναι μια τεράστια θυσία στην οποία υποβάλλεται καθημερινά ο Κύπριος πολίτης χωρίς -κατά την άποψή μου- να συνειδητοποιεί και τη σημασία του ζητήματος. Κατά την άσκηση της εξουσίας από τον εκάστοτε Πρόεδρο της Δημοκρατίας, στην απουσία του θεσμικού αντιβάρου του Τουρκοκύπριου αντιπροέδρου, δεν είναι δύσκολο για έναν Πρόεδρο να υπερβεί τον θεσμικό του ρόλο. Χωρίς επαρκή θεσμικά αντίβαρα ελέγχου της εξουσίας του, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας είναι εύκολο να υπερβαίνει τον θεσμικό του ρόλο χωρίς αυτό να γίνεται αντιληπτό από τους πολίτες ως σοβαρός κίνδυνος για τον δημοκρατικό χαρακτήρα του κυπριακού πολιτεύματος.
Είναι ρατσιστικό πολίτευμα η ομοσπονδία;
Ερωτηθείς εάν «είναι ρατσιστικό σύστημα η ομοσπονδία», ο Δρ Κώστας Παρασκευά απάντησε ότι «η ομοσπονδία από μόνη της δεν είναι ρατσιστικό πολίτευμα, καθώς αποτελεί μία ευρέως διαδεδομένη μορφή δημοκρατικής διακυβέρνησης στον κόσμο όπου η εξουσία μοιράζεται μεταξύ μιας κεντρικής ομοσπονδιακής κυβέρνησης και επιμέρους ομόσπονδων κρατιδίων». Η κατανομή της εξουσίας σε ένα ομοσπονδιακό σύστημα, συνέχισε, έχει ως στόχο την αποτελεσματικότερη διοίκηση και την εκπροσώπηση διαφορετικών οντοτήτων στο πλαίσιο ενός κοινού κράτους. «Ο θεσμικός αυτός σχεδιασμός εδράζεται σε δημοκρατικές αρχές και όχι σε φυλετικές ή εθνοτικές διακρίσεις. Το ομοσπονδιακό Σύνταγμα είναι ο υπέρτατος νόμος του κράτους και καθορίζει σαφώς ποιες αρμοδιότητες ανήκουν στην κεντρική (ομοσπονδιακή) κυβέρνηση και ποιες στα ομόσπονδα κρατίδια που έχουν συμμετοχή στη λήψη των αποφάσεων του κεντρικού κράτους. Είναι σύνηθες σε κάθε ομοσπονδία να υπάρχει Συνταγματικό Δικαστήριο που έχει την εξουσία να λύνει αυτές τις διαφορές που προκύπτουν για το ποιος έχει αρμοδιότητα σε ένα θέμα και να ερμηνεύει το Σύνταγμα», πρόσθεσε ο καθηγητής.
Επί της ουσίας
Πρέπει να φοβόμαστε την αποκεντρωμένη ομοσπονδία;
Κατά την άποψή μου, θα πρέπει να απαλλαγούμε από τα όποιο ιδεολογικό φορτίο φέρουν οι διάφορες λέξεις και ορισμοί, και να επικεντρωθούμε στην ουσία. Εκείνο που προέχει είναι το πολιτειακό μοντέλο το οποίο θα προκύψει να πρόκειται πράγματι για ομοσπονδία. Θα πρέπει οπωσδήποτε να διασφαλιστεί η μία διεθνής προσωπικότητα, μία κυριαρχία, μία ιθαγένεια του ομοσπονδιακού κράτους, που θα είναι μετεξέλιξη της Κυπριακής Δημοκρατίας. Από εκεί και πέρα η ιδέα της αποκεντρωμένης ομοσπονδίας δεν πρέπει να μας τρομάζει.
Είναι επανένωση του τόπου η αποκεντρωμένη ομοσπονδία; Θα είναι καλύτερα από το σημερινό status quo μία αποκεντρωμένη ομοσπονδία;
Η ιδέα της αποκεντρωμένης ομοσπονδίας, μπορώ να σας πω, είναι θετική αν αυτή ελαύνεται από την πρόθεση να απαλυνθούν όσο το δυνατόν περισσότερο οι συνέπειες της όποιας δυσλειτουργικότητας του ομοσπονδιακού κράτους. Με άλλα λόγια, δεν πρέπει να υπερφορτωθεί το ομοσπονδιακό κράτος με σωρεία εξουσιών, η τυχόν αδυναμία στην άσκηση των οποίων θα επηρεάζει την καθημερινή ζωή των πολιτών. Κοντολογίς, το ομοσπονδιακό κράτος πρέπει να έχει τις απαραίτητες εξουσίες οι οποίες είναι αναγκαίες για την ενότητα του κράτους.
Δεν είναι μαριονέτες
Το κλειδί του Κυπριακού είναι στην Τουρκία και μόνον;
Ασφαλώς και το κλειδί του Κυπριακού δεν είναι μόνο στην Τουρκία. Η Τουρκία αποτελεί διαχρονικά έναν καθοριστικό παράγοντα στην ιστορία του κυπριακού ζητήματος και θα έχει λόγο στην επίλυσή του αλλά δεν κρατά αποκλειστικά από μόνη της το κλειδί της λύσης. Δεν νομίζω πως είναι σωστό να παραγνωρίζουμε ή/και να υποβαθμίζουμε, για παράδειγμα, τον ρόλο της τουρκοκυπριακής κοινότητας στην επίλυση του Κυπριακού η οποία σε διάφορες στιγμές έδειξε τη θέλησή της για λύση. Είναι σημαντικό να μπορούμε να ζυγίσουμε σωστά ποιες εκάστοτε απόψεις επικρατούν στην τουρκοκυπριακή κοινότητα χωρίς να βαφτίζουμε συλλήβδην τους εκάστοτε ηγέτες της σαν απλές μαριονέτες της Άγκυρας.
Ελλάδα – Κύπρος
Πώς μας βλέπει η Αθήνα; Τι είμαστε για την Ελλάδα;
Το Κυπριακό είναι ένα ζήτημα που φυσιολογικά απασχολεί την Αθήνα ως το εθνικό κέντρο. Δεν θα ήταν υπερβολή όμως να παρατηρήσουμε ότι οι Συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου στιγμάτισαν τον τρόπο που οι ελληνικές κυβερνήσεις χειρίζονται το Κυπριακό. Είναι αλήθεια ότι ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος έτυχε της υποδοχής ήρωα επιστρέφοντας στην Κύπρο μετά την υπογραφή των Συμφωνιών της Ζυρίχης-Λονδίνου, ενώ καταλογίστηκαν ευθύνες που έφταναν και στο επίπεδο της εθνικής προδοσίας για τον Πρωθυπουργό Καραμανλή. Το γεγονός αυτό στοιχειώνει -θα έλεγα- ακόμη και σήμερα τον τρόπο με τον οποίο μας βλέπει η Αθήνα στις διαπραγματεύσεις για το Κυπριακό.
Status quo
Για πόσο ακόμα μπορεί να παραμείνει η σημερινή κατάσταση κράτος-ψευδοκράτος δίπλα δίπλα με ένα λειτουργικό και βιώσιμο status quo;
Δεν χωρεί καμία αμφιβολία ότι το σημερινό status quo δεν είναι βιώσιμο. Ζούμε σε μια κατάσταση συνεχιζόμενης εκκρεμότητας και το σημερινό αδιέξοδο δεν μπορεί να οδηγεί στην ψευδαίσθηση της «ασφαλούς μη λύσης». Η υφιστάμενη κατάσταση με το άλυτο κυπριακό πρόβλημα αποτελεί έναν διαρκή στρατηγικό κίνδυνο με απρόβλεπτες συνέπειες για το μέλλον μας, όπως καταδεικνύουν τα πρόσφατα γεγονότα που εκτυλίσσονται στην αιματοβαμμένη γειτονιά μας.
Αποτελεσματική… ισότητα
Κληθείς να πει «γιατί είναι τόσο σημαντική η ισότητα των δύο κοινοτήτων για τη λύση του Κυπριακού», ο Συνταγματολόγος απάντησε ότι «οι δύο κοινότητες, τα δύο ομόσπoνδα δηλαδή μέρη, που θα αποτελούν το ομοσπονδιακό κράτος, θα είναι ισότιμα, δηλαδή όσες αρμοδιότητες θα έχει το ένα θα έχει και το άλλο». Αναφορικά με τα ομοσπονδιακά όργανα, σημείωσε, σε αυτά θα έχουν συμμετοχή και οι δύο κοινότητες. «Ωστόσο, η συμμετοχή αυτή δεν θα γίνεται με αριθμητική ισότητα, αλλά με τέτοιο τρόπο που η συμμετοχή αυτή να είναι αποτελεσματική. Δεν χωρεί καμία αμφιβολία ότι πρόκειται για ένα από τα πλέον δισεπίλυτα ζητήματα. Και τούτο διότι αν οι αποφάσεις των ομοσπονδιακών οργάνων λαμβάνονται με πλειοψηφία, αυτό θα σημαίνει ότι η συμμετοχή της τουρκικής κοινότητας, που είναι η μικρότερη κοινότητα, δεν θα είναι αποτελεσματική» συμπλήρωσε. Από την άλλη, τόνισε ο Δρ Παρασκευά, «αν για κάθε απόφαση απαιτείται συμμετοχή και των δύο κοινοτήτων, τότε η συμμετοχή της τουρκικής κοινότητας θα είναι μεν αποτελεσματική, αλλά αυτό ενδεχομένως να δημιουργεί ζητήματα λειτουργικότητας του κράτους»
Άρα η ισότητα των δύο κοινοτήτων αγγίζει την ουσία του κυπριακού προβλήματος;
Το θέμα της ισότητας δεν είναι καινούριο. Μία πρώτη μορφή ισότητας των δύο κοινοτήτων συμφωνήθηκε στη Ζυρίχη, αποτυπώθηκε στο Σύνταγμα του 1960, εφαρμόσθηκε στην πράξη την περίοδο 1960 – 1964 και κατέρρευσε με τα αιματηρά γεγονότα των Χριστουγέννων του 1963 και την απόσυρση των Τ/Κ από τα όργανα του κράτους. Είναι γεγονός ότι η ελληνοκυπριακή πλευρά είχε αντιρρήσεις σε σχέση με αυτή την μορφή ισότητας. Φαίνεται ότι δεν αποδεχόταν τον δικοινοτισμό και τον διαμοιρασμό της εξουσίας με τη μορφή και στον βαθμό που αυτός διαμορφώθηκε στη ρύθμιση του 1960. Δεν έκρυψε τη δυσαρέσκειά της έστω και αν αυτό συνεπαγόταν την αθέτηση δεσμεύσεων που είχαν αναληφθεί επίσημα με τις συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου. Πάντως, η επιδιωκόμενη λύση της διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας με πολιτική ισότητα των δύο κοινοτήτων, που δεν συνεπάγεται αριθμητική ισότητα, αλλά αποτελεσματική συμμετοχή και των δύο στο ομοσπονδιακό κράτος, είναι εδραιωμένη στα σχετικά ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ.






