***«Βρισκόμαστε σε μια φάση μετάβασης προς έναν πιο ρευστό αλλά και πιο απαιτητικό δημοκρατικό σχηματισμό, του οποίου η τελική μορφή παραμένει απροσδιόριστη»
***«Μετάβαση από ένα σχετικά σταθερό μοντέλο περιορισμένου πολυκομματισμού προς ένα πιο κατακερματισμένο και ευμετάβλητο πολιτικό περιβάλλον»
***«Η παρουσία νέων κομμάτων μπορεί να ενισχύσει τη λογοδοσία των παραδοσιακών δυνάμεων και να περιορίσει φαινόμενα αδράνειας ή πελατειακών πρακτικών»
***«Oι ταυτίσεις με τα κόμματα είχαν αρχίσει ήδη να διαβρώνονται από τη δεκαετία του 2010»
***«Οι ψηφοφόροι, ιδιαίτερα οι νεότεροι, φαίνεται να απομακρύνονται από τα κλασικά ιδεολογικά δίπολα (π.χ. αριστερά-δεξιά) και να δίνουν μεγαλύτερη έμφαση σε πρόσωπα, αυθεντικότητα, και άμεση επικοινωνία μέσω των κοινωνικών δικτύων»
***«Η αποϊδεολογικοποίηση οφείλεται σε παράγοντες όπως η ελλιπής πολιτική παιδεία και καλλιέργεια της κριτικής σκέψης στο εκπαιδευτικό σύστημα»
***«Η απογοήτευση από το πολιτικό σύστημα και τα επαναλαμβανόμενα σκάνδαλα ενισχύουν την αδιαφορία ή τον κυνισμό απέναντι στις ιδεολογίες»
***«Η διάκριση Αριστεράς-Δεξιάς διατηρεί τη διαχρονική και δομική της σημασία, καθώς εξακολουθεί να οργανώνει τον ανταγωνισμό γύρω από θεμελιώδη ζητήματα»
***«Αλλάζει ο θεματικός άξονας της ‘‘νέας πολιτικής’’, ο οποίος στην Κύπρο κυριαρχείτο μέχρι πρόσφατα από το Κυπριακό και ευρύτερα την εθνική ταυτότητα»
***«Το ενδιαφέρον έχει μετατοπιστεί σε πιο άμεσες, σύντομες και προσωποκεντρικές μορφές επικοινωνίας - η πολιτική έχει εν μέρει θεαματοποιηθεί»
***«Οι νέοι ψηφοφόροι δεν είναι απαραίτητα ‘‘απολίτικοι’’, αλλά συχνά έχουν διαφορετικό τρόπο πρόσληψης της πολιτικής»
***«Η αποδυνάμωση των παραδοσιακών κομμάτων είναι αποτέλεσμα δομικών αλλαγών και εσωτερικών αδυναμιών, που ενισχύουν την εκλογική ρευστότητα και την πολιτική αβεβαιότητα»
***«Δεδομένα της Ευρωπαϊκής Κοινωνικής Έρευνας δείχνουν ότι όσοι αυτοτοποθετούνται στην άκρα δεξιά στην Κύπρο προσεγγίζουν το 10%»
***«Ο κατακερματισμός δεν σημαίνει απαραίτητα αποσταθεροποίηση, αλλά μάλλον μετάβαση σε ένα νέο, πιο πολυκεντρικό μοντέλο πολιτικού ανταγωνισμού»
***Η κοινοβουλευτική ένταξη δημιουργεί ισχυρές πιέσεις «θεσμοποίησης»
***Η συμμετοχή σε διαδικασίες λήψης αποφάσεων, συνεργασιών και συμβιβασμών συχνά οδηγεί σε μετριοπαθοποίηση του λόγου και της πρακτικής
Επτά εβδομάδες πριν τις βουλευτικές εκλογές, το κυπριακό κομματικό σύστημα δείχνει να βρίσκεται σε φάση μετασχηματισμού, με αυξημένο κατακερματισμό και ρευστότητα. Η άνοδος νέων κομμάτων, η ενίσχυση της κοινωνίας των πολιτών και η επιρροή των μέσων κοινωνικής δικτύωσης επανακαθορίζουν τη σχέση πολιτών και πολιτικής. Επιπλέον, η κρίση εμπιστοσύνης και η αυξανόμενη αποχή θέτουν κρίσιμα ερωτήματα για την ποιότητα και το μέλλον της δημοκρατίας στην Κύπρο. Με αφορμή τις εκλογές στις 24 Μαΐου 2026, ο αναπληρωτής καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας Γιώργος Χαραλάμπους αναλύει στον «Π» τον πολιτικό χάρτη της χώρας μας έτσι όπως έχει διαμορφωθεί μέχρι σήμερα.
Αλλάζει το πολιτικό/κομματικό σύστημα στην Κύπρο;
Το κομματικό σύστημα στην Κύπρο έχει ήδη υποστεί σημαντικό μετασχηματισμό, τόσο ως προς τη δομή του όσο και ως προς τη λειτουργία του. Ο αυξημένος αριθμός κομμάτων εντός και εκτός Βουλής, σε συνδυασμό με πιο ρευστές μορφές πολιτικού ανταγωνισμού και συνεργασιών, καταδεικνύει μια μετάβαση από ένα σχετικά σταθερό μοντέλο περιορισμένου πολυκομματισμού προς ένα πιο κατακερματισμένο και ευμετάβλητο πολιτικό περιβάλλον. Η εξέλιξη αυτή συνδέεται με την αποδυνάμωση των παραδοσιακών κομματικών ταυτίσεων και τη μειωμένη ιδεολογική σύνδεση των πολιτών με τα μεγάλα κόμματα. Κρίσεις όπως η οικονομική του 2013, η πανδημία και επαναλαμβανόμενα φαινόμενα εμπλοκής κομματικών στελεχών και πολιτειακών αξιωματούχων σε σκάνδαλα διαφθοράς έχουν υπονομεύσει την εμπιστοσύνη προς το πολιτικό σύστημα. Νέα ή πλέον περισσότερο σημαντικά από πριν κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα -όπως η διαφάνεια, το περιβάλλον και το μεταναστευτικό- ενίσχυσαν την εμφάνιση νέων πολιτικών σχηματισμών που επιχειρούν να καλύψουν κενά εκπροσώπησης. Την ίδια στιγμή, η «πολιτική μηχανική» του συστήματος έχει τροποποιηθεί αισθητά. Οι προεκλογικές εκστρατείες βασίζονται όλο και περισσότερο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και στην προσωποκεντρική προβολή, ενώ η εκλογική συμπεριφορά γίνεται λιγότερο σταθερή και πιο απρόβλεπτη. Το αποτέλεσμα είναι μια αυξημένη κινητικότητα ψηφοφόρων και μια χαλαρότερη σχέση με τα κόμματα.
Βαθιά καχυποψία
Ποια είναι σήμερα η σχέση κοινωνίας-πολιτικής/κομμάτων;
Από τη μια πλευρά, η σχέση κοινωνίας-πολιτικής/κομμάτων εμφανίζεται πιο υγιής σε σύγκριση με πριν από είκοσι χρόνια, καθώς έχει αναπτυχθεί μια πιο ισχυρή και πολυδιάστατη κοινωνία των πολιτών -από ΜΚΟ και εθελοντικές οργανώσεις μέχρι κοινωνικά κινήματα και συνδέσμους πολιτών. H αυξημένη πρόσβαση στην πληροφορία μέσω του διαδικτύου και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης ενισχύει μια πιο διαφανή, ανοιχτή και συμμετοχική μορφή πολιτικής κινητοποίησης, τόσο από συλλογικούς όσο και από ατομικούς δρώντες. Ως αποτέλεσμα, παρατηρείται πιο εντατική και ουσιαστική διάδραση μεταξύ κομματικών και μη κομματικών φορέων. Ωστόσο, παρά την αυξημένη κινητοποίηση, τις κοινωνικές αντιδράσεις και τα δείγματα αλληλεγγύης, εξακολουθεί να ενισχύεται μια βαθιά καχυποψία απέναντι στη θεσμική πολιτική διαδικασία. Η καχυποψία αυτή τροφοδοτείται από επαναλαμβανόμενα φαινόμενα ατιμωρησίας, παράκαμψης διαδικασιών, ευνοιοκρατίας και κοινωνικών ανισοτήτων και αποτυπώνεται στα χαμηλά επίπεδα εμπιστοσύνης προς τα κόμματα και τους πολιτειακούς θεσμούς.
Κρίση ή ανανέωση;
Θα βελτιωθεί η ποιότητα της δημοκρατίας μας, από την είσοδο νέων πολιτικών σχηματισμών στην πολιτική ζωή της χώρας και στη Βουλή;
Η ανακατάταξη ενός κομματικού συστήματος μέσω της εισόδου νέων σχηματισμών μπορεί να λειτουργήσει ταυτόχρονα ως σύμπτωμα κρίσης εκπροσώπησης και ως μηχανισμός ανανέωσης. Πιο συγκεκριμένα, σηματοδοτεί μια κρισιακή κατάσταση διότι η θεσμική εμπιστοσύνη βρίσκεται σε πολύ χαμηλά επίπεδα, ενώ παράλληλα νέες μορφές πολιτικής συμμετοχής αναπτύσσονται μέσα από ψηφιακά δίκτυα και πλατφόρμες. Από την άλλη, λειτουργεί και ως ανανεωτικός παράγοντας, καθώς διευρύνει την αντιπροσώπευση και εισάγει νέα αιτήματα, κοινωνικές ομάδες και πολιτικές ατζέντες στον δημόσιο διάλογο. Η ποιότητα της δημοκρατίας δύναται να βελτιωθεί στον βαθμό που θα εξισορροπηθούν οι σχέσεις κυβέρνησης-αντιπολίτευσης, θα ασκείται ένας πιο ισχυρός κοινοβουλευτικός έλεγχος, θα αναδειχθούν πιο έντονα ζητήματα δικαιοσύνης και θα τεθούν πιο ηχηρά θέματα κοινωνικών δικαιωμάτων. Επιπλέον, η παρουσία νέων κομμάτων μπορεί να ενισχύσει τη λογοδοσία των παραδοσιακών δυνάμεων, να αυξήσει τον πολιτικό ανταγωνισμό και να περιορίσει φαινόμενα αδράνειας ή πελατειακών πρακτικών. Ωστόσο, εάν ο κατακερματισμός γίνει υπερβολικός, υπάρχει κίνδυνος αστάθειας και δυσκολίας στη λήψη αποφάσεων. Συνεπώς, η επίδραση εξαρτάται από το κατά πόσον η ανανέωση συνοδεύεται από θεσμική ωριμότητα, προγραμματική συνέπεια και ουσιαστική πολιτική συμμετοχή.
Πώς ψηφίζουν οι ψηφοφόροι σήμερα (νέοι και παλιοί);
Γενικά, παρατηρείται μια μερική αποϊδεολογικοποίηση της εκλογικής συμπεριφοράς, όπως παραδείγματος χάριν αυτή καθρεφτίζεται στη δημοφιλία του Φειδία Παναγιώτου και της Άμεσης Δημοκρατίας, όπου δεν υπάρχουν ξεκάθαρες και συνεκτικές ιδεολογικές τοποθετήσεις ή παραδοσιακές κομματικές ταυτότητες. Oι ταυτίσεις με τα κόμματα είχαν αρχίσει να διαβρώνονται ήδη από τη δεκαετία του 2010. Οι ψηφοφόροι, ιδιαίτερα οι νεότεροι, φαίνεται να απομακρύνονται από τα κλασικά ιδεολογικά δίπολα (π.χ. Αριστερά-Δεξιά) και να δίνουν μεγαλύτερη έμφαση σε πρόσωπα, αυθεντικότητα και άμεση επικοινωνία μέσω των κοινωνικών δικτύων. Η επιρροή των μέσων κοινωνικής δικτύωσης ευνοεί πολιτικά πρόσωπα που επικοινωνούν άμεσα και με απλοποιημένα μηνύματα, χωρίς απαραίτητα να διαθέτουν ολοκληρωμένα προγράμματα πολιτικής. Η γενικότερη απογοήτευση από την αποτελεσματικότητα των πολιτικών συστημάτων ενισχύει την τάση για «αντισυστημικές» επιλογές. Συνολικά, οι σύγχρονοι ψηφοφόροι (τόσο νέοι όσο και παλαιότεροι αλλά κυρίως οι νέοι) τείνουν να ψηφίζουν με βάση πιο ρευστά και πολυπαραγοντικά κριτήρια: την εικόνα του υποψηφίου, την αξιοπιστία, τα επίκαιρα ζητήματα, καθώς και την προσωπική ταύτιση, παρά με αυστηρά ιδεολογικά κριτήρια όπως συνέβαινε στο παρελθόν.
Ελλιπής πολιτική παιδεία
Αυτό σημαίνει ότι πλέον δεν υπάρχουν ιδεολογικές διαφορές μεταξύ των κομμάτων; Ή δεν ενδιαφέρουν οι ιδεολογίες τους ψηφοφόρους;
Βεβαίως και υπάρχουν ιδεολογικές διαφορές μεταξύ των κομμάτων, οι οποίες είναι εύκολα ορατές και στους δύο άξονες που διέπουν τον ελληνοκυπριακό πολιτικό ανταγωνισμό. Τα δεδομένα που υπάρχουν σε σχετικές έρευνες αποτυπώνουν ουσιαστικές διαφορές μεταξύ ΑΚΕΛ και ΔΗΣΥ αλλά και προεδρικών υποψηφίων. Η διαδικασία της νομοθέτησης, επιπλέον, ήταν έντονα αντιπαραθετική μεταξύ Δεξιάς και Αριστεράς, ιδιαίτερα σε επίμαχα νομοσχέδια που φανερώνουν σχετικά καθαρά τις ιδέες και τα συμφέροντα πίσω από τις θέσεις, όπως ο συνεργατισμός, το ΝΑΤΟ, το σύμφωνο συμβίωσης, οι εκποιήσεις, η στάση απέναντι στη γενοκτονία του Ισραήλ στην Παλαιστίνη. Η αποϊδεολογικοποίηση αφορά όχι τόσο τα κόμματα αλλά ένα μέρος της κοινωνίας και ιδιαίτερα των νέων ψηφοφόρων. Οφείλεται, επίσης, σε παράγοντες όπως η ελλιπής πολιτική παιδεία και καλλιέργεια της κριτικής σκέψης στο εκπαιδευτικό σύστημα, που περιορίζει την ικανότητα κατανόησης ιδεολογικών διαφορών. Η απογοήτευση από το πολιτικό σύστημα και τα επαναλαμβανόμενα σκάνδαλα ενισχύουν την αδιαφορία ή τον κυνισμό απέναντι στις ιδεολογίες.
Είμαστε όμως στο τέλος της Δεξιάς και Αριστεράς;
Παρότι πολλοί νέοι ψηφοφόροι δεν αντιλαμβάνονται την πολιτική με όρους Αριστεράς-Δεξιάς, αυτό δεν σημαίνει ότι οι βασικοί άξονες του κομματικού συστήματος έχουν αλλάξει. Παρά τις μετατοπίσεις στις προτεραιότητες και τις μορφές πολιτικής έκφρασης, οι βασικές ιδεολογικές τομές δεν έχουν εξαφανιστεί. Η διάκριση Αριστεράς-Δεξιάς διατηρεί τη διαχρονική και δομική της σημασία, καθώς εξακολουθεί να οργανώνει τον ανταγωνισμό γύρω από θεμελιώδη ζητήματα. Αυτό που αλλάζει αφορά τον θεματικό άξονα της «νέας πολιτικής», ο οποίος στην Κύπρο κυριαρχείτο μέχρι πρόσφατα από το Κυπριακό και ευρύτερα την εθνική ταυτότητα. Τώρα αυτό αλλάζει, λόγω της κανονικοποίησης της διχοτόμησης ανάμεσα στους Ελληνοκυπρίους, την αλλαγή γενεών και την παράλληλη συμπλήρωση του Κυπριακού με θέματα που γίνονται όλο και πιο σημαντικά στη δημόσια σφαίρα, όπως η μετανάστευση, το περιβάλλον, η δημοκρατία, η σεξουαλικότητα, o αστικός χώρος. Άρα, οι αναδυόμενες θεματικές δεν αντικαθιστούν τον παραδοσιακό διαχωρισμό αλλά τον συμπληρώνουν και τον αναδιαμορφώνουν, προσδίδοντάς του νέο περιεχόμενο σε ένα μεταβαλλόμενο κοινωνικό και πολιτικό περιβάλλον.
Σε ποιον βαθμό ενδιαφέρει σήμερα τους ψηφοφόρους ο πολιτικός λόγος και ο διάλογος έτσι όπως αυτός εκφράζεται από τα πολιτικά κόμματα και πρόσωπα;
Ο πολιτικός λόγος και ο διάλογος εξακολουθούν να ενδιαφέρουν τους ψηφοφόρους αλλά σε μικρότερο και πιο επιλεκτικό βαθμό σε σχέση με το παρελθόν. Πολλοί πολίτες δεν παρακολουθούν συστηματικά τον παραδοσιακό κομματικό λόγο (π.χ. ομιλίες, κομματικά προγράμματα και συνέδρια) αλλά εκτίθενται σε αποσπασματικές και συχνά απλοποιημένες εκδοχές του μέσα από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Έτσι, το ενδιαφέρον έχει μετατοπιστεί σε πιο άμεσες, σύντομες και προσωποκεντρικές μορφές επικοινωνίας. Ως αποτέλεσμα, η ίδια η πολιτική έχει εν μέρει θεαματοποιηθεί. Οι νέοι ψηφοφόροι δεν είναι απαραίτητα «απολίτικοι» αλλά συχνά έχουν διαφορετικό τρόπο πρόσληψης της πολιτικής και επηρεάζονται περισσότερο από ζητήματα επικαιρότητας, αξιακά θέματα (π.χ. δικαιώματα, περιβάλλον) και την εικόνα των πολιτικών προσώπων, παρά από συνεκτικά ιδεολογικά πλαίσια ή εις βάθος πολιτικό διάλογο.
Προσωποκεντρικές μορφές
Πώς ερμηνεύετε τη σταδιακή αποδυνάμωση των παραδοσιακών κομμάτων τα τελευταία χρόνια;
Ως διαδικασία που διέπεται από πολλαπλούς παράγοντες, κάποιοι αφορούν τα ίδια τα κόμματα και κάποιοι το κομματικό σύστημα συνολικά. Σε επίπεδο συστήματος, μπορούν να επισημανθούν τρεις βασικοί λόγοι: πρώτον, η γενικευμένη κρίση εμπιστοσύνης προς θεσμούς και κόμματα. Δεύτερον, η αποδυνάμωση της κομματικής ταύτισης και η αύξηση της εκλογικής ρευστότητας, με την αδιευκρίνιστη ψήφο σήμερα να προσεγγίζει το 30%. Τρίτον, οι κοινωνικοοικονομικές και τεχνολογικές αλλαγές, ιδίως η άνοδος των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, που ευνοούν πιο προσωποκεντρικές μορφές πολιτικής έκφρασης. Σε επίπεδο κομμάτων: το ΑΚΕΛ φέρει φθορά από την περίοδο διακυβέρνησης 2008-2013 και τις δύσκολες αποφάσεις της κρίσης. Η ΕΔΕΚ αποδυναμώθηκε από εσωτερικές συγκρούσεις και διασπάσεις. Ο ΔΗΣΥ, στη μετα-Κληρίδη περίοδο, αντιμετωπίζει κρίση ταυτότητας και απώλειες που συνοδεύονται από κατακερματισμό της Δεξιάς. Το ΔΗΚΟ έχει πληγεί από προβλήματα συνοχής και διασπάσεις, όπως η δημιουργία της ΔΗΠΑ. Συνολικά, η αποδυνάμωση των παραδοσιακών κομμάτων είναι αποτέλεσμα δομικών αλλαγών και εσωτερικών αδυναμιών που ενισχύουν την εκλογική ρευστότητα και την πολιτική αβεβαιότητα.
Δημοκρατική κρίση
Πόσο κοντά βρισκόμαστε σήμερα σε έναν μόνιμο κατακερματισμό του κυπριακού κομματικού συστήματος;
Θεωρώ πως είμαστε ήδη εκεί, ή τουλάχιστον πλησιάζουμε πολύ. Ο μετασχηματισμός του κυπριακού συστήματος, που βρίσκεται εν εξελίξει, αντικατοπτρίζει ευρύτερα κοινωνικά φαινόμενα -οικονομικά (π.χ. ανισότητα), πολιτικά (π.χ. διαφθορά, δημοκρατικά ελλείμματα) και τεχνολογικά (π.χ. μέσα κοινωνικής δικτύωσης και νέοι τρόποι πληροφόρησης). Εξ αυτού, οι συνέπειες της δημοκρατικής κρίσης αφορούν τόσο τη διάταξη δυνάμεων στον πολιτικό στίβο όσο και τη φύση της πολιτικής εκπροσώπησης και συμμετοχής. Ο κατακερματισμός δεν σημαίνει απαραίτητα αποσταθεροποίηση αλλά μάλλον μετάβαση σε ένα νέο, πιο πολυκεντρικό μοντέλο πολιτικού ανταγωνισμού. Το ερώτημα είναι κατά πόσο αυτό το νέο μοντέλο θα συνοδευτεί από ενίσχυση της δημοκρατικής λογοδοσίας και της αντιπροσώπευσης ή, αντίθετα, από περαιτέρω αποσύνδεση πολιτών και θεσμών. Βρισκόμαστε σε μια φάση μετάβασης προς έναν πιο ρευστό αλλά και πιο απαιτητικό δημοκρατικό σχηματισμό, του οποίου η τελική μορφή παραμένει απροσδιόριστη.
Άλμα, Άμεση Δημοκρατία, Volt
Ερωτηθείς «ποιοι ψηφίζουν Άλμα, Άμεση Δημοκρατία και Volt, ο Δρ Γιώργος Χαραλάμπους ανέφερε ότι οι ψηφοφόροι της Άμεσης Δημοκρατίας και του Φειδία συγκροτούν κυρίως ένα νεότερο, ψηφιακά ενεργό ακροατήριο, με χαμηλή ή ανύπαρκτη προηγούμενη κομματική ταύτιση. «Έρευνες κοινής γνώμης δείχνουν ότι σημαντικό ποσοστό των ψηφοφόρων αυτών είτε απείχε σε προηγούμενες εκλογές είτε δηλώνει χαμηλό ενδιαφέρον για την πολιτική, καταγράφει χαμηλή εμπιστοσύνη στους θεσμούς, ενώ η ενημέρωσή του προέρχεται κυρίως από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Η στήριξη προς τον Φειδία ερμηνεύεται ως χαλαρή, προσωποκεντρική και εν μέρει αντισυστημική, με χαρακτηριστικά ψήφου διαμαρτυρίας, η οποία επιβραβεύει μια αντι-συμβατική πολιτική παρουσία και προσέγγιση», συμπλήρωσε. Αντίθετα, συνέχισε, το Άλμα Πολιτών προσελκύει ψηφοφόρους με μεγαλύτερο ενδιαφέρον για δημόσιες πολιτικές και σχετικά υψηλότερα επίπεδα πολιτικής εμπιστοσύνης. «Δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι οι υποστηρικτές του προέρχονται από διαφορετικά κόμματα (κυρίως από το Κέντρο και την ευρύτερη μετριοπαθή Δεξιά και Αριστερά), λειτουργώντας ως δέκτης ‘‘ορθολογικής’’ δυσαρέσκειας απέναντι στα παραδοσιακά κόμματα, ενώ το κόμμα αυτό φαίνεται να αντλεί σημαντικό ποσοστό και από τους πρώην απέχοντες. Το προφίλ των ψηφοφόρων του Άλματος τείνει να είναι ηλικιακά πιο μεικτό και κοινωνικά μεσαίο, με έμφαση σε ζητήματα όπως το κράτος δικαίου, η οικονομία και η θεσμική μεταρρύθμιση», πρόσθεσε. Οι ψηφοφόροι του Volt, ανέφερε ο ακαδημαϊκός, εμφανίζουν πιο συνεκτικό προφίλ: νεότερες ηλικίες, υψηλότερο μορφωτικό επίπεδο και έντονο ενδιαφέρον για ευρωπαϊκά ζητήματα και το Κυπριακό, με επαναπροσεγγιστικό προσανατολισμό. «Πρόκειται για ένα μικρότερο αλλά ιδεολογικά πιο συνεκτικό εκλογικό Σώμα, με προηγούμενο πολιτικό ακτιβισμό και σαφέστερες αξιακές τοποθετήσεις», σημείωσε. Επισήμανε δε πως, «ταυτόχρονα, κατά μέσον όρο φαίνεται να υπάρχει μια γενεακή διαφοροποίηση στις πολιτικές προτιμήσεις και ταυτότητες, η οποία αντικατοπτρίζεται στο ότι οι χαμηλότερες ηλικιακές ομάδες επιλέγουν περισσότερο νεότευκτα κόμματα, ενώ τα τέσσερα παραδοσιακά κόμματα επικρατούν στις μέσες και μεγάλες ηλικίες».
Πολιτική ταυτότητα
Αυτοί οι τρεις νέοι πολιτικοί σχηματισμοί θα καταφέρουν να εδραιωθούν; Ήρθαν για να μείνουν ή αποτελούν συγκυριακά φαινόμενα;
Η βιωσιμότητα αυτών των κομμάτων εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την ικανότητά τους να μετασχηματίσουν τη γενική ή αντισυστημική τους απήχηση σε συνεκτικές, εφαρμόσιμες πολιτικές προτάσεις και σε σταθερές κοινωνικές συμμαχίες. Καθοριστικό ρόλο θα παίξει, επίσης, η οργανωτική τους συγκρότηση: η ανάπτυξη κομματικών δομών πέρα από εκλογικούς κύκλους, η τοπική παρουσία και η θεσμική συνέχεια. Αυτοί είναι βασικοί παράγοντες για την επιτυχία του ΕΛΑΜ, για παράδειγμα. Η ύπαρξη αναγνωρίσιμων και αξιόπιστων ηγεσιών μπορεί να ενισχύσει τη συνοχή και τη δημόσια εικόνα των νέων κομμάτων, ιδιαίτερα σε ένα περιβάλλον όπου η προσωποπαγής πολιτική παραμένει ισχυρή. Εξίσου σημαντική είναι η ικανότητά τους να εκφράσουν με συνέπεια συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες και να διατηρήσουν τη στήριξή τους πέρα από τη συγκυριακή ψήφο διαμαρτυρίας. Αν παραμείνουν φορείς χαλαρής ή ευκαιριακής δυσαρέσκειας, είναι πιθανόν να παρουσιάσουν εκλογική αστάθεια. Αντίθετα, εάν καταφέρουν να εδραιώσουν σαφή πολιτική ταυτότητα με προγραμματική φαιά ουσία, συνέπεια και αποτελεσματική θεσμική παρουσία, έχουν προοπτικές να εξελιχθούν σε μόνιμους παίκτες του κομματικού συστήματος.
Θεσμοποίηση - Μετριοπαθοποίηση
Τα νέα κόμματα μπορούν να διατηρήσουν την λεγόμενη αντισυστημική τους ταυτότητα, εάν εισέλθουν στη Βουλή;
Μπορούν υπό προϋποθέσεις, που συνήθως διαμορφώνονται ήδη πριν από την είσοδό τους στη Βουλή, όπως η εσωτερική τους συνοχή, ο βαθμός ετερογένειας των μελών και των ψηφοφόρων τους, καθώς και η σαφήνεια της πολιτικής τους ταυτότητας. Όσο πιο συνεκτικό και ιδεολογικά σαφές είναι ένα κόμμα, τόσο μεγαλύτερες είναι οι πιθανότητες να διατηρήσει στοιχεία της αντισυστημικής του φυσιογνωμίας. Ωστόσο, η κοινοβουλευτική ένταξη δημιουργεί ισχυρές πιέσεις «θεσμοποίησης», διότι εντός της Βουλής τα κόμματα έχουν να διαχειριστούν ζητήματα συντονισμού και στελέχωσης - και επειδή η συμμετοχή σε διαδικασίες λήψης αποφάσεων, συνεργασιών και συμβιβασμών συχνά οδηγεί σε μετριοπαθοποίηση του λόγου και της πρακτικής τους. Τα νέα κόμματα μπορούν να διατηρήσουν ορισμένα αντισυστημικά χαρακτηριστικά, κυρίως σε επίπεδο ρητορικής, αλλά στην πράξη τείνουν να μετασχηματίζονται σταδιακά σε πιο συμβατικούς πολιτικούς δρώντες όσο ενσωματώνονται στο θεσμικό πλαίσιο.
10% η Άκρα Δεξιά
Το ΕΛΑΜ έφθασε στην «οροφή» των ποσοστών του;
Προς το ΕΛΑΜ μετακινούνται κυρίως δύο κατηγορίες ψηφοφόρων: αφενός πρώην υποστηρικτές ή νέοι ψηφοφόροι από τον χώρο του ΔΗΣΥ και της ευρύτερης Δεξιάς και αφετέρου μια μικρότερη ομάδα με πιο αφαιρετικό αντισυστημικό προσανατολισμό, που τροφοδοτείται από τον λαϊκιστικό και εθνολαϊκιστικό λόγο του κόμματος. Το ΕΛΑΜ φαίνεται να πλησιάζει μια «οροφή», καθώς το έντονα εθνικιστικό του στίγμα περιορίζει την απήχησή του σε πιο μετριοπαθή στρώματα, ενώ δεδομένα της Ευρωπαϊκής Κοινωνικής Έρευνας δείχνουν ότι όσοι αυτοτοποθετούνται στην Άκρα Δεξιά στην Κύπρο προσεγγίζουν το 10%. Παράλληλα, η ισχυρή εδραίωση των παραδοσιακών κομμάτων λειτουργεί σαν ανάχωμα σε μαζικότερες μετακινήσεις, ενώ μέρος της εκλογικής του ενίσχυσης έχει χαρακτηριστικά ψήφου διαμαρτυρίας και δεν είναι σταθερό. Η προσπάθεια του κόμματος να υιοθετήσει πιο μετριοπαθή λόγο συχνά συνοδεύεται από αντιφάσεις και έχει και αυτή όρια, καθώς ενδέχεται να αποξενώσει υφιστάμενους ψηφοφόρους. Ωστόσο, η «οροφή» αυτή δεν είναι απόλυτη: σε περιόδους κρίσεων ή έντονης κοινωνικής δυσαρέσκειας, το ΕΛΑΜ μπορεί να ενισχυθεί περαιτέρω, αντλώντας στήριξη από αντισυστημικούς ψηφοφόρους.
Αποχή
Η αποχή είναι έλλειψη ενδιαφέροντος για την πολιτική ή είναι δήλωση/στάση έναντι των κομμάτων;
H αποχή ως έλλειψη ενδιαφέροντος για την πολιτική συνήθως είναι σχετικά στάσιμη. Αυτό που τείνει να μεταβάλλεται και να αυξάνει τα ποσοστά αποχής είναι κυρίως η δυσαρέσκεια με την ποιότητα της δημοκρατίας και ειδικότερα με τον τρόπο που οι πολίτες αντιλαμβάνονται τον πολιτικό ανταγωνισμό. Η αποχή λειτουργεί συχνά ως σιωπηρή μορφή πολιτικής έκφρασης, ιδιαίτερα όταν οι πολίτες δεν βρίσκουν αξιόπιστες εναλλακτικές επιλογές. Σε αυτό το πλαίσιο, εξυπακούει περισσότερο μια κρίση εμπιστοσύνης παρά αδιαφορία, και μπορεί να ιδωθεί και ως ένδειξη αποσύνδεσης μεταξύ κοινωνίας και πολιτικού συστήματος, γεγονός που θέτει προκλήσεις για τη δημοκρατική νομιμοποίηση και αντιπροσώπευση.







