Του Μανώλη Κυριάκου
Στη διεθνή πολιτική υπάρχει μια διαχρονική παγίδα: η τάση να συγχέουμε τη στρατιωτική επιτυχία με τη στρατηγική λύση. Οι πόλεμοι συχνά ξεκινούν με συγκεκριμένους στόχους, καθαρές διακηρύξεις και υψηλές προσδοκίες. Όταν όμως ολοκληρώνονται, το πραγματικό ερώτημα είναι αν άλλαξε ουσιαστικά η πολιτική πραγματικότητα που οδήγησε στη σύγκρουση.
Ο πρόσφατος πόλεμος με το Ιράν αποτελεί ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της αντίφασης. Η στρατιωτική υπεροχή των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ ήταν αδιαμφισβήτητη. Σε πολιτικούς όρους όμως, το αποτέλεσμα παραμένει ανοιχτό σε
ερμηνείες. Το καθεστώς στην Τεχεράνη παραμένει. Οι βασικοί μηχανισμοί εξουσίας εξακολουθούν να λειτουργούν. Το πυραυλικό πρόγραμμα δεν τερματίστηκε και η συζήτηση επέστρεψε στα γνώριμα ζητήματα του πυρηνικού προγράμματος, των επιθεωρήσεων και των κυρώσεων.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η στρατιωτική επιχείρηση απέτυχε. Σημαίνει όμως ότι η επιτυχία της δεν είναι τόσο απλή όσο παρουσιάζεται συχνά. Η αποτροπή μπορεί να επιβάλει κόστος και να δημιουργήσει νέες συνθήκες διαπραγμάτευσης. Δυσκολεύεται όμως να υποκαταστήσει
μια πολιτική λύση. Ένα ακόμη επιχείρημα υπέρ της επιχείρησης αφορά τα Στενά του Ορμούζ. Ωστόσο, τα Στενά ήταν ανοικτά και πριν από τη σύγκρουση. Η επιτυχία δεν συνίσταται στη δημιουργία μιας νέας πραγματικότητας αλλά στην αποτροπή μιας ενδεχόμενης επιδείνωσης της υφιστάμενης. Αυτή είναι η διαφορά μεταξύ διαχείρισης μιας κρίσης και επίλυσης ενός προβλήματος. Ο πόλεμος δεν απέδειξε τα όρια της αμερικανικής ισχύος. Απέδειξε τα όρια της στρατιωτικής ισχύος γενικότερα. Οι στρατοί μπορούν να νικήσουν κράτη. Δυσκολεύονται
όμως να νικήσουν ιδεολογίες, ιστορικές μνήμες και γεωπολιτικές πραγματικότητες. Εξίσου ενδιαφέρουσα είναι η εικόνα στις σχέσεις Ουάσιγκτον και Ιερουσαλήμ. Οι δύο σύμμαχοι παραμένουν στενά συνδεδεμένοι, αλλά δεν αντιλαμβάνονται απαραίτητα με τον ίδιο τρόπο το τέλος της σύγκρουσης. Η Ουάσιγκτον αναζητά ισορροπία μεταξύ αποτροπής και διπλωματίας. Το Ισραήλ εξακολουθεί να αντιμετωπίζει το Ιράν ως μια μακροχρόνια υπαρξιακή απειλή.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι επόμενες πολιτικές αναμετρήσεις θα επηρεαστούν περισσότερο από τον πληθωρισμό, το κόστος ζωής και την οικονομία παρά από τα πεδία των μαχών. Αντίστοιχα, στο Ισραήλ η τελική κρίση των πολιτών θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο οι στρατιωτικές επιτυχίες μπορούν να μετατραπούν σε διαρκή ασφάλεια και σταθερότητα. Ίσως τελικά το σημαντικότερο αποτέλεσμα του πολέμου να μην ήταν η αλλαγή του Ιράν αλλά η αλλαγή των υπολογισμών όλων των υπολοίπων. Οι χώρες του Κόλπου, οι αγορές ενέργειας, οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ αναγκάστηκαν να επαναξιολογήσουν τις παραδοχές τους για την ασφάλεια και τη σταθερότητα της περιοχής. Για μικρά κράτη όπως η Κύπρος, το δίδαγμα είναι ιδιαίτερα σημαντικό. Σε έναν κόσμο όπου οι συγκρούσεις πολλαπλασιάζονται και οι συμμαχίες επαναπροσδιορίζονται, η στρατιωτική ισχύς παραμένει αναγκαία, αλλά η πολιτική διορατικότητα εξακολουθεί να είναι το σπανιότερο και πολυτιμότερο στρατηγικό αγαθό.
Η μεγαλύτερη δύναμη δεν είναι πάντοτε εκείνη που κερδίζει τον πόλεμο. Είναι εκείνη που μπορεί να διαμορφώσει την ειρήνη που ακολουθεί. Και αυτό είναι κάτι που καμία βόμβα δεν μπορεί να εγγυηθεί.







