Στην προσπάθειά της να καταπολεμήσει την υπογεννητικότητα, η Ιερά Αρχιεπισκοπή Κύπρου εκπόνησε ένα μεγαλειώδες Σχέδιο βοήθειας προς τους Ελληνορθόδοξους γονείς. Το σχέδιο τέθηκε σε εφαρμογή με αναδρομική ισχύ για παιδιά που γεννιούνται από την 1η Ιανουαρίου 2025 και μετά. Για να εγκριθεί η οικονομική βοήθεια προς τους γονείς, πρέπει να ικανοποιούνται συγκεκριμένα θρησκευτικά κριτήρια, τουτέστιν οι γονείς να έχουν τελέσει ορθόδοξο χριστιανικό γάμο σε ορθόδοξη εκκλησία· το παιδί να βαπτιστεί σε ορθόδοξη εκκλησία· τουλάχιστον ο ένας γονέας να κατέχει κυπριακή ταυτότητα και η οικογένεια να διαμένει μόνιμα στις ελεύθερες περιοχές της Κύπρου. Η ενίσχυση αφορά αποκλειστικά το τρίτο παιδί και πάνω της οικογένειας. Εν περιλήψει, το σχέδιο αποκλείει τις οικογένειες άλλων δογμάτων ή θρησκειών, άθεους, αγνωστικιστές, άτομα που για διάφορους λόγους επέλεξαν τον πολιτικό γάμο και ζευγάρια που επέλεξαν την ελεύθερη συμβίωση.
Παρόλο που η πολιτική της Εκκλησίας δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως «φασισμός» με την έννοια της πολιτικής επιστήμης -καθώς πρόκειται για μη δεσμευτικό οικονομικό κίνητρο που προέρχεται από θρησκευτικό οργανισμό και όχι για αναγκαστικό νόμο που επιβάλλεται από ένα ολοκληρωτικό καθεστώς- είναι αναμφισβήτητα διακριτική και βασίζεται στην ταυτότητα. Η πολιτική αυτή αναδεικνύει το βαθύ ιδεολογικό χάσμα που υπάρχει στην Κύπρο μεταξύ εκείνων που προτιμούν μια κοσμική, ενσωματωτική κοινωνία και εκείνων που υποστηρίζουν τη διατήρηση της παραδοσιακής ορθόδοξης ταυτότητας.
Η αντίρρηση κατά του προτεινόμενου σχεδίου είναι ότι από καθαρά θεολογική άποψη o Χριστιανισμός δεν μπορεί να ανεχθεί τις διακρίσεις επειδή αντιτίθεται άμεσα στην εντολή του Ιησού να «αγαπάς τον πλησίον σου» και παραβιάζει τη θεμελιώδη πεποίθηση ότι όλα τα ανθρώπινα όντα δημιουργούνται εξίσου κατ' εικόνα του Θεού. Συγκεκριμένα, η Βίβλος ορίζει ότι όλοι οι άνθρωποι είναι φτιαγμένοι κατ' εικόνα και ομοίωση του Θεού (Γένεση 1:26-27). Αυτή η διδασκαλία, που μάθαμε όλοι στο γυμνάσιο, σημαίνει ότι κάθε άτομο διαθέτει εγγενή, ιερή αξία που δεν μπορεί να διακυβευτεί από την κοινωνική θέση, την εθνικότητα ή το υπόβαθρο. Αλλά και τα γραπτά του Αποστόλου Παύλου καθιστούν σαφές ότι στη χριστιανική κοινότητα, οι διαχωριστικές γραμμές όπως η φυλή, το φύλο και η κοινωνική θέση δεν έχουν καμία σημασία, καθώς «όλοι είναι ένας εν Χριστώ Ιησού». Το εδάφιο Γαλάτες 3:28 λέει: «Δεν υπάρχει ούτε Ιουδαίος ούτε Έλληνας, δούλος ούτε ελεύθερος, αρσενικό ούτε θηλυκό, γιατί είστε όλοι ένα εν Χριστώ Ιησού». Αν κάποιος κρατά μίσος στην καρδιά του για μια ομάδα ανθρώπων επειδή είναι διαφορετική εθνότητα, θρησκεία, κοινωνική ομάδα ή οτιδήποτε άλλο, τότε δεν είναι πραγματικός χριστιανός. Ο Ιησούς αντιτάχθηκε ενεργά στην προκατάληψη και τη μεροληψία εμπλακώντας με τους περιθωριοποιημένους και διδάσκοντας ότι η αγάπη και η συμπόνια πρέπει να επεκταθούν σε όλους, συμπεριλαμβανομένων των εχθρών κάποιου (Κατά Ματθαίον 5:44). Και, βέβαια, ο Θεός είναι αμερόληπτος και δεν δείχνει την παραμικρή ευνοιοκρατία (Ρωμαίους 2:11· Πράξεις 10:34).
Eν κατακλείδι, η μεταχείριση οποιουδήποτε με κατώτερο τρόπο θεωρείται ως αντίφαση της φύσης του Θεού. Είναι γι΄ αυτόν τον λόγο που τo Σχέδιο της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου για την αντιμετώπιση της απογεννητικότητας παραβιάζει τις διδασκαλίες του Χριστιανισμού. Ας μετανοήσουν οι ιεράρχες μας, έχοντας ως φωτεινό παράδειγμα τον Πάπα Λέοντα ο οποίος εργάζεται για την προστασία των ευάλωτων μουσουλμάνων νέων, υποστηρίζοντας τις κοινωνικές υπηρεσίες, τον διαθρησκευτικό διάλογο και μια κουλτούρα αλληλεγγύης. Είναι σε όλους γνωστό ότι ο Πάπας Λέων υποστηρίζει ενεργά και προωθεί τα δικαιώματα των μουσουλμάνων παιδιών σε όλο τον κόσμο μέσω της υπεράσπισης των δικαιωμάτων τους, της διαθρησκευτικής συνεργασίας και της άμεσης φιλανθρωπικής βοήθειας. Αυτό περιλαμβάνει την έντονη καταδίκη των επιπτώσεων του πολέμου στη νεολαία των μουσουλμάνων και την άμεση παροχή βοήθειας σε οικογένειες προσφύγων που αναζητούν ασφάλεια. Μάλιστα! Αυτό θα πει χριστιανική αγάπη!
Το θλιβερό συμπέρασμα αυτής της εξέλιξης είναι ότι η κυπριακή κοινωνία βουλιάζει στον εθνοθρησκευτικό εθνικισμό –την ιδεολογία που συνδυάζει τα εθνικά χαρακτηριστικά μιας ομάδας με τη θρησκευτική της ταυτότητα. Θεωρεί ότι η εθνική και η θρησκευτική ταυτότητα είναι αδιάσπαστες, υποστηρίζοντας πως η ένταξη σε ένα έθνος προϋποθέτει τη συμμετοχή στη συγκεκριμένη θρησκεία. Οι εθνοθρησκείες συνδυάζουν την πολιτισμική ή πατρογονική ταυτότητα με τις θρησκευτικές πεποιθήσεις. Για να είσαι «βέρος» Κύπριος πρέπει να είσαι Έλληνας και ορθόδοξος, σύμφωνα με αυτή τη θεωρία. Ακόμα και οι Μαρωνίτες θεωρούνται από τους κύκλους του ΕΛΑΜ και της Εκκλησίας «φιλοξενούμενοι». Ένας τέτοιος αποκλεισμός μπορεί να προκαλέσει συστημική διάκριση, ξενοφοβία και βίαιες συγκρούσεις, περιθωριοποιώντας όσους δεν ανήκουν στην κοινότητα ή δικαιολογώντας την καταστολή διαφορετικών πολιτισμικών ταυτοτήτων. Όταν δε μια εθνοθρησκεία συνδέεται με την κρατική εξουσία ή τη διακυβέρνηση, όπως συμβαίνει στην Κύπρο, μπορεί να οδηγήσει σε εθνοκρατία, όπου το κράτος προτιμά μια συγκεκριμένη ομάδα έναντι των άλλων. Αυτό συχνά έχει ως αποτέλεσμα την καταπίεση ή την εκδίωξη των μειονοτήτων. Κι αυτό βέβαια συνιστά μέγα εμπόδιο για εξεύρεση λύσης στο Κυπριακό. Δεν είναι τυχαία που η Εκκλησία και το ΕΛΑΜ, οι δύο πυλώνες του εθνοθρησκευτικού εθνικισμού, τάσσονται υπέρ του ενιαίου κράτους κατακεραυνώνοντας όσους υποστηρίζουν ως λύση τη Διζωνική Διοικητική Ομοσπονδία η οποία, εκ της φύσεώς της, αποκλείει τη συστημική διάκριση, ανισότητα ή το καθεστώς δευτεροβάθμιας σημασίας για όσους δεν ανήκουν στην ελληνορθόδοξη ομάδα. Η σύνδεση της εθνικής επιβίωσης με το θρησκευτικό καθήκον, που τονίζει επανειλημμένα ο Αρχιεπίσκοπος, δημιουργεί ακραίο φυλετισμό, καθιστώντας τους πιστούς επιρρεπείς στο να θεωρούν τους Τουρκοκύπριους ως υπαρξιακή απειλή και όχι ως ανθρώπους με τους οποίους μπορούμε να συνυπάρχουμε.
Καταλήγοντας, σας αποκαλύπτω τους συνειρμούς μου -το πασίγνωστο διήγημα του Αντώνη Σαμαράκη με τίτλο: «Ζητείται ελπίς»
*Οικονομολόγος, κοινωνικός επιστήμονας






