Του Μιχάλη Νικηφόρου*
Η χρήση κυβερνητικών οχημάτων αποτελεί καθημερινό και αναπόσπαστο μέρος της εργασίας πολλών δημοσίων υπαλλήλων και μελών του ωρομίσθιου κυβερνητικού προσωπικού. Καθημερινά, εργαζόμενοι καλούνται να οδηγήσουν κυβερνητικά οχήματα για να εκτελέσουν υπηρεσιακά καθήκοντα, να μεταβούν σε εργοτάξια, να πραγματοποιήσουν επιθεωρήσεις, να μεταφέρουν προσωπικό, εργαλεία και υλικά ή να ανταποκριθούν σε ανάγκες της Πολιτείας και των πολιτών.
Πίσω όμως από το τιμόνι ενός κυβερνητικού οχήματος υπάρχει μια πραγματική ανησυχία: τι συμβαίνει όταν ένας εργαζόμενος εμπλακεί σε τροχαίο ατύχημα κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας του και μέχρι πού φτάνει η προσωπική του ευθύνη για τις ζημιές που ενδεχομένως θα προκύψουν; Το ερώτημα δεν είναι θεωρητικό. Αφορά ανθρώπους οι οποίοι χρησιμοποιούν ένα όχημα όχι για προσωπικούς λόγους, αλλά επειδή το ίδιο το κράτος τούς αναθέτει να το πράξουν στο πλαίσιο της εργασίας τους.
Δεν είναι λογικό ο εργαζόμενος να εκτελεί υπηρεσιακή εντολή και ταυτόχρονα να αισθάνεται ότι ένα ατύχημα μπορεί να τον αφήσει προσωπικά οικονομικά εκτεθειμένο. Η οδήγηση, όσο προσεκτικός και αν είναι κάποιος, εμπεριέχει πάντοτε κίνδυνο. Οι καιρικές συνθήκες, η κατάσταση του οδικού δικτύου, η συμπεριφορά άλλων οδηγών, μια μηχανική βλάβη ή ακόμη και ένα στιγμιαίο ανθρώπινο λάθος μπορούν να οδηγήσουν σε ένα τροχαίο ατύχημα. Γι' αυτό ακριβώς πρέπει να υπάρχει ένα σαφές, ενιαίο και ολοκληρωμένο πλαίσιο προστασίας για όσους οδηγούν κυβερνητικά οχήματα κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους.
Το ζήτημα αφορά τόσο τους δημόσιους υπαλλήλους όσο και το ωρομίσθιο κυβερνητικό προσωπικό. Εργάτες, οδηγοί, τεχνίτες και άλλοι εργαζόμενοι βρίσκονται καθημερινά στους δρόμους, στα εργοτάξια, στην ύπαιθρο και πολλές φορές κάτω από δύσκολες συνθήκες εργασίας, χρησιμοποιώντας κυβερνητικά οχήματα και μηχανήματα για να μπορέσει το κράτος να λειτουργήσει. Αυτοί οι άνθρωποι δεν ζητούν ασυλία από τις ευθύνες τους. Ζητούν όμως να γνωρίζουν με σαφήνεια ότι, όταν ενεργούν καλόπιστα, νόμιμα και στο πλαίσιο των καθηκόντων τους, η Πολιτεία θα βρίσκεται δίπλα τους.
Η ασφάλεια και η υγεία στην εργασία δεν περιορίζονται μόνο στον φυσικό χώρο ενός γραφείου ή ενός εργοταξίου. Η υποχρέωση του εργοδότη να αξιολογεί τους κινδύνους και να λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα προστασίας αφορά τις δραστηριότητες που αποτελούν μέρος της εργασίας. Όταν, λοιπόν, η οδήγηση κυβερνητικού οχήματος αποτελεί υπηρεσιακό καθήκον, ο σχετικός κίνδυνος δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως αποκλειστικά προσωπική υπόθεση του εργαζομένου.
Υπάρχει παράλληλα και μια σοβαρή ανθρώπινη και εργασιακή διάσταση. Ένας εργαζόμενος που κάθε φορά που παίρνει το κλειδί ενός κυβερνητικού οχήματος σκέφτεται τι θα συμβεί οικονομικά εάν εμπλακεί σε ατύχημα, δεν μπορεί να αισθάνεται την ασφάλεια που πρέπει να του παρέχει ο εργοδότης του. Η ανασφάλεια αυτή δημιουργεί φόβο και ο φόβος μπορεί σταδιακά να οδηγήσει σε απροθυμία ανάληψης καθηκόντων που απαιτούν χρήση κυβερνητικού οχήματος. Τότε το πρόβλημα παύει να αφορά αποκλειστικά τον εργαζόμενο και μετατρέπεται σε πρόβλημα εύρυθμης λειτουργίας της ίδιας της δημόσιας υπηρεσίας.
Η λύση πρέπει να αναζητηθεί θεσμικά. Το Υπουργείο Οικονομικών μπορεί να εξετάσει τη δυνατότητα ενός ενιαίου συστήματος ασφαλιστικής κάλυψης των κυβερνητικών οχημάτων. Μέσα από έναν κεντρικό διαγωνισμό και λόγω του μεγάλου αριθμού οχημάτων που διαθέτει το κράτος, θα μπορούσαν να διερευνηθούν οικονομίες κλίμακας και ευνοϊκότεροι όροι κάλυψης. Εάν μια τέτοια επιλογή κριθεί οικονομικά ασύμφορη, μπορούν να εξεταστούν άλλες λύσεις, όπως ένας ειδικός κρατικός μηχανισμός αποζημιώσεων ή ένα σύστημα αυτοασφάλισης του Δημοσίου.
Παράλληλα, πρέπει να καθοριστεί με απόλυτη σαφήνεια το πλαίσιο προσωπικής ευθύνης του εργαζομένου. Ο εργαζόμενος που χρησιμοποιεί κυβερνητικό όχημα για υπηρεσιακούς σκοπούς και ενεργεί καλόπιστα, σύμφωνα με τον νόμο και τις υπηρεσιακές οδηγίες, δεν πρέπει να βρίσκεται αντιμέτωπος με τον φόβο προσωπικής οικονομικής επιβάρυνσης για ένα πραγματικό ατύχημα που συνέβη κατά την εκτέλεση της εργασίας του.
Αυτό ασφαλώς δεν σημαίνει απαλλαγή από κάθε ευθύνη. Περιπτώσεις δόλου, παράνομης χρήσης του οχήματος, οδήγησης υπό την επήρεια αλκοόλ ή άλλων σοβαρών παραβάσεων πρέπει να αντιμετωπίζονται διαφορετικά. Άλλο όμως μια τέτοια συμπεριφορά και άλλο ένα τροχαίο ατύχημα που μπορεί να συμβεί σε έναν συνεπή εργαζόμενο κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του. Αυτή ακριβώς η διάκριση πρέπει να αποτυπωθεί με σαφήνεια, ώστε να προστατεύεται τόσο το δημόσιο συμφέρον όσο και ο εργαζόμενος.
Για τον λόγο αυτό, το Υπουργείο Οικονομικών, σε συνεργασία με τις αρμόδιες κρατικές υπηρεσίες και τις συνδικαλιστικές οργανώσεις των δημοσίων υπαλλήλων και του ωρομίσθιου κυβερνητικού προσωπικού, θα πρέπει να αναλάβει συγκεκριμένη πρωτοβουλία. Θα μπορούσε να συσταθεί κοινή τεχνική επιτροπή, η οποία μέσα σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα να εξετάσει το υφιστάμενο καθεστώς, το πραγματικό κόστος των ατυχημάτων, τον αριθμό και τις κατηγορίες των κυβερνητικών οχημάτων και τις διαθέσιμες ασφαλιστικές ή άλλες επιλογές και να καταθέσει ολοκληρωμένη πρόταση προς την κυβέρνηση.
Το ζήτημα δεν πρέπει να παραμένει άλλο σε μια γκρίζα ζώνη. Η χρηστή διοίκηση δεν αφορά μόνο την ορθή διαχείριση του δημόσιου χρήματος. Αφορά και τον τρόπο με τον οποίο το κράτος αντιμετωπίζει και προστατεύει τους ανθρώπους που εργάζονται καθημερινά για λογαριασμό του. Οι δημόσιοι υπάλληλοι και το ωρομίσθιο κυβερνητικό προσωπικό δεν ζητούν προνόμια ούτε απαλλαγή από τις ευθύνες τους. Ζητούν το αυτονόητο: όταν εκτελούν καλόπιστα τα καθήκοντά τους, να μη βρεθούν μόνοι απέναντι στις οικονομικές συνέπειες ενός ατυχήματος που συνέβη εν ώρα υπηρεσίας.
Το κράτος δεν μπορεί να δίνει στον εργαζόμενο τα κλειδιά ενός κυβερνητικού οχήματος και μαζί με αυτά να του παραδίδει και την ανασφάλεια για το τι θα συμβεί εάν κάτι πάει στραβά. Χρειάζεται ένα ξεκάθαρο, δίκαιο και ενιαίο πλαίσιο που να προστατεύει τόσο την Πολιτεία όσο και τους εργαζομένους της. Γιατί κανένας εργαζόμενος δεν πρέπει να εκτελεί το καθήκον του με τον φόβο πίσω από το τιμόνι.
*Μέλους Επαρχιακού Συμβουλίου ΟΕΚΔΥ-ΣΕΚ Λευκωσίας






