Η υποχώρηση των διοργανωτών του Cyprus Forum μπροστά στις πιέσεις του ΕΛΑΜ και η επακόλουθη αποχώρηση των Μεχμέτ Χαρμαντζί και Χαράλαμπου Προύντζου αποκαλύπτουν μια μίζερη και θλιβερή εικόνα ως αποτέλεσμα της δράσης των ακραίων στοιχείων να εμποδίσουν τις προσπάθειες επικοινωνίας μεταξύ των δύο κοινοτήτων. Όταν μια πλατφόρμα διακοινοτικού διαλόγου υποκύπτει σε πιέσεις ακραίων εθνικιστών και στις υστερίες τους και δεν προστατεύει την ίδια τη δική της πρακτική, τότε στην ουσία νομιμοποιεί την ατζέντα της μισαλλοδοξίας.
Οι ακραίοι εθνικιστές έχουν την τάση αλλά και την πολιτική κάλυψη να θεωρούν πως ότι συνδέεται με την τουρκοκυπριακή κοινότητα είναι παράνομο. Έφθασαν στο σημείο κάποιοι να βαφτίζουν «παράνομο» ακόμη και το ίδιο το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας. Στο όνομα ενός αφοριστικού πατριωτισμού, επιχειρείται συστηματικά η δαιμονοποίηση κάθε θεσμικής πραγματικότητας στα κατεχόμενα, αγνοώντας προκλητικά ότι το Σύνταγμα του 1960 προβλέπει ρητά ξεχωριστούς δήμους στη Λευκωσία. Αυτή η θεσμική πρόνοια έγινε σεβαστή από την πρώτη μέρα και διατηρήθηκε ζωντανή ακόμη και μετά το 1974. Η αδιάλειπτη συνεργασία των δημάρχων των δύο πλευρών αρχής γενομένης από την εποχή του Λέλλου Δημητριάδη και του Μουσταφά Ακιντζί ώς σήμερα, με τον Χαράλαμπο Προύντζο και τον Μεχμέτ Χαρμαντζί, υπήρξε καθοριστική για την επίλυση ζωτικών προβλημάτων της μοιρασμένης πόλης.
Το θέμα που προέκυψε με το Cyprus Forum δεν είναι μια αστοχία οργανωτική, όπως λένε οι παράγοντες του φόρουμ, αλλά μια συνειδητή προσπάθεια της Ακροδεξιάς να τορπιλίσει κάθε γέφυρα επικοινωνίας, συντονίζοντας ιδιότυπα τα βήματά της με τους θιασώτες των «δύο κρατών» στα κατεχόμενα.
Από το ΕΛΑΜ, τους προνομιακούς συνομιλητές του σημερινού Προέδρου, δεν περιμένει κανείς τίποτα διαφορετικό. Η μαύρη ατζέντα του στηρίζεται στον αποκλεισμό, στην υπόσκαψη κάθε κοινού διαλόγου, στην αλλεργία που εκπέμπουν απέναντι σε οποιονδήποτε Τουρκοκύπριο τολμά να σταθεί ισότιμα απέναντί τους. Το πραγματικό πρόβλημα, ωστόσο, βρίσκεται στα κόμματα του λεγόμενου δημοκρατικού τόξου, τα οποία οφείλουν να αντιδράσουν δυναμικά και όχι να παρακολουθούν παθητικά. Αντί να αντιστέκονται στη μισαλλοδοξία, επιλέγουν συχνά να την ακολουθούν ή να την ανέχονται, μετατρέποντας τον ακροδεξιό υπαγορευμένο εθνικισμό σε κανονικότητα για πρόσκαιρα πολιτικά οφέλη. Δυστυχώς τα κόμματα, στην πλειονότητά τους, όλο και περισσότερο εγκλωβίζονται σε μικροπολιτικούς φόβους, επιτρέποντας σιωπηρά στην Ακροδεξιά να υπαγορεύει τα όρια της επαφής μεταξύ των δύο κοινοτήτων.






