Στην Κύπρο θέλουμε καινούργιους δρόμους, ασφαλτοστρωμένες γειτονιές, αυτοκινητοδρόμους χωρίς λακκούβες και γρήγορη ολοκλήρωση των έργων. Όταν, όμως, τίθεται το ερώτημα πού θα παράγεται η άσφαλτος, η απάντηση είναι σχεδόν αυτονόητη: κάπου αλλού. Μακριά από εμάς. Ενδεχομένως δίπλα σε κάποιους άλλους, οι οποίοι ασφαλώς θα απαντήσουν ακριβώς το ίδιο.
Η υπόθεση της ασφαλτικής μονάδας αρχικά στο Δάλι και σήμερα στο Μιτσερό, αποτυπώνει αυτή την αντίφαση. Οι κοινότητες αντιδρούν, οι εργασίες προχωρούν και η δικαστική απόφαση εκκρεμεί. Μέσα σε αυτό το σκηνικό, η αγανάκτηση μεγαλώνει και η συζήτηση κινδυνεύει να περιοριστεί σε μια σύγκρουση ανάμεσα στους κατοίκους, την εταιρεία και το κράτος.
Ας ξεκαθαρίσουμε ότι οι κάτοικοι δικαιούνται να ανησυχούν. Το ότι χρησιμοποιούν δρόμους δεν σημαίνει ότι υπογράφουν λευκή επιταγή για οποιαδήποτε βιομηχανική εγκατάσταση κοντά στα σπίτια τους. Ούτε μια πολεοδομική άδεια αρκεί, από μόνη της, για να δημιουργήσει κοινωνική εμπιστοσύνη. Χρειάζονται πειστικές απαντήσεις για τη χωροθέτηση, τις εκπομπές, τις οσμές, την κυκλοφορία φορτηγών και τη συνολική περιβαλλοντική επιβάρυνση.
Ωστόσο, δικαιώματα συνεπάγονται και ευθύνη απέναντι στο κοινό συμφέρον. Εάν κάθε περιοχή απορρίπτει κάθε αναγκαία εγκατάσταση, η χώρα δεν μπορεί να λειτουργήσει. Δεν γίνεται να απαιτούμε υποδομές και ταυτόχρονα να θεωρούμε ανεπιθύμητη παντού την παραγωγή των υλικών τους. Το «όχι εδώ» χρειάζεται να συνοδεύεται από μια εφαρμόσιμη απάντηση στο «πού λοιπόν;».
Η βασική ευθύνη ανήκει στο κράτος. Οφείλει να παρουσιάσει ένα συνολικό, τεκμηριωμένο σχεδιασμό για τις ασφαλτικές μονάδες: κατάλληλες θέσεις, σύγκριση εναλλακτικών επιλογών, αυστηρούς όρους λειτουργίας, ανεξάρτητες μετρήσεις και δημοσιοποίηση των αποτελεσμάτων. Και, κυρίως, ελέγχους με συνέπειες. Η εμπιστοσύνη χτίζεται όταν ο πολίτης γνωρίζει ότι μια παράβαση θα επιφέρει πραγματική κύρωση.
Στο Μιτσερό, η εκκρεμής δικαστική κρίση πρέπει να γίνει σεβαστή. Παράλληλα, η πολιτεία χρειάζεται να εξηγήσει εγκαίρως τις αποφάσεις της, ώστε η πρόοδος των εργασιών να μη βιώνεται από τις κοινότητες ως δημιουργία τετελεσμένων.
Η λύση δεν θα προκύψει με αλληλοκατηγορίες περί εγωισμού ή αναλγησίας. Θα προκύψει όταν αποδειχθεί ποια θέση είναι κατάλληλη, με ποιες εγγυήσεις και ποιος αναλαμβάνει την ευθύνη εάν αυτές παραβιαστούν. Το κόστος και η όχληση των αναγκαίων υποδομών πρέπει να κατανέμονται δίκαια, με κριτήρια που ισχύουν για όλους, χωρίς να φορτώνονται απλώς στην κοινότητα με τη μικρότερη πολιτική επιρροή.
Διότι δρόμους θέλουμε όλοι. Και την ευθύνη για την παραγωγή τους οφείλουμε να τη μοιραστούμε.








