Υπάρχουν πολιτικές επιλογές που είναι απλώς λανθασμένες. Υπάρχουν άλλες που είναι ανήθικες. Και υπάρχουν και εκείνες που αγγίζουν τα όρια του εγκληματικού, γιατί υπονομεύουν συνειδητά το μέλλον μιας κοινωνίας για να εξαγοραστεί το παρόν της. Σε αυτή την τελευταία κατηγορία ανήκει η πρακτική του κυπριακού κράτους να δανείζεται από το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων, όχι για επενδύσεις ή έκτακτες ανάγκες, αλλά για να χρηματοδοτεί πολιτικές βιτρίνας και, ακόμη χειρότερα, ψηφοθηρικές αυξήσεις στο Δημόσιο.
Ας το πούμε καθαρά, τα λεφτά του Ταμείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων δεν είναι κρατικό λάφυρο. Δεν είναι κουμπαράς του Υπουργείου Οικονομικών. Είναι οι εισφορές των εργαζομένων, οι κόποι μιας ζωής, τα χρήματα που προορίζονται για συντάξεις, επιδόματα, κοινωνική προστασία. Είναι κοινωνικό συμβόλαιο. Και όταν το κράτος τα χρησιμοποιεί για να κλείσει τρύπες ή να μοιράσει προεκλογικά δωράκια, αυτό δεν είναι διαχείριση. Είναι κατάχρηση! Η κυβέρνηση εμφανίζει την οικονομία ως υγιή, ως σταθερή, ως ισχυρή. Και μετά, πίσω από την πλάτη της κοινωνίας, βάζει χέρι στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων για να χρηματοδοτεί αυξήσεις, επιδόματα και διευθετήσεις που εξυπηρετούν όχι μια στρατηγική ανάπτυξης, αλλά μια στρατηγική ψήφων. Δηλαδή, χρησιμοποιεί το μέλλον των συνταξιούχων για να αγοράσει το παρόν της πολιτικής της επιβίωσης. Αυτό είναι ο ορισμός της βραχυπρόθεσμης εξουσίας, «δώσε σήμερα για να κερδίσεις αύριο στις κάλπες, και βλέπουμε για το μετά». Οι κυβερνώντες αντιμετωπίζουν τα δημόσια οικονομικά όχι ως θεσμό ευθύνης, αλλά ως εργαλείο προσωπικού και κομματικού οφέλους.
Η κοινωνική ασφάλιση γίνεται μηχανισμός χρηματοδότησης του πελατειακού κράτους. Και εδώ βρίσκεται η ωρολογιακή βόμβα. Ένα Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων δεν είναι ανεξάντλητο. Δεν είναι μαγική δεξαμενή. Οφείλει να διαχειρίζεται αποθεματικά με μακροπρόθεσμο ορίζοντα, να επενδύει με ασφάλεια και διαφοροποίηση, να προστατεύει τις μελλοντικές γενιές. Όταν όμως το κράτος γίνεται ο βασικός δανειολήπτης του ταμείου, τότε το ταμείο μετατρέπεται σε όμηρο του ίδιου του κράτους. Και τι σημαίνει αυτό πρακτικά; Σημαίνει ότι αν αύριο υπάρξει ύφεση, κρίση, δημοσιονομική εκτροπή ή νέα τραπεζική αναταραχή, το πρόβλημα δεν θα είναι απλώς λογιστικό. Θα είναι κοινωνική κατάρρευση. Γιατί τότε δεν θα κινδυνεύει μια κυβέρνηση. Θα κινδυνεύουν οι συντάξεις εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων.
Το κράτος, αντί να αντλεί πόρους από δίκαιη φορολόγηση του μεγάλου πλούτου, από πάταξη της φοροδιαφυγής, από περιορισμό της σπατάλης και της διαφθοράς, προτιμά την εύκολη λύση, να δανείζεται από τους ασφαλισμένους. Είναι σαν να κλέβεις από το ίδιο σου το σπίτι για να πληρώσεις το πάρτι σου. Και φυσικά, η κυβέρνηση το παρουσιάζει ως εσωτερικό δανεισμό, ως ορθολογική πρακτική.
Όμως δεν υπάρχει τίποτα ορθολογικό στο να χρηματοδοτείς αυξήσεις και πολιτικά ανταλλάγματα με χρήματα που δεν σου ανήκουν. Αυτό δεν είναι οικονομική πολιτική. Είναι θεσμικός κυνισμός. Η Κύπρος έχει ήδη ζήσει τι σημαίνει να χτίζεις ευημερία πάνω σε φούσκες και τεχνάσματα. Το 2013 μας δίδαξε ότι οι δείκτες δεν σώζουν κοινωνίες όταν το σύστημα καταρρεύσει. Σήμερα, κάποιοι φαίνεται να παίζουν ξανά το ίδιο παιχνίδι, μόνο που αυτή τη φορά το στοίχημα είναι οι συντάξεις. Αν συνεχιστεί αυτή η πρακτική, το τέλος είναι προδιαγεγραμμένο, ένα ταμείο φορτωμένο κρατικό χρέος, μια κοινωνία που γερνά, λιγότεροι εργαζόμενοι να στηρίζουν περισσότερους συνταξιούχους, και ένα κράτος που θα σηκώνει τα χέρια ψηλά λέγοντας ότι δεν υπάρχουν λεφτά. Τα λεφτά υπάρχουν. Απλώς χρησιμοποιούνται για τους λάθος σκοπούς. Και όταν μια κυβέρνηση χρησιμοποιεί το μέλλον μιας κοινωνίας για να εξαγοράσει το παρόν της εξουσίας της, αυτό δεν είναι απλώς ανευθυνότητα. Είναι πολιτικό έγκλημα με χρονόμετρο.
*Μέλος Κινήματος Οικολόγων





