Η εικόνα της Alice Weidel αποτελεί ίσως την καλύτερη αφετηρία για να καταλάβει κανείς γιατί η «ευρωπαϊκή Ακροδεξιά» δεν είναι ένα ενιαίο πολιτικό φαινόμενο. Η συμπρόεδρος του γερμανικού AfD είναι γυναίκα, οικονομολόγος, ανοιχτά λεσβία, ζει με τη σύντροφό της, η οποία κατάγεται από τη Σρι Λάνκα, και μεγαλώνουν δύο παιδιά. Την ίδια στιγμή ηγείται ενός κόμματος που ορίζει στο πρόγραμμά του την οικογένεια ως «πατέρα, μητέρα και παιδιά», αντιτίθεται στη λεγόμενη gender ideology και έχει υιοθετήσει μία από τις σκληρότερες αντιμεταναστευτικές γραμμές στη Γερμανία.
Η αντίφαση είναι φαινομενική μόνο εάν αντιμετωπίζουμε όλα τα κόμματα στα δεξιά της παραδοσιακής συντηρητικής παράταξης ως διαφορετικές εκδοχές του ίδιου πράγματος.
Ακόμη και στην πολιτική επιστήμη υπάρχει ουσιαστική διάκριση μεταξύ «ριζοσπαστικής Δεξιάς» και «Άκρας Δεξιάς». Στη σχετική βιβλιογραφία, η πρώτη μπορεί να αποδέχεται τη δημοκρατική αρχή και τις εκλογές αλλά να αμφισβητεί στοιχεία της φιλελεύθερης δημοκρατίας, όπως τον πλουραλισμό και ορισμένα δικαιώματα των μειονοτήτων, ενώ η δεύτερη αμφισβητεί βαθύτερα την ίδια τη δημοκρατική τάξη. Συνεπώς, ακόμη και η γενική χρήση του όρου «Ακροδεξιά» κρύβει σημαντικές διαφοροποιήσεις.
Τρία διαφορετικά «στρατόπεδα»
Η πιο απτή απόδειξη των διαφορών βρίσκεται μέσα στο ίδιο το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Το ΕΛΑΜ και το Fratelli d’ Italia της Τζόρτζια Μελόνι βρίσκονται στους Ευρωπαίους Συντηρητικούς και Μεταρρυθμιστές, το ECR. Το Rassemblement National της Μαρίν Λεπέν, το ολλανδικό PVV και το Fidesz του Βίκτορ Όρμπαν ανήκουν στους Patriots for Europe. Το AfD βρίσκεται ακόμη δεξιότερα ως προς την ευρωπαϊκή του δικτύωση, στην ομάδα Europe of Sovereign Nations.
Δεν πρόκειται μόνο για οργανωτικές διαφορές. Πίσω τους βρίσκονται διαφορετικές αντιλήψεις για την Ευρώπη, τη Δύση, τη Ρωσία και το πόσο μακριά πρέπει να φτάσει η αμφισβήτηση της σημερινής ευρωπαϊκής τάξης.
Η κυβέρνηση Μελόνι, για παράδειγμα, παρά τις εθνικιστικές της καταβολές και τη σκληρή μεταναστευτική πολιτική της, κινήθηκε πολύ πιο κοντά στον ευρωατλαντικό πυρήνα σε σχέση με άλλες δυνάμεις της ευρωπαϊκής ριζοσπαστικής Δεξιάς. Η ίδια η Μελόνι εξακολούθησε να στηρίζει την Ουκρανία και το 2026 ζητούσε κοινή ευρωπαϊκή γραμμή στις διαπραγματεύσεις με τη Ρωσία.
Το AfD, αντίθετα, ζητά αποκατάσταση των σχέσεων με τη Μόσχα, αντιτίθεται στη γερμανική στρατιωτική βοήθεια προς την Ουκρανία και διατηρεί πολύ πιο συγκρουσιακή θέση απέναντι στην ΕΕ και το ευρώ. Η απόσταση είναι ουσιαστική και όχι επικοινωνιακή.
Ακόμη πιο χαρακτηριστικό υπήρξε το μοντέλο του Βίκτορ Όρμπαν. Μέχρι την εκλογική του ήττα τον Απρίλιο του 2026, έπειτα από 16 χρόνια στην εξουσία, η Ουγγαρία αποτελούσε σημείο αναφοράς για ένα τμήμα της ευρωπαϊκής εθνικιστικής και «αντι-woke» Δεξιάς. Ο Όρμπαν συγκρούστηκε επανειλημμένα με τις Βρυξέλλες, διατήρησε στενότερες σχέσεις με τη Μόσχα και οικοδόμησε ένα πολιτικό αφήγημα γύρω από τη χριστιανική ταυτότητα, τη μετανάστευση και την αντίσταση στον δυτικό κοινωνικό φιλελευθερισμό.
Η μεγάλη διαφορά στα ΛΟΑΤΚΙ
Εδώ ίσως βρίσκεται και η πιο ενδιαφέρουσα πολιτισμική απόκλιση μεταξύ Βόρειας και Δυτικής Ευρώπης από τη Νότια και Ανατολική Ευρώπη.
Η πολιτική επιστήμη έχει καταγράψει ότι τμήματα της ριζοσπαστικής Δεξιάς στη Δυτική Ευρώπη ενσωμάτωσαν μέρος της ρητορικής περί δικαιωμάτων των ομοφυλοφίλων όχι απαραίτητα λόγω κοινωνικού φιλελευθερισμού, αλλά ως στοιχείο αντιπαράθεσης με το πολιτικό Ισλάμ. Η λογική είναι περίπου η εξής: η αποδοχή της ομοφυλοφιλίας παρουσιάζεται ως «δυτική αξία» η οποία πρέπει να προστατευθεί από κοινωνίες ή κοινότητες που θεωρούνται πιο συντηρητικές. Οι ερευνητές έχουν περιγράψει το φαινόμενο και με τον όρο «homonationalism».
Αυτό εξηγεί εν μέρει πώς μία λεσβία πολιτικός μπορεί να βρίσκεται στην κορυφή του AfD χωρίς το κόμμα να μετατρέπεται αυτομάτως σε φιλελεύθερο κόμμα στα ΛΟΑΤΚΙ ζητήματα.
Στην Κύπρο, αντίθετα, το ΕΛΑΜ χρησιμοποιεί μία πολύ πιο παραδοσιακή ιδεολογική γλώσσα. Το «Πατρίδα-Θρησκεία-Οικογένεια» χαρακτηρίζεται από το ίδιο ως κεντρικός άξονας της ταυτότητάς του. Η αντίθεσή του στον γάμο και την τεκνοθεσία από ομόφυλα ζευγάρια, όπως και στις πολιτικές αυτοπροσδιορισμού φύλου, εντάσσεται ευθέως σε αυτή τη θεώρηση.
Εδώ η κυπριακή εκδοχή βρίσκεται πολιτισμικά πιο κοντά στην πρώην διακυβέρνηση Όρμπαν. Στην Ουγγαρία είχαν απαγορευθεί η νομική αλλαγή φύλου, ουσιαστικά η τεκνοθεσία από ομόφυλα ζευγάρια και το ΛΟΑΤΚΙ περιεχόμενο στα σχολεία. Η νέα κυβέρνηση του Πέτερ Μαγιάρ ανακοίνωσε μόλις τον Σεπτέμβριο του 2026 ότι θα αρχίσει να ανατρέπει μέρος αυτής της νομοθεσίας.
Ο εθνικισμός δεν σημαίνει το ίδιο παντού
Υπάρχει και μια βαθύτερη διαφορά. Ο εθνικισμός του ΕΛΑΜ διαμορφώνεται από το Κυπριακό, την τουρκική κατοχή, την ελληνική εθνική ταυτότητα και την Ορθοδοξία. Η εξωτερική πολιτική του δεν μπορεί επομένως να αντιγραφεί από το AfD ή το RN.
Αυτό φαίνεται και στην Ευρωβουλή. Ο ευρωβουλευτής του ΕΛΑΜ Γεάδης Γεάδη έχει υποστηρίξει ψηφίσματα καταδίκης ρωσικών επιθετικών ενεργειών εναντίον κρατών μελών της ΕΕ, ενώ μεγάλο μέρος της κοινοβουλευτικής του δραστηριότητας επικεντρώνεται στην Τουρκία, στην κατοχή και στην ανάγκη ευρωπαϊκής στήριξης της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Για το AfD, αντίθετα, το κεντρικό εξωτερικό «άλλο» δεν είναι η Ρωσία αλλά το μεταναστευτικό κατεστημένο, οι Βρυξέλλες και η σημερινή γερμανική εξωτερική πολιτική. Για το RN της Λεπέν είναι πρωτίστως η γαλλική εθνική κυριαρχία και η μετανάστευση. Η Λεπέν μάλιστα επανέφερε το 2026 τη θέση για αποχώρηση της Γαλλίας από την ολοκληρωμένη στρατιωτική διοίκηση του ΝΑΤΟ.
Ούτε και στην οικονομία
Οι διαφορές γίνονται ακόμη μεγαλύτερες στην οικονομία. Η Alice Weidel προέρχεται από την οικονομικά φιλελεύθερη πτέρυγα του AfD και έχει δηλώσει θαυμάστρια της Μάργκαρετ Θάτσερ. Το RN, αντιθέτως, συνδυάζει τον εθνικισμό με έντονο οικονομικό προστατευτισμό, μειώσεις ΦΠΑ σε βασικά αγαθά, προστασία κοινωνικών παροχών για τους Γάλλους και μεγαλύτερη κρατική παρέμβαση.
Το Fratelli d’ Italia κινείται σε άλλη κατεύθυνση, συνδυάζοντας φορολογικές ελαφρύνσεις, ενίσχυση επιχειρήσεων και δημογραφικά κίνητρα με ισχυρή κρατική πολιτική υπέρ της παραδοσιακής οικογένειας.
Άρα ούτε το κλασικό οικονομικό δίπολο «περισσότερο ή λιγότερο κράτος» ενώνει αυτή την πολιτική οικογένεια.
Τι τελικά τους ενώνει;
Υπάρχει, παρ' όλα αυτά, ένας αναγνωρίσιμος κοινός πυρήνας. Σχεδόν όλα δίνουν μεγαλύτερη βαρύτητα στην εθνική κυριαρχία έναντι της περαιτέρω ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, αντιμετωπίζουν τη μαζική μετανάστευση ως απειλή, αμφισβητούν πλευρές της πολυπολιτισμικότητας και αντιπαρατίθενται σε αυτό που περιγράφουν ως προοδευτική, «woke» ή «gender» ατζέντα. Διαφέρουν όμως δραματικά στο πώς ορίζουν το έθνος που θέλουν να προστατεύσουν και, κυρίως, ποιον θεωρούν μεγαλύτερη απειλή.
Για το ΕΛΑΜ, η εθνική ταυτότητα περνά μέσα από τον Ελληνισμό, την Ορθοδοξία και το Κυπριακό. Για το AfD, μέσα από τη γερμανική εθνική ταυτότητα, την αντιμετανάστευση και την αντίδραση στη σημερινή ευρωπαϊκή τάξη. Για τη Μελόνι, μέσα από έναν εθνικό συντηρητισμό που έχει αποδειχθεί συμβατός με το ΝΑΤΟ και τη συμμετοχή στην ΕΕ. Για τη Λεπέν, μέσα από την ιδέα της «εθνικής προτεραιότητας». Και για τον Όρμπαν, τουλάχιστον κατά τη μακρά περίοδο της διακυβέρνησής του, μέσα από ένα μοντέλο «ανελεύθερου» χριστιανικού κράτους.
Η «ευρωπαϊκή Ακροδεξιά», επομένως, υπάρχει ως πολιτική οικογένεια, όχι όμως ως ενιαία ιδεολογία. Οι συγγένειες είναι πραγματικές αλλά το ίδιο πραγματικές είναι και οι συγκρούσεις.
Και ίσως αυτό είναι το στοιχείο που συχνά χάνεται στη δημόσια συζήτηση: ο εθνικισμός είναι εξ ορισμού εθνικός. Όταν λοιπόν οι εθνικές ιστορίες, οι θρησκείες, οι απειλές και οι κοινωνίες διαφέρουν, διαφορετικές είναι αναπόφευκτα και οι «Ακροδεξιές» που παράγουν.






