Υπάρχουν στιγμές που η αγωνία ενός επαγγελματικού κλάδου είναι απολύτως κατανοητή. Υπάρχουν επίσης στιγμές που αυτή η αγωνία μετατρέπεται σε επικίνδυνη εκτροπή. Η στάση μέρους των κτηνοτρόφων απέναντι στα μέτρα για τον αφθώδη πυρετό φαίνεται να ανήκει δυστυχώς στη δεύτερη κατηγορία.
Ας ξεκινήσουμε από το αυτονόητο. Για έναν κτηνοτρόφο, το κοπάδι του δεν είναι ένας αριθμός. Είναι η δουλειά του, το εισόδημά του, η καθημερινότητά του, πολλές φορές η ζωή ολόκληρης της οικογένειάς του. Το να βλέπει κανείς κρατικές υπηρεσίες να έρχονται για θανάτωση ζώων είναι μια σκληρή, σχεδόν βίαιη εμπειρία. Κανείς λογικός άνθρωπος δεν μπορεί να το υποτιμήσει αυτό.
Όμως άλλο η οργή και άλλο η αμφισβήτηση των ίδιων των βασικών κανόνων διαχείρισης μιας επιδημίας.
Η δημόσια δήλωση ότι θα παρεμποδιστούν δειγματοληψίες και θανατώσεις δεν είναι μια απλή διαμαρτυρία. Είναι ουσιαστικά κάλεσμα για υπονόμευση των υγειονομικών μέτρων που έχουν ακριβώς στόχο να αποτρέψουν την ανεξέλεγκτη εξάπλωση της νόσου. Και όταν ακούγεται ότι «η σύλληψη είναι το μικρότερο», τότε το μήνυμα δεν είναι μόνο πολιτικό. Είναι μήνυμα ευθείας σύγκρουσης με το κράτος δικαίου.
Ο αφθώδης πυρετός δεν είναι υπόθεση προσωπικής γνώμης. Δεν είναι θέμα «πιστεύω» ούτε δημοψήφισμα εμπιστοσύνης στις Κτηνιατρικές Υπηρεσίες. Είναι εξαιρετικά μεταδοτική ζωονόσος με γνωστά διεθνή πρωτόκολλα αντιμετώπισης, που δεν σχεδιάστηκαν από κάποιο γραφείο στις Βρυξέλλες για να βασανίσουν κτηνοτρόφους, αλλά επειδή η εμπειρία δεκαετιών έχει δείξει τι συμβαίνει όταν χαθεί ο έλεγχος.
Η ιστορία
Η ιστορία είναι γεμάτη παραδείγματα χωρών που πλήρωσαν τεράστιο οικονομικό και παραγωγικό κόστος επειδή η εξάπλωση δεν ανακόπηκε έγκαιρα. Στο Ηνωμένο Βασίλειο (2001) είχαμε μια από τις πιο γνωστές κρίσεις αφθώδους πυρετού. Θανατώθηκαν πάνω από 6 εκατομμύρια ζώα και το οικονομικό κόστος εκτιμήθηκε σε δισεκατομμύρια λίρες, με τεράστιο πλήγμα σε κτηνοτροφία, τουρισμό και εξαγωγές. Στην Ιαπωνία (2010) είχαμε τη μεγάλη επιδημία στην επαρχία Miyazaki, με μαζική θανάτωση εκατοντάδων χιλιάδων βοοειδών και χοίρων και σοβαρό πλήγμα στην αγροτική παραγωγή. Στη Νότια Κορέα (2010–2011) προέκυψε μία από τις μεγαλύτερες επιδημίες στη χώρα, με θανάτωση εκατομμυρίων ζώων και υψηλό δημοσιονομικό κόστος.
Το αίτημα για δεύτερη δειγματοληψία ή πλήρη διαφάνεια στις διαδικασίες που καταθέτουν οι κτηνοτρόφοι μας είναι θεμιτό. Το να ζητάς εξηγήσεις από το κράτος είναι δικαίωμα. Το να απαιτείς ξεκάθαρη αποζημίωση επίσης. Το να οργανώνεις όμως φυσική παρεμπόδιση ελέγχων και να δημιουργείς ένα άτυπο δίκτυο «πυρήνων» για άμεση κινητοποίηση, είναι κάτι εντελώς διαφορετικό.
Εκεί σταματά η διεκδίκηση και αρχίζει η συλλογική ανευθυνότητα.
Γιατί αν ο ιός εξαπλωθεί, δεν θα πληγεί μόνο μια φάρμα στην Πάχνα ή μια μονάδα στην επαρχία Λευκωσίας. Θα κινδυνεύσει (αν πλέον δεν κινδυνεύει) ολόκληρη η κτηνοτροφική παραγωγή της χώρας, με ανυπολόγιστες συνέπειες για όλους, πρωτίστως για τους ίδιους τους κτηνοτρόφους που σήμερα αντιδρούν. Θα πληγεί επίσης το πρώτο εξαγωγικό προϊόν της χώρας που είναι το χαλούμι, αφού ο αφθώδης πλήττει την παραγωγή γάλακτος.
Προβληματικό
Υπάρχει και κάτι ακόμη βαθύτερα προβληματικό. Τα τελευταία χρόνια, σε πολλές κρίσεις (όπως ήταν ο Covid) έχει καλλιεργηθεί μια κουλτούρα όπου κάθε δυσάρεστο αλλά επιστημονικά επιβεβλημένο μέτρο παρουσιάζεται περίπου ως αυθαιρεσία του κράτους. Ότι κάθε περιορισμός είναι καταπίεση. Ότι κάθε πρωτόκολλο είναι ύποπτο. Αυτή η λογική δεν είναι απλώς κουραστική. Είναι επικίνδυνη.
Η πολιτεία, από την άλλη, έχει επίσης υποχρεώσεις. Δεν αρκεί να επικαλείται ευρωπαϊκά πρωτόκολλα. Οφείλει να εξηγήσει, να πείσει, να λειτουργήσει με πλήρη διαφάνεια και να εγγυηθεί δίκαιες και άμεσες αποζημιώσεις. Γιατί όταν οι άνθρωποι αισθάνονται ότι καταστρέφονται χωρίς προστασία, η οργή γίνεται εκρηκτική. Αλλά ακόμη και τότε, η απάντηση δεν μπορεί να είναι η αυτοδικία απέναντι σε μια μεταδοτική επιδημία. Διότι ένας ιός δεν διαπραγματεύεται και σίγουρα δεν περιμένει να τελειώσει η διαμαρτυρία.







