Όταν η Τουρκία είχε προκριθεί στα ημιτελικά του παγκοσμίου κυπέλλου στο οποίο συμμετείχε πριν 24 χρόνια, ο πληθυσμός στη χώρα είχε τρελαθεί. Ήταν το 2002. Σχεδόν σείονταν η γη και ο ουρανός. Και στο δικό μου μυαλό ερχόταν ο δικτάτορας Φράνκο της Ισπανίας. Ο Φράνκο, ο οποίος έκανε τον ισπανικό λαό να φτύσει αίμα, είχε βρει στο ποδόσφαιρο τον τρόπο για να σωθεί από τα χέρια του λαού. Ίδρυσε αμέσως μια ομάδα. Τη Ρεάλ Μαδρίτης. Μάζεψε σε αυτή την ομάδα τους μεγαλύτερους σκόρερ στον κόσμο ξοδεύοντας πολλά χρήματα. Δεν διέψευσε τις ελπίδες του Φράνκο η Ρεάλ Μαδρίτης, η οποία πρόσθεσε στο δυναμικό της τον Αργεντινό Ντι Στέφανο και τον Ούγγρο Πούσκας. Πέτυχε ένα ρεκόρ, το οποίο δεν θα μπορούσε να σπάσει εύκολα, κερδίζοντας το ευρωπαϊκό πρωτάθλημα πέντε συνεχόμενες φορές. Ο ισπανικός λαός έλεγε πλέον μόνο Ρεάλ Μαδρίτης και τίποτε άλλο. Χάρη σε αυτό, ο Φράνκο κατάφερε να συνεχίσει την εξουσία του σαράντα χρόνια. Έμεινε Πρόεδρος της Ισπανίας μέχρι τον θάνατό του το 1975. Το μακροβιότερο φασιστικό καθεστώς στην Ευρώπη παράτεινε τη ζωή του με το ντόπινγκ του ποδοσφαίρου.
Αυτά μου θύμισε το εθνικό κλίμα που επικρατούσε στην Τουρκία μετά την πρόκριση της τουρκικής εθνικής ομάδας μέχρι τα ημιτελικά στο παγκόσμιο κύπελλο του 2002, το οποίο διοργανώθηκε στη Νότια Κορέα. Όλοι ήταν να τρελαθούν. Θα τρελαίνονταν πράγματι. Ήξερα ότι η μόνη πιθανότητα για να μην τρελαθούν ήταν να ηττηθούν. Φαίνεται ότι έπιασαν οι ευχές μου. Ησύχασα όταν έστειλε την μπάλα στα δίκτυα της τουρκικής ομάδας το αστέρι της Βραζιλίας Ρονάλντο (ο τότε Ρονάλντο). Κατά την γνώμη μου, έπρεπε να στηθεί άγαλμα στον Ρονάλντο στην Τουρκία. Είχε σώσει το τουρκικό έθνος από την τρέλα με το μοναδικό γκολ που πέτυχε και καθόρισε το σκορ του αγώνα. Εκείνη την ημέρα έβαλα τον εξής πρωτοσέλιδο τίτλο στην εφημερίδα: «Ο Ρονάλντο έσωσε την Τουρκία από το να τρελαθεί». Αν νικούσαν τη Βραζιλία, ποιος ξέρει τι θα γινόταν αν λύγιζαν και τη Γερμανία στον τελικό και έπαιρναν και το κύπελο.
Η Τουρκία κέρδισε το δικαίωμα να συμμετάσχει ξανά στο παγκόσμιο κύπελλο μετά από 24 χρόνια. Ο πρώτος αγώνας ήταν με την Αυστραλία. Ποια ήταν η Αυστραλία, σίγουρα θα την έκαναν μια μπουκιά, έλεγαν. Πάλι ακούστηκαν οι κόρνες. Έπαιξαν τα νταούλια. Στήθηκαν μεγάλες οθόνες σε κάποια μέρη εδώ. Και ο Ταγίπ βγήκε στην τηλεόραση μη χάνοντας την ευκαιρία και προσευχήθηκε για τη νίκη. Ο αγώνας ήταν νωρίς το πρωί με τη δική μας ώρα, στις 7.00. Ακόμα και εκείνοι που δεν είχαν σηκωθεί ποτέ στη ζωή τους τέτοια ώρα, σηκώθηκαν. Ο πρέσβης και επίλεκτες προσωπικότητες έτρεξαν να πάρουν τη θέση τους μπροστά στη γιγαντιαία οθόνη που στήθηκε στον Εθνικό Κήπο. Πάλι υπήρχε ένα εθνικό κλίμα. Έγιναν ειδικοί στο να μετατρέπουν παρόμοιες αθλητικές αναμετρήσεις σε εθνικά χρώματα και να ανάβουν «τη φωτιά του τουρκισμού». Η Τουρκία ήταν το απόλυτο φαβορί του αγώνα. Στα στοιχήματα έδιναν τέσσερα στο ένα, στη νίκη της Αυστραλίας. Σφύριξε ο διαιτητής. Άρχισε ο αγώνας. Ανέβηκε η ένταση. Τα γκολ ήρθαν από την Αυστραλία την οποία υποτιμούσαν, όχι από την Τουρκία. Αποχώρησαν από το γήπεδο μαζεύοντας δύο φορές την μπάλα από τα δίκτυά τους. Απογοητεύτηκαν όσοι μαζεύτηκαν για να γευτούν τη νίκη απέναντι στις γιγαντιαίες οθόνες. Εναπόθεσαν τις ελπίδες τους στους αγώνες που θα δώσουν με την Αμερική και την Παραγουάη.
Αυτό είναι το ποδόσφαιρο. Η μπάλα είναι στρογγυλή. Υπάρχουν και οι νίκες και οι ήττες. Όμως, ποτέ δεν ήμουν στην πλευρά εκείνων που το μετατρέπουν σε εθνική νίκη. Ειδικά αν απέναντί μας υπάρχει ο Ταγίπ Έρντογαν. Δεν υποφέρεται καθόλου. Μου φαίνεται ότι το πιο σωστό το έκανε ο Στάλιν. Μάζεψε την ομάδα στο Κρεμλίνο. Και τους ρώτησε: «Θα κερδίσετε;» «Θα προσπαθήσουμε να κερδίσουμε σύντροφε Στάλιν», του είπαν. «Δηλαδή δεν είστε σίγουροι ότι θα νικήσετε». «Θα προσπαθήσουμε σύντροφε Στάλιν». «Αφού δεν είστε σίγουροι ότι θα νικήσετε, τότε καθίστε εκεί που κάθεστε. Δεν πηγαίνετε πουθενά»!
Έτσι είναι. Άλλωστε γι’ αυτό δεν κατάλαβαν και δεν μπορούν να καταλάβουν ποτέ εκείνους που λένε «κάντε έρωτα όχι πόλεμο» εκείνοι που βλέπουν το ποδόσφαιρο ως πεδίο μάχης! Στα πράσινα γήπεδα μιλούν τα πόδια. Σωπαίνουν τα κεφάλια!







