Η απόφαση της κυβέρνησης να προχωρήσει άμεσα στον διορισμό των ποινικών ανακριτών για την υπόθεση «Κράτος Μαφία» ήταν και επιβεβλημένη και αναγκαία. Η ταχύτητα, όμως, δεν μπορεί να αποτελεί το μοναδικό κριτήριο επιτυχίας. Μια έρευνα τέτοιας βαρύτητας δεν αρκεί να είναι ανεξάρτητη, αλλά όπως και η γυναίκα του Καίσαρα, πρέπει να πείθει και την κοινωνία ότι είναι και τίμια και ανεξάρτητη.
Η παραίτηση του Χρίστου Μυλωνόπουλου, οι καταγγελίες περί πιθανών συγκρούσεων συμφέροντος και η έντονη πολιτική αντιπαράθεση έχουν ήδη επιβαρύνει το κλίμα. Η κυβέρνηση διά της απλής αντικατάστασής του, μπορεί να θεωρεί ότι δεν συντρέχει λόγος αλλαγής του σχεδιασμού, δεν μπορεί όμως να απαιτεί από τους πολίτες να αποδεχθούν αυτή τη διαβεβαίωση χωρίς επαρκείς εξηγήσεις. Όταν διερευνώνται ισχυρισμοί που αγγίζουν την προηγούμενη διακυβέρνηση, τη Νομική Υπηρεσία και κορυφαίους θεσμούς, ακόμη και η υπόνοια εξάρτησης μπορεί να αποδειχθεί καταστροφική.
Η πενταμελής ομάδα καλείται να μελετήσει χιλιάδες σελίδες καταθέσεων και τεκμηρίων και να αποφασίσει κατά πόσο προκύπτουν ποινικά αδικήματα. Πρόκειται για δύσκολο έργο, το οποίο δεν πρέπει να περιοριστεί σε μια τυπική επανεξέταση του πορίσματος. Οι ανακριτές πρέπει να έχουν πραγματική ελευθερία κινήσεων, πρόσβαση σε όλα τα στοιχεία και δυνατότητα να καλέσουν οποιοδήποτε πρόσωπο, ανεξαρτήτως αξιώματος ή πολιτικής ισχύος.
Παράλληλα, χρειάζεται διαφάνεια ως προς τους όρους εντολής, τη διαδικασία επιλογής και τους ελέγχους που προηγήθηκαν για ενδεχόμενες συγκρούσεις συμφέροντος. Η δημοσιοποίηση αυτών των πληροφοριών δεν θα υπονομεύσει την έρευνα. Αντιθέτως, η διαφάνεια είναι ένα εργαλείο το οποίο θα ενισχύσει την αξιοπιστία της.
Η κυβέρνηση ορθώς δεν πρέπει να καθυστερήσει. Οφείλει, όμως, να κατανοήσει ότι το ζητούμενο δεν είναι απλώς να αρχίσει η έρευνα. Είναι να ολοκληρωθεί χωρίς καμία σκιά και χωρίς να αφήσει την υποψία ότι οι θεσμοί ερευνούν, για ακόμη μία φορά, τον ίδιό τους τον εαυτό.






