Της Όλγας Σωκράτους*
Η ικανότητά μας να μαθαίνουμε και να χρησιμοποιούμε τη γλώσσα από νωρίς στη ζωή μας, θεωρείται συχνά ένα βασικό χαρακτηριστικό της ανθρώπινης εξέλιξης. Τα παιδιά αναπτύσσουν γλωσσική ικανότητα νωρίς στη ζωή, μαθαίνοντας και εφαρμόζοντας μορφολογικούς, φωνολογικούς, συντακτικούς κανόνες. Η γλωσσική ανάπτυξη στα περισσότερα παιδιά προκύπτει κατά την εκπαίδευση στο σχολικό πλαίσιο, ωστόσο κάποια παιδιά δυσκολεύονται να συμβαδίσουν με τους συμμαθητές τους. Αυτά τα παιδιά πιθανόν να πληρούν τα κριτήρια για Αναπτυξιακή Γλωσσική Διαταραχή (ΑΓΔ), η οποία είναι μια νευροαναπτυξιακή διαταραχή που επηρεάζει την ικανότητα του παιδιού να κατανοήσει ή/και να παράγει προφορικό ή/και γραπτό λόγο, αλλά δεν μπορεί να αποδοθεί σε απώλεια ακοής ή σε άλλη εμφανή νευρολογική βλάβη.
Oι περισσότεροι έχουν ακούσει για τον αυτισμό ή τη δυσλεξία. Πόσοι, όμως, έχουν ακούσει για την Αναπτυξιακή Γλωσσική Διαταραχή; Παρά το γεγονός ότι αφορά περίπου 1 στα 14 παιδιά, η αναπτυξιακή γλωσσική διαταραχή δεν λαμβάνει την απαραίτητη προσοχή, με περιορισμένη αναγνώριση και ενημέρωση γύρω από αυτήν. Ας δούμε, λοιπόν, περί τίνος πρόκειται. Πρόκειται για μια δια βίου κατάσταση. Αυτό σημαίνει ότι οι δυσκολίες που τη χαρακτηρίζουν μπορεί να συνεχίζουν να υπάρχουν σε διάφορα στάδια της ζωής, χωρίς όμως να εκδηλώνονται με τον ίδιο τρόπο. Καθώς το παιδί μεγαλώνει, η μορφή και η ένταση των δυσκολιών αλλάζει ανάλογα και με τις νέες απαιτήσεις του περιβάλλοντος. Υπάρχει μεγάλη ετερογένεια ως προς τις δυσκολίες που παρουσιάζουν τα παιδιά με ΑΓΔ, γεγονός που σημαίνει ότι δεν υπάρχει ένα συγκεκριμένο προφίλ που να χαρακτηρίζει όλα τα παιδιά με τη διαταραχή. Για παράδειγμα, ένα παιδί μπορεί να δυσκολεύεται να κατανοήσει λέξεις ή προτάσεις, να ακολουθήσει οδηγίες ή να χρησιμοποιήσει τις κατάλληλες λέξεις για να εκφράσει αυτό που σκέφτεται. Άλλες δυσκολίες μπορεί να αφορούν τη διατήρηση της προσοχής, το περιορισμένο λεξιλόγιο ή την κατάκτηση γραμματικών κανόνων που αναμένονται για την ηλικία του.
Ωστόσο, οι δυσκολίες που σχετίζονται με την Aναπτυξιακή Γλωσσική Διαταραχή δεν περιορίζονται απαραίτητα μόνο στη γλώσσα. Έρευνες δείχνουν ότι τα παιδιά με ΑΓΔ μπορεί να αντιμετωπίζουν αυξημένες κοινωνικές και συναισθηματικές δυσκολίες, όπως άγχος, κατάθλιψη ή κοινωνικές δυσκολίες όπως στις σχέσεις με τους συνομηλίκους. Επομένως, είναι ιδιαίτερα σημαντικό να αναγνωρίζεται αυτή η ευρύτερη εικόνα από τους επαγγελματίες υγείας. Η υποστήριξη αυτών των παιδιών δεν θα πρέπει να επικεντρώνεται αποκλειστικά στις γλωσσικές τους ικανότητες, αλλά να λαμβάνονται υπόψη τόσο οι δυσκολίες όσο και οι δυνατότητές τους. Με αυτό τον τρόπο, να παρέχεται μια πιο ολοκληρωμένη υποστήριξη, προσαρμοσμένη στις ανάγκες του κάθε παιδιού.
Στην Κύπρο γίνονται ερευνητικές προσπάθειες με στόχο την καλύτερη κατανόηση της Αναπτυξιακής Γλωσσικής Διαταραχής, μεταξύ άλλων και στο Κέντρο Εφαρμοσμένης Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Κύπρου. Ωστόσο, υπάρχει ανάγκη για περαιτέρω έρευνα, τόσο γενικότερα όσο και στο κυπριακό πλαίσιο. Για τον λόγο αυτό, η συμμετοχή των παιδιών και οικογενειών σε σχετικές ερευνητικές δράσεις είναι ιδιαίτερα σημαντική. Μέσα από την έρευνα επιδιώκουμε να δώσουμε χώρο στις εμπειρίες των παιδιών και να συμβάλουμε στην ανάπτυξη γνώσης, που μπορεί να οδηγήσει σε καλύτερη αναγνώριση και υποστήριξη των παιδιών με γλωσσικές δυσκολίες στην Κύπρο. Η ενημέρωση αποτελεί ένα σημαντικό πρώτο βήμα. Όσο περισσότερο γνωρίζουμε για την αναπτυξιακή γλωσσική διαταραχή, τόσο καλύτερα μπορούμε να αναγνωρίζουμε τις ανάγκες των παιδιών και να τους παρέχουμε την υποστήριξη που χρειάζονται.
*Υποψήφιας διδάκτορος Κλινικής Ψυχολογίας, Κέντρο Εφαρμοσμένης Νευροεπιστήμης, Πανεπιστήμιο Κύπρου






