Παρα πολλοί γράφουν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ότι «μας αξίζουν» αυτά που πάθαμε. Τι σημαίνει, δηλαδή; Τα κάναμε οι ίδιοι και τα βρήκαμε. Ό,τι σπείραμε θερίζουμε. Εμείς φταίμε ουσιαστικά. Γι’ αυτό μας αξίζουν αυτά. Καλά, όμως πολύ λίγοι τα συνδέουν όλα αυτά με την Τουρκία. Ξεχνούν ότι έχουμε από πάνω μας ένα καθεστώς Ταγίπ Ερντογάν, ότι ζούμε σε μια κατοχική τάξη πραγμάτων και ότι δεν θα μπορούσε να υπήρχε διαφορετική ζωή σε μια τέτοια τάξη πραγμάτων. Ποτέ δεν υπήρξε πλήρης αρμονία ανάμεσα στον ντόπιο πληθυσμό και τον πληθυσμό που μεταφέρθηκε στο νησί μετά το 1974. Εσείς το αποκαλέσατε «πολυπολιτισμικότητα» αυτό, χαρακτηρίσατε «ρατσιστές» όσους υποστηρίζουν την κυπριακή ταυτότητα, όμως κοιτάξτε τι έγραψε στην εφημερίδα του το 1978, δηλαδή πριν 48 χρόνια, ακόμα και ο δρ Κιουτσιούκ, τον οποίο γνωρίζουμε ως πολύ εθνικιστή: «Άρχισαν να κάνουν τους επί 400 χρόνια κατοίκους του νησιού να φτύνουν αίμα τα άτομα που έμαθαν από ποια γλώσσα προέρχεται η γλώσσα μας, μόνο μετά που πάτησαν το πόδι τους στο νησί, τα άτομα που περιμένουν όφελος στο μέλλον από εκείνους που μεταφέρθηκαν και εγκαταστάθηκαν εδώ από ορεινά και μακρινά χωριά της ανατολής, που τους ενθαρρύνουν διαρκώς, τους κακομαθαίνουν και ως αποτέλεσμα τούτου, ούτως ή άλλως, δεν αναγνωρίζουν νόμους στα μέρη που βρίσκονται».
Σε αυτό το άρθρο, που γράφτηκε τέσσερα χρόνια μετά την εισβολή, ο δρ Κιουτσιούκ απαιτεί να σταλεί πίσω ο πληθυσμός που μεταφέρθηκε ανεξέλεγκτα. Πέρασαν 48 χρόνια από τότε. Και κοιτάξτε τώρα το σημείο στο οποίο φτάσαμε. Κάθε βδομάδα και ένας φόνος! Δεν ήμασταν συνηθισμένοι σε αυτά εμείς, έτσι δεν είναι; Πότε άρχισε εδώ ο αγώνας για τη βία κατά των γυναικών; Μετά το 1974! Αν ήμασταν μόνοι μας δεν θα χρειαζόταν καν αυτό. Είναι διαφορετικές οι σχέσεις ανδρών και γυναικών στον πληθυσμό από την Τουρκία και διαφορετικές σε εμάς. Οι Κύπριοι δεν διαπράττουν φόνους; Φυσικά διαπράττουν. Όμως, όχι κάθε βδομάδα.
Ναι, έχω και εγώ την ίδια άποψη. Μας αξίζει. Εμείς προσκαλέσαμε αυτούς τους μπελάδες που πάθαμε. Και ακόμα θέλουμε εγγυητές… Σαν να μη θέλουμε καν να χαλαρώσει το σχοινί που έχουμε στο σβέρκο μας. Κοιτάξτε τι λένε εκείνοι που αποκαλούν τον εαυτό τους «χωρίς ταυτότητα». Λένε «ελληνοκυπριακή διοίκηση της νότιας Κύπρου». Και από την άλλη ζητούν και υπηκοότητα. Από ποιον ζητούν; Από την Κυπριακή Δημοκρατία ή την ελληνοκυπριακή διοίκηση της νότιας Κύπρου; Από την Κυπριακή Δημοκρατία φυσικά. Αλλά λένε από την ελληνοκυπριακή διοίκηση της νότιας Κύπρου. Υπάρχει τέτοιο κράτος; Τι είδους υπηκοότητα μπορεί να ζητούν από μια διοίκηση που δεν υπάρχει; Γιατί δεν βγαίνει ένας αξιωματούχος από τον νότο να τους πει «δεν υπάρχει τέτοια διοίκηση, από ποιον ζητάτε ταυτότητα;».
Κάτω από την ηγεσία του Τουφάν, η κοινότητα φανατίζεται πιο πολύ κατά των Ελληνοκυπρίων. Πνέει πιο ισχυρός ο άνεμος του εθνικισμού. Εκείνοι που πάντα έβρισκαν δίκαιο στην ελληνοκυπριακή πλευρά, επειδή δεν αγαπούσαν τον Τατάρ, τώρα της βρίσκουν άδικο. Τι είπε ο Νίκος στον Τουφάν, ο οποίος παραπονιέται ότι η ελληνοκυπριακή πλευρά καταπατά τα μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης; Δεν τον ρώτησε γιατί συλλάβατε τους Ελληνοκυπρίους που πήγαν να δουν τα χώματά τους στην Αμμόχωστο; Αν δεν τον ρώτησε, τότε είναι μεγάλη ντροπή. Τον ρώτησε «γιατί ανοίξατε για τουριστικές περιηγήσεις ένα τμήμα του κλειστού Βαρωσιού;». Τον ρώτησε «πόσο ακόμα σκέφτεστε να κρατάτε κλειστή αυτή την πόλη;». Παραμύθια όπως το φεστιβάλ στο Κάστρο της Κερύνειας ή το καμπ της Μπαρτσελόνα πόσο σημαντικά είναι μπροστά σε αυτά; Ασήμαντα!
Έμειναν τόσο λίγοι άνθρωποι να αγωνίζονται για την πραγματική ανεξαρτησία και την επανένωση των δύο πλευρών του νησιού. Αν υπήρχε πραγματικός αγώνας, μήπως τώρα θα περνούσαμε τη ζωή μας στην ουρά στο οδόφραγμα στον Άγιο Δομέτιο; Κοιτάω αυτή την ουρά και μπορώ να πω ότι οι Κύπριοι «είναι ο πιο υπομονετικός και υπάκουος λαός στον κόσμο». Αν ψάχνω Τουρκοκυπρίους, ξέρω πού θα τους βρω πλέον. Ή στο Άλφα Μέγα ή στο Nicosia Mall. Ή στο Jumbo ή στο Mall of Engomi… Μας αξίζει, έτσι δεν είναι;






