Η υπόθεση του βουλευτή Νίκου Σύκα βρίσκεται πλέον ενώπιον της Δικαιοσύνης. Θυμίζουμε ότι μετά από καταγγελία της πρώην συντρόφου του για άσκηση βίας, και πιο συγκεκριμένα ξυλοδαρμό, η οποία καταγγελία αποσύρθηκε στη συνέχεια, το δικαστήριο αποφάσισε την άρση της ασυλίας του βουλευτή, ανοίγοντας τον δρόμο για λήψη καταθέσεων και εξέτασης της υπόθεσης. Σε αυτό το στάδιο, αυτονόητα, δεν χωρούν συμπεράσματα ούτε ετυμηγορίες. Αυτά ανήκουν αποκλειστικά στη Δικαιοσύνη.
Η δημόσια συζήτηση που προηγήθηκε επικεντρώθηκε μεταξύ άλλων σε ένα γνώριμο ερώτημα. Γιατί ένα θύμα βίας να αποσύρει την καταγγελία του; Γιατί να «κάνει πίσω» αφού βρήκε το θάρρος να μιλήσει; Για μέρες, άρθρα, παρεμβάσεις και σχόλια προσπάθησαν να εξηγήσουν το φαινόμενο, άλλοτε με κατανόηση και άλλοτε με μια υποδόρια καχυποψία απέναντι στο ίδιο το θύμα.
Και όμως, το πραγματικό πρόβλημα βρίσκεται αλλού. Δεν είναι ότι τα θύματα δεν μιλούν. Είναι ότι, όταν τελικά μιλήσουν, συχνά μένουν μόνα τους.
Η καταγγελία παρουσιάζεται συχνά ως μια λυτρωτική πράξη, ως το τέλος της βίας. Στην πράξη, όμως, αποτελεί την αρχή μιας μακράς, ψυχοφθόρας και συχνά αχαρτογράφητης διαδρομής. Ποινικές διαδικασίες που σέρνονται στον χρόνο, επαναλαμβανόμενες καταθέσεις, συνεχής αναβίωση του τραύματος, φόβος, κοινωνική έκθεση, οικονομική επιβάρυνση. Και μέσα σε όλα αυτά, ένα σύστημα που αντιμετωπίζει το θύμα περισσότερο ως στοιχείο δικογραφίας και λιγότερο ως άνθρωπο που χρειάζεται σταθερή και ουσιαστική στήριξη.
Λέμε, και σωστά, «σπάσε τη σιωπή». Σε κάθε δημόσια υπηρεσία, σχολεία, ιατρεία, νοσοκομεία κ.λπ., υπάρχει αναρτημένη η γνωστή εκείνη αφίσα του «Βάλε ένα τέλος στη βία... Σπάσε τη σιωπή». Μέχρι εδώ όλα καλά. Το θέμα όμως είναι το μετά. Γιατί δεν λέμε με την ίδια ένταση τι ακολουθεί μετά! Ποιος αναλαμβάνει τη μακροπρόθεσμη ψυχολογική στήριξη; Ποιος διασφαλίζει ότι το θύμα δεν θα εξαντληθεί οικονομικά όσο η υπόθεση εκκρεμεί; Ποιος το προστατεύει από την κόπωση, την αμφιβολία, την ενοχή και την πίεση να «τελειώνει επιτέλους αυτή η ιστορία»;
Όσο αυτά τα ερωτήματα μένουν αναπάντητα, οι αποσύρσεις καταγγελιών θα συνεχίσουν να μας προκαλούν προσποιητή έκπληξη. Όχι επειδή τα θύματα δεν έχουν φωνή αλλά επειδή η κοινωνία και το κράτος δεν έχουν φροντίσει να τη στηρίξουν όταν ακουστεί.
Αν θέλουμε πραγματικά περισσότερες καταγγελίες και λιγότερη βία, η ευθύνη δεν βαραίνει εκείνους που λύγισαν στη διαδρομή. Βαραίνει ένα σύστημα που τους ζήτησε να μιλήσουν αλλά δεν στάθηκε δίπλα τους όταν το έκαναν. Αν είναι να συνεχίσουμε έτσι, στα posters και στις διάφορες αφίσες κ.λπ., να φροντίσουμε να ενημερώνουμε τα θύματα ότι, αν επιλέξουν να σπάσουν τη σιωπή τους, στη συνέχεια η στήριξη που θα λάβουν είναι μηδαμινή έως και ανύπαρκτη.






