Εδώ και χρόνια, η Ιωάννα Φωτίου από την Πάφο, γνωστή στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ως «Annie Alexui», καταγγέλλει την Αστυνομία για συγκάλυψη των καταγγελιών της, οι οποίες αφορούν σεξουαλική και σωματική κακοποίηση που υπέστη κατά την παιδική της ηλικία από άτομο του οικογενειακού της περιβάλλοντος. Παρ’ όλα αυτά, κανένας αρμόδιος θεσμός δεν συγκινείται. Ούτε ο Γενικός Εισαγγελέας ούτε ο Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας παρενέβη αυτεπάγγελτα ούτε βεβαίως η ανεξάρτητη Αρχή Διερεύνησης Ισχυρισμών και Παραπόνων, η οποία είναι θεσμικά αρμόδια για τη διερεύνηση ισχυρισμών και παραπόνων που αφορούν πράξεις μελών της Αστυνομίας. Δεν ασχολήθηκε ούτε η Υπηρεσία Εσωτερικού Ελέγχου της Αστυνομίας, η οποία συστάθηκε με σκοπό τον εντοπισμό φαινομένων διαφθοράς εντός του Σώματος. Δεν «ίδρωσε το αφτί» ούτε του αρχηγού της Αστυνομίας, Θεμιστού Αρναούτη, ούτε και του πολιτικού προϊσταμένου του Σώματος, Κώστα Φυτιρή. Είναι προφανές ότι δεν επιθυμούν να ασχοληθούν με την περίπτωση της Ιωάννας. Γιατί, άραγε;
Η παρέμβαση Αννίτας
Σε αντίθεση με την εξοργιστική και εγκληματική απάθεια που επιδεικνύουν οι πιο πάνω απέναντι σε ενδεχόμενα σοβαρότατα ποινικά αδικήματα, η πρόεδρος της Βουλής, Αννίτα Δημητρίου, κάλεσε τις αρμόδιες Αρχές να προχωρήσουν αμέσως σε πλήρη και εις βάθος διερεύνηση και διαλεύκανση όλων των υποθέσεων και καταγγελιών που παραμένουν σε εκκρεμότητα επί μήνες ή και χρόνια, χωρίς καμία εξαίρεση. Περιλαμβανομένης, δηλαδή, και της υπόθεσης της Ιωάννας Φωτίου. «Εδώ και καιρό, η κοινωνία παρακολουθεί με συγκλονισμό και ανησυχία την αδικαιολόγητη συσσώρευση καταγγελιών και εκκρεμοτήτων που παραμένουν στο σκοτάδι, δίνοντας την εντύπωση ότι ο τόπος διολισθαίνει. Κάθε μέρα που περνά, με υποθέσεις που λιμνάζουν, με φακέλους που στοιβάζονται και με ευθύνες που μετατίθενται, θέτει σε σοβαρή δοκιμασία την εμπιστοσύνη των πολιτών και την αξιοπιστία των θεσμών», δήλωσε η κ. Δημητρίου και έχει απόλυτο δίκαιο.
Η οργή των πολιτών διογκώνεται, όπως και η απαξίωση απέναντι στους θεσμούς, όταν διαπιστώνουν ότι καταγγελίες σεξουαλικής κακοποίησης και διαφθοράς όπως αυτές της Ιωάννας δεν διερευνώνται, ενώ άλλες υποθέσεις στις οποίες εμπλέκονται επιχειρηματίες και πολιτικοί, όπως εκείνες του Γιώργου Κούμα ή του Μαρίνου Σιζόπουλου, «αραχνιάζουν» επί μήνες στα συρτάρια της Νομικής Υπηρεσίας, χωρίς να διερευνώνται ή χωρίς να καταχωρίζονται κατηγορητήρια για την ποινική τους δίωξη.
Η διαφθορά
Η Ιωάννα έχει αποδείξει ότι διαθέτει σημαντικό αποδεικτικό υλικό, και συγκεκριμένα βίντεο, τα οποία σχετίζονται με φαινόμενα διαφθοράς στην Αστυνομία και με τη συνεργασία αστυνομικών με εγκληματικά στοιχεία. Προ ημερών ανήρτησε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης βίντεο στο οποίο προστατευόμενη μάρτυρας της ΥΚΑΝ συνομιλεί τηλεφωνικά με κατάδικο των Κεντρικών Φυλακών, αναφερόμενη σε υψηλόβαθμο αξιωματικό της Αστυνομίας και στα «δωράκια» που τους προσφέρει.
Χάρη στις δημόσιες καταγγελίες της Ιωάννας και στα έγγραφα που αποκάλυψε μέσω των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, άνοιξε η υπόθεση εναντίον του Φαίδωνα Φαίδωνος, η οποία αφορούσε βία στην οικογένεια. Πριν από μερικά εικοσιτετράωρα προέκυψε και καταγγελία για βιασμό, με αποτέλεσμα ο δήμαρχος Πάφου να τεθεί σε αργία.
Επιβάλλεται η διερεύνησή τους
Η υπόθεση της Ιωάννας και οι αποκαλύψεις της από τη Μόσχα, όπου βρίσκεται, έχουν πλέον λάβει τέτοιες διαστάσεις που καθιστούν επιτακτική την άμεση και διαφανή παρέμβαση των αρμόδιων Αρχών. Η Αστυνομία δεν έχει άλλη επιλογή από το να τοποθετηθεί δημόσια και να απαντήσει στα όσα της καταλογίζει η Ιωάννα περί συγκάλυψης.
Η στήλη το έγραψε και το επαναλαμβάνει: η Ιωάννα θα έπρεπε να βρίσκεται στην Κύπρο υπό καθεστώς πληροφοριοδότη, βάσει της σχετικής νομοθεσίας για την προστασία των whistleblowers, ή ως μάρτυρας υπό προστασία, καταθέτοντας όλα όσα γνωρίζει, και έχει αποδείξει ότι γνωρίζει, για τις διασυνδέσεις του υποκόσμου με μέλη της Αστυνομίας.
Το ζήτημα, λοιπόν, δεν είναι αν η Ιωάννα είναι «σχιζοφρενής», «ναρκομανής» ή «μυθομανής», όπως κάποιοι σπεύδουν να τη χαρακτηρίσουν. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν αυτά που ισχυρίζεται η Ιωάννα είναι βάσιμα και ο μόνος τρόπος για να το διαπιστώσουμε είναι με τη διερεύνηση των καταγγελιών της και όχι με τη συγκάλυψη. Συνεπώς, αυτοί που είναι εντεταλμένοι να προστατεύουν και να υπηρετούν το κράτος δικαίου ας αντιληφθούν, επιτέλους, ότι η αδράνειά τους υπονομεύει το ίδιο το κράτος δικαίου.





