Στο επίσημο αφήγημα της Αγγλικής Σχολής (ΑΣ), η ίδρυσή της παρουσιάζεται λίγο-πολύ ως ένα τυχαίο γεγονός, που συνέβη διότι ένας ιερωμένος, ο Newham, ήρθε από τη Βρετανία και ανέλαβε το έργο της ίδρυσης της σχολής. Σ’ αυτό το αφήγημα δίνεται υπερβολικό βάρος στην προσωπικότητα και τα χαρακτηριστικά του Newham, για να εξηγηθεί γιατί πέτυχε την ίδρυση της ΑΣ το 1900, ενώ άλλες προσπάθειες προηγουμένως απέτυχαν.
Σ’ αυτό το άρθρο θα προσεγγίσουμε το θέμα από μιαν εντελώς διαφορετική σκοπιά.
Οι κοινωνικές συνθήκες στην Κύπρο [1]
Με το τέλος της οθωμανικής περιόδου και την απαρχή της βρετανικής κυριαρχίας το 1878, είχαμε στην Κύπρο μια κοινωνία που άλλαζε.
Είχαμε εισαγωγή νέου νομίσματος, επέκταση της οικονομικής δραστηριότητας, αύξηση των εισαγωγών/εξαγωγών κατά 27,3% μέχρι το 1900, κάτι που έδωσε ώθηση στον μεταποιητικό τομέα. Επίκεντρο αυτής της ανάπτυξης ήταν η Λεμεσός και ακολουθούσε η Λάρνακα και η Λευκωσία. Πέρα από τους εμπόρους και βιομηχάνους, οφέλη της οικονομικής ανάπτυξης μετακύλησαν στους τεχνίτες και λιανοπώλες. Υπήρξε άνοδος της νέας μεσαίας τάξης και, στη Λεμεσό κυρίως, μια νέα εμπορική/μεταποιητική αστική τάξη είχε ήδη αρχίσει να διαμορφώνεται, δίπλα στη γαιοκτηματική/εμπορική ελίτ.
Υπήρξε μεγάλη επέκταση των συγκοινωνιών, που έφερε πιο κοντά γεωγραφικά απομακρυσμένες περιοχές. Ταυτόχρονα, η γεωγραφική κινητικότητα οδηγούσε και σε σταδιακή επέκταση των αστικών κέντρων. Μεταξύ του Μάρτη 1881 και του Απρίλη 1901, ο πληθυσμός των οικισμών με πέραν των 1000 κατοίκων αυξήθηκε κατά 49,5%.
Το πιο εντυπωσιακό φαινόμενο της βρετανικής κατοχής ήταν η αξιοσημείωτη αύξηση του πληθυσμού της Κύπρου. Το νέο αίσθημα δημόσιας ασφάλειας, το βρετανικό διοικητικό και δικαστικό σύστημα, οι βελτιωμένες υγειονομικές συνθήκες, καθώς και η αύξηση της γεωργικής παραγωγής, οδήγησαν σε αύξηση του πληθυσμού της Κύπρου κατά 47% μεταξύ 1881 και 1911.
Ένα αποτέλεσμα των πιο πάνω αλλαγών ήταν η αυξημένη ζήτηση για εκπαίδευση (το 1881 υπήρχαν 91 ελληνικά σχολεία και το 1901 υπήρχαν 273) και σταδιακά μείωση του αναλφαβητισμού. Στη Μέση Εκπαίδευση είχαμε την ίδρυση του Παγκυπρίου Γυμνασίου το 1893 και ακολούθησε η ίδρυση γυμνασίων και στις άλλες πόλεις, και έτσι άρχισε να δημιουργείται ένα περιβάλλον που ευνοούσε την ίδρυση της ΑΣ.
Πολιτική των Βρετανών [2]

Τα σημαντικότερα γεγονότα αυτής της περιόδου ήταν η κορύφωση, κατά τα τέλη της δεκαετίας του 1870, των πολιτικών της Συντηρητικής κυβέρνησης στη Βρετανία για ιμπεριαλιστική επέκταση (Κύπρου/Φίτζι/Ζουλουλάνδης/Τρανσβάαλ/Κανταχάρ/αγορά των μετοχών του Σουέζ) με τις συνεπακόλουθες αυξανόμενες δαπάνες και τις διπλωματικές και στρατιωτικές δυσκολίες.
Ακολούθησε η σαρωτική νίκη των Φιλελευθέρων του Gladstone τον Απρίλη 1880. Η νέα κυβέρνηση στόχευε στην επιστροφή στην παράδοση της μη επέμβασης και της ελάχιστης ευθύνης στο εξωτερικό. Μέχρι το 1895 οι ιδέες του laissez-faire, (της οικονομικής πολιτικής/φιλοσοφίας που υποστηρίζει την ελάχιστη κρατική παρέμβαση στις αγορές) κυριαρχούσαν στο πολιτικό/οικονομικό κλίμα της Βρετανίας.
Σύμφωνα με τον Γεωργαλλίδη, οι πιο πάνω ιδέες σχετικά με την ευθύνη της μητρόπολης απέναντι στις αποικίες επηρέασαν σημαντικά τον χαρακτήρα του αποικιοκρατικού καθεστώτος στην Κύπρο κατά τις πρώτες 3-4 δεκαετίες.
Η κυβέρνηση έδινε μόνο περιορισμένη σημασία στην οικονομική ανάπτυξη των αποικιών. Οι αποικίες προορίζονταν να είναι οικονομικά αυτάρκεις και όχι να αποτελούν βάρος για το βρετανικό θησαυροφυλάκιο (Treasury). Η οικονομική και κοινωνική βελτίωση των αποικιών εξαρτιόταν από τους διαθέσιμους πόρους τους και η Κύπρος, στα χρόνια 1878-1914, έπρεπε να επιδοτεί το αυτοκρατορικό θησαυροφυλάκιο πληρώνοντας τον οθωμανικό φόρο. Το αποτέλεσμα ήταν οι χαμηλοί ρυθμοί οικονομικής ανάπτυξης με ελάχιστες δαπάνες για τη γεωργία/εκπαίδευση/ιατρικές υπηρεσίες.
Μέσα στο πιο πάνω πλαίσιο, ο υπουργός Αποικιών, λόρδος Kimberley, έλαβε αποφάσεις που καθόρισαν την κυπριακή εκπαίδευση κατά τις επόμενες τέσσερις δεκαετίες. Οι προσωπικές και πολιτικές προτιμήσεις του Kimberley, καθώς και η επιθυμία να αποφευχθούν σημαντικές δημοσιονομικές δαπάνες καθόρισαν το 1881 την πολιτική προσέγγιση.

Η πρώτη αρχή που έθεσε ο Kimberley ήταν ότι η εκπαιδευτική πολιτική θα έπρεπε να είναι κατάλληλη για τις συνθήκες της βρετανικής κατοχής της Κύπρου, συνθήκες που δύσκολα δικαιολογούσαν τις τάσεις αγγλικανισμού των προτάσεων που εισηγήθηκαν ο ύπατος αρμοστής(ΥΑ) Biddulph και ο διευθυντής εκπαίδευσης, πάστορας J.Spencer.
Η δεύτερη αρχή ήταν ότι θα έπρεπε να αποφευχθούν ενέργειες που θα προκαλούσαν την αντίθεση των κατοίκων του νησιού, όπως τις προσπάθειες του πρώτου ύπατου αρμοστή Wolseley, το 1879, να παρέμβει στα ελληνικά σχολεία ώστε να τα εμποδίσει να γίνουν κέντρα «ελληνικής προπαγάνδας» και τις εκπαιδευτικές ιδέες/πρωτοβουλίες των Biddulph/Spencer για αγγλικανισμό της εκπαίδευσης. Ο Kimberley απέρριψε την θέση του Biddulph ότι μόνο με την εκμάθηση της αγγλικής γλώσσας οι κάτοικοι θα έφταναν σε ανώτερο πολιτισμό, αφού πίστευε ότι «Η ελληνική γλώσσα, παρέχει επαρκή μέσα όχι μόνο για μια συνηθισμένη εκπαίδευση αλλά και για την επίτευξη υψηλού βαθμού πνευματικής καλλιέργειας».
Την προτεινόμενη εισαγωγή της αγγλικής στα δημοτικά σχολεία, την απέρριψε ως οικονομικά αδύνατη. Απέρριψε επίσης την ιδέα να ιδρύσει η κυβέρνηση αγγλικά δευτεροβάθμια σχολεία στη Λευκωσία/Λεμεσό/Λάρνακα, καθώς και κολέγιο για την εκπαίδευση δασκάλων. Η αποικιακή πολιτική επικεντρώθηκε στη δημοτική εκπαίδευση και δεν ασχολήθηκε με την ανάπτυξη της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Άφησε την εκπαίδευση στα χέρια των κοινοτήτων (Ελληνορθόδοξη Εκκλησία για τους Ελληνοκυπρίους και μουσουλμανικές αρχές για τους Τουρκοκυπρίους) με περιορισμένη εποπτεία από τους Βρετανούς.
Σε αυτές τις συνθήκες ήταν αδύνατο να ιδρυθεί Αγγλική Σχολή τις πρώτες δύο δεκαετίες της βρετανικής κατοχής. Δεν υπήρχε περίπτωση η βρετανική διοίκηση να εγκρίνει προσπάθειες/εισηγήσεις του πάστορα Spencer για ίδρυση τέτοιας σχολής.
Άνοδος του Εθνικισμού [3]
Όπως καταγράφει ο Π. Παύλου, «Παρά τις διαφορετικές εμφάσεις, μπορεί να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι ο ελληνοκυπριακός εθνικισμός έκανε τα πρώτα του βήματα κυρίως κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, σταθεροποιήθηκε όμως μετά την άφιξη των Βρετανών, οπότε και άρχισε να εξελίσσεται σε λαϊκή ιδεολογία». Παραθέτει τους κύριους λόγους που ενίσχυσαν τη θέση του εθνικισμού στην ελληνοκυπριακή κοινότητα και ευνόησαν τη διασπορά του - αρχικά στον πληθυσμό των πόλεων και σύντομα και στην ύπαιθρο.
Οι αποικιακές αρχές αναγνώρισαν ξεχωριστές ελληνικές και μουσουλμανικές εκπαιδευτικές αρχές και επέτρεψαν σε κάθε κοινότητα να ελέγχει το αναλυτικό πρόγραμμα, τους δασκάλους και τα σχολικά βιβλία. Αυτό σήμαινε ότι τα ελληνοκυπριακά σχολεία προωθούσαν ολοένα και περισσότερο την ελληνική εθνική ταυτότητα/γλώσσα/ιστορία, ενισχύοντας την ιδέα της ένωσης με την Ελλάδα. Τα δε τουρκοκυπριακά σχολεία τόνιζαν την ισλαμική (και αργότερα την τουρκική) ταυτότητα, θέτοντας τα θεμέλια του τουρκικού εθνικισμού.
Με την εδραίωση της χωριστής κοινοτικής εκπαίδευσης, χωρίς να το συνειδητοποιούν, οι Βρετανοί διευκόλυναν την ανάπτυξη του εθνικισμού.
Σ’ αυτή την περίοδο, η Εκκλησία άσκησε πολιτική με επίκεντρο δράσης την εκπαίδευση και το κίνημα για ένωση με την Ελλάδα. Η σύζευξη του περιεχομένου της εκπαίδευσης με το εθνικό ζήτημα, ήταν απαραίτητη για την ηγεσία της Εκκλησίας αφού αποτελούσε τον πιο πρόσφορο τρόπο για να αποτραπεί η διαφαινόμενη αποδυνάμωση του ρόλου της.
Όμως η δύναμη της Ορθόδοξης Εκκλησίας σε συνδυασμό με την άνοδο του εθνικισμού δεν φαινόταν ανησυχητική τις πρώτες δύο δεκαετίες, για δύο λόγους: Πρώτον, υπήρχε αρχικά μια αδιαφορία για τον ρόλο της Κύπρου ως αποικίας και δεύτερο, το υπουργείο Αποικιών δίσταζε να παρέμβει λόγω της αντίληψης της Βρετανίας ότι η Κύπρος ήταν πολιτισμικά ευρωπαϊκή και όχι μια τυπική αποικιακή κοινωνία.
Η ίδρυση της Αγγλικής Σχολής το 1900 δεν υπονόμευε το υπάρχον εκπαιδευτικό σύστημα, ούτε θα μπορούσε να εξαλείψει τον εθνικισμό. Ήταν μια περιορισμένη εκπαιδευτική παρέμβαση που ίσως θα μπορούσε να μετριάσει τον εθνικισμό αλλά κύρια στόχευε να εκπαιδεύσει μια μικρή, αστική ελίτ.
Αλλαγές στον διοικητικό μηχανισμό [4]
Σύμφωνα με τον Γεωργαλλίδη, οι πρώτοι Βρετανοί αξιωματούχοι που κάλυψαν τις θέσεις των οθωμανών που εγκατέλειψαν την Κύπρο, ήταν κυρίως αξιωματικοί του στρατού με ελάχιστη διοικητική εμπειρία. Όντας συντηρητικοί στρατιωτικοί, απέφυγαν βιαστικές αλλαγές διατηρώντας τη ρουτίνα της προηγούμενης διοίκησης.
Από τα διοικητικά τμήματα που ιδρύθηκαν από τους Βρετανούς, το κεντρικό, το οποίο επέβλεπε και συντόνιζε όλο το έργο της κυβέρνησης, ήταν η γραμματεία. Κάτω από αυτήν δημιουργήθηκαν διάφορα τμήματα, όπως του γενικού εισπράκτορα, Τελωνείων και Φόρων, Δημοσίων Έργων των Δασών, και Κτηματολόγιο. Βρετανοί επαρχιακοί διοικητές τοποθετήθηκαν στις επαρχίες και με τη βοήθεια Κύπριων βοηθών, επέβλεπαν την εφαρμογή των επίσημων πολιτικών.
Η Βρετανία ανέλαβε τον έλεγχο του νησιού χωρίς επαρκές εκπαιδευμένο βρετανικό προσωπικό και δεν ήταν διατεθειμένη να χρηματοδοτήσει μια μεγάλη αποικιακή γραφειοκρατία, κυρίως επειδή τα έσοδα ήταν περιορισμένα και ο οθωμανικός φόρος (tribute) απορροφούσε σημαντικό μέρος των εισοδημάτων. Όπως εξηγεί ο Γεωργαλλίδης, η δημοσιονομική πίεση ανάγκασε τη διοίκηση να βασιστεί σε μεγάλο βαθμό σε τοπικούς υπαλλήλους για να διατηρήσει τη βασική λειτουργία της διακυβέρνησης. Οι Κύπριοι υπάλληλοι ήταν οικονομικά πολύ πιο συμφέροντες και άμεσα διαθέσιμοι. Η απασχόλησή τους ήταν κυρίως στα κατώτερα και μεσαία επίπεδα επειδή οι Βρετανοί φοβούνταν τις πολιτικές συνέπειες, ιδιαίτερα τον ελληνοκυπριακό εθνικισμό.
Μέχρι τη δεκαετία του 1890 οι Κύπριοι λειτουργούσαν το σύστημα, αλλά ήταν αποκλεισμένοι από την εξουσία. Προς τα τέλη του αιώνα άρχισαν τα αιτήματα για την προαγωγή Κυπρίων σε υψηλότερες διοικητικές θέσεις στην Αστυνομία και τα δικαστήρια. Εδώ οι Βρετανοί συνειδητοποιούν την ανάγκη να εκπαιδεύσουν κόσμο για της ανάγκες της Δημόσιας Υπηρεσίας: υπαλλήλους που να είναι καλοί γνώστες της αγγλικής, ικανοί, πάνω απ’ όλα αγγλόφιλοι, που θα μπορούσαν να ανελιχτούν τόσο μέσα σε μια δημόσια υπηρεσία όσο και σε μια μεσαία τάξη πιστή στους Βρετανούς.
Η αλλαγή πολιτικής
Τον Ιούνιο του 1895 είχαμε τον διορισμό του Τζόζεφ Τσάμπερλεϊν (J.Chamberlain) ως υπουργού Αποικιών. Ο Τσάμπερλεϊν ήταν κυρίαρχη μορφή στο υπουργικό συμβούλιο και ο πιο δυναμικός ιμπεριαλιστής της εποχής του. Πέρα από τις επιθετικές του δραστηριότητες, ιδίως στη Νότια Αφρική, πέτυχε να τερματίσει την πολιτική του laissez-faire των προκατόχων του. Φιλοδοξία του ήταν να θεμελιώσει τις σχέσεις της Βρετανίας με τις αποικίες πάνω σε νέα βάση: να ενθαρρύνει την οικονομική ανάπτυξη της Αυτοκρατορίας, κάτι που θεωρούσε επωφελή τόσο για τις αποικίες όσο και για τη Μεγάλη Βρετανία. Το νέο ενδιαφέρον για την αυτοκρατορία συνδεόταν με τον αυξανόμενο οικονομικό και στρατιωτικό ανταγωνισμό που αντιμετώπιζε η Βρετανία από τις άλλες βιομηχανικές δυνάμεις. Ήταν πλέον θέση ότι η Βρετανία χρειαζόταν μια ισχυρή αυτοκρατορία. Χρειαζόταν τις αγορές για τα βρετανικά βιομηχανικά προϊόντα και τις πρώτες ύλες από τις αποικίες.

Ο Τσάμπερλεϊν συνέδεσε το όνομά του με τον νέο ιμπεριαλισμό μέσω πρακτικών μέτρων, όπως ο Νόμος περί Αποικιακών Δανείων (1899), ο οποίος για πρώτη φορά προσέφερε δάνεια του βρετανικού θησαυροφυλακίου (Treasury) στις αποικίες για ανάπτυξη, καθώς και την παροχή καλύτερων τεχνικών και οικονομικών υπηρεσιών στις αποικιακές κυβερνήσεις.
Η Κύπρος ωφελήθηκε κυρίως από την άντληση κεφαλαίων μέσω δανείων: Το 1897 το υπουργείο αποικιών χορήγησε στο νησί δάνεια για αρδευτικά έργα και το 1899, δάνειο για λιμενικά έργα στην Αμμόχωστο και κατασκευή σιδηροδρόμου από την Αμμόχωστο προς τη Λευκωσία και τη Μόρφου.
Το βρετανικό θησαυροφυλάκιο ικανοποίησε επίσης το αίτημα του Τσάμπερλεϊν για αύξηση των δαπανών διαφόρων τμημάτων της αποικιακής διοίκησης.
Έτσι, προς το τέλος του 19ου αιώνα η Κύπρος άρχισε να βγαίνει από την αδράνεια και τη νωθρότητα στην οποία είχε περιέλθει και αναλαμβάνονται κάποια έργα που απαιτούσαν ένα βαθμό διορατικότητας και μακροπρόθεσμου σχεδιασμού.
Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο μπορούμε να εντάξουμε και την απόφαση των Βρετανών να δημιουργήσουν αγγλική σχολή. Ο ίδιος ο Τσάμπερλεϊν ενέκρινε την ίδρυση της σχολής το 1899 και το επόμενο βήμα ήταν η εργοδότηση του διευθυντή. Όσα χαρίσματα και να είχε ο Newham τέτοια σχολή δεν μπορούσε να ιδρυθεί και να λειτουργήσει χωρίς την άμεση/έμμεση εμπλοκή των βρετανικών αρχών. Εξάλλου, η πολιτική προσέγγιση του ίδιου του Newham ήταν βαθιά ριζωμένη στις κατευθυντήριες γραμμές του Kimberley και ο Newham δεν έχανε ευκαιρία να τις επαναλαμβάνει.

Τέλος, θα πρέπει να εξεταστεί και ο ρόλος του ύπατου Αρμοστή διότι, όπως αναφέρει ο Andrikos Varnava, ο ύπατος αρμοστής William Haynes-Smith θεωρείτο «διαβόητος για τις προτάσεις του, που ήταν υπερβολικά μεγαλεπήβολες» [5].
Κλείνοντας, λοιπόν, δεν μπορώ να πω ότι η ΑΣ ήταν ώριμο αλλά σίγουρα ήταν «τέκνο της ανάγκης».
ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] Rolandos Katsiaounis Labour Society and Politics in Cyprus
[2] Georgallides-A political and administrative history of Cyprus
[3] Παύλος Παύλου: Κυπριακή Εκπαίδευση
[4] Georgallides-A political and administrative history of Cyprus
[5] Andikos Varnava: British Imperialism in Cyprus 1878-1915 page 223
*Απόφοιτου εκπαιδευτικού και πρώην υποδιευθυντή της Αγγλικής Σχολής





