Κάθε φορά που προκύπτουν ειδήσεις για θανάτους, κακοποίηση ή παραμέληση μέσα στα κρατικά μας νοσοκομεία, η δημόσια συζήτηση ακολουθεί την ίδια διαδρομή. Ξεκινά από αυτό που έπαθε το θύμα, που συνήθως είναι ένας άνθρωπος που δεν είχε τη δυνατότητα να αποταθεί κάπου καλύτερα, ένας ξένος, ένα ηλικιωμένος, ένας φτωχός, ένας άνθρωπος κατώτερου θεού δηλαδή. Και καταλήγει στον επαγγελματία υγείας και πιο συγκεκριμένα στον νοσηλευτή. Οι γιατροί επίσης ταλαιπωρούνται στο σύστημα υγείας αλλά τουλάχιστον πληρώνονται αδρά, παίρνουν τα εύσημα και αν κάτι πάει κατά… διαόλου είναι πιο προστατευμένοι.
Σπάνια ανατρέχουμε στην ανυπαρξία κράτους πρόνοιας και στο ίδιο το σύστημα υγείας. Ως συγγενείς ή δημοσιογράφοι απευθυνόμαστε ασφαλώς στους αρμόδιους για να ζητήσουμε απαντήσεις και ευθύνες, όμως η άμεση αντίδραση την οποία κιόλας θα μεταδώσουμε, καταλήγει σχεδόν πάντα στο γνωστό «διατάξαμε έρευνα». Μια φράση που υπονοεί ότι υπάρχει ένοχος, κάποιος συγκεκριμένος άνθρωπος. Αναζητούμε τα «ανθρώπινα λάθη»: Ποιος μίλησε άσχημα, ποιος έδεσε τον παππού στο κρεβάτι, ποιος άφησε την ασθενή στις Πρώτες Βοήθειες. Και πράγματι, ένα άτομο που φέρεται να συμπεριφέρθηκε βάναυσα σε έναν ευάλωτο είναι αναίσθητο, είναι κατάπτυστο.
Άλλωστε του λόγου το αληθές μπορεί να επιβεβαιώσει όποιος έχει βρεθεί σε δημόσιο νοσοκομείο, δεν χρειάζεται κανένα δημοσίευμα για να πείσει ότι οι συνθήκες είναι συχνά απάνθρωπες. Οι ασθενείς μπαινοβγαίνουν με συνοπτικές διαδικασίες, η αντιμετώπιση είναι κατώτερη του αναμενόμενου, το φαγητό είναι αηδία και η εμπειρία νοσηλείας απέχει πολύ από αυτό που θα έπρεπε να είναι. Όσο κι αν οφείλουμε να αναγνωρίσουμε τη σημασία της ύπαρξης του ΓεΣΥ, η πραγματικότητα στα Τμήματα Πρώτων Βοηθειών και στους θαλάμους παραμένει προβληματική.
Το φαινόμενο δεν είναι κυπριακό, καθώς ο πληθυσμός γηράσκει παντού και η ζήτηση αυξάνεται. Ακόμα και οι ΗΠΑ, η Βρετανία και η Ελβετία, που πολύ θα θέλαμε να μας περιθάλψουν αν και όταν πάθουμε κάτι σοβαρό, αντιμετωπίζουν τεράστιες πιέσεις. Ολοένα και λιγότεροι άνθρωποι θέλουν να γίνουν νοσηλευτές και ολοένα αυξάνεται ο αριθμός των ασθενών ανά νοσοκόμα. Οι έμπειροι αποχωρούν πρόωρα λόγω φόρτου και οι νεότεροι καλούνται να δεχθούν μισθούς πείνας. Γιατί να επιλέξει κανείς ένα επάγγελμα με χαμηλές αμοιβές, εξαντλητικά ωράρια, βάρδιες σε αργίες και τεράστια ευθύνη φροντίδας; Οι επενδύσεις κατευθύνονται σε κτίρια και ιατρικό εξοπλισμό, αφήνοντας κενά στο ανθρώπινο δυναμικό και στην οργάνωση.
Συνεπώς το ερώτημα ποιος φταίει σε ένα περιστατικό, θα έχει πάντα απάντηση αλλά δεν θα είναι η σωστή, γιατί ασθενείς και ιατρικό προσωπικό συνεχίζουν να προσπαθούν να επιβιώσουν μέσα σε ένα σύστημα που παράγει άθλιες συνθήκες, εκτός από νοσοκομειακά μικρόβια. Και πίσω από τον φταίχτη θα κρύβονται πάντα όσοι συνειδητά αποφασίζουν να κρατάνε την υγεία χαμηλά στις προτεραιότητες του κράτους.





