Καμιά φορά εμείς οι δημοσιογράφοι, πάνω στη βιασύνη της δουλειάς, κάνουμε συντακτικά και ορθογραφικά λάθη. Ανθρώπινο είναι. Σε εφημερίδες, σε κάποιες όχι σε όλες, υπάρχουν ακόμη διορθωτές κειμένων. Είναι οι αφανείς ήρωες του έντυπου Τύπου, αυτοί που καλύπτουν τα νώτα όλων εμάς που πολλές φορές δεν ξέρουμε ούτε οι ίδιοι τι ήθελε να πει ο ποιητής. Και κάποιες φορές, η παρουσία αυτών των ανθρώπων ξεπερνά κατά πολύ τον ρόλο τους μέσα στην εφημερίδα.
Ένας από αυτούς τους αφανείς ήρωες του «Πολίτη» ήταν και ο Γιώργος Ιωάννου Λιναράς, ο οποίος μας άφησε προχθές.
Ο θείος Γιώργος, όπως τον ξέραμε όσοι είχαμε την τύχη να συνεργαστούμε μαζί του, ήταν ένας άνθρωπος γεμάτος ζωή. Παρά τα πολλά προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε δύο πράγματα δεν του έλειψαν ποτέ: το χιούμορ και η διάθεση για ζωή.
Δεν θα ξεχάσω ποτέ την ερώτηση που μου έκανε σχεδόν από τις πρώτες φορές που μιλήσαμε στο τηλέφωνο:
«Τι θα γίνει ρε Άντρη, θα κάνει κάτι αυτή η κυβέρνηση και για εμάς τους γέρους;». Και στη συνέχεια προσέθετε, ανάλογα:
«Θα μας βάλουν επιτέλους εκείνο το κόκκινο κουμπί;».
«Θα γίνει κάτι να μπορούμε να έχουμε νοσηλευτές, φροντιστές στο σπίτι;».
«Θα κάνουν κάτι να μην περιμένουμε μήνες κάθε φορά που πρέπει να πάμε σε έναν γιατρό;».
Την τελευταία φορά που τα είπαμε από κοντά, μου έκανε τις ίδιες ερωτήσεις. Μου είχε πει, μεταξύ άλλων, ότι το τελευταίο διάστημα είχε συχνά ατυχήματα. Έπεφτε από το καροτσάκι του και ούτε ο ίδιος δεν ήξερε πόσες ώρες περνούσαν κάθε φορά μέχρι να τον βρει κάποιος και να τον σηκώσει.
Πόσοι άραγε άνθρωποι εκεί έξω βρίσκονται στην ίδια κατάσταση; Πόσο δύσκολο είναι για ένα κράτος που θέλει να λέγεται κράτος πρόνοιας να φροντίσει ώστε όλοι οι άνθρωποι, αλλά ειδικά οι ηλικιωμένοι, να πεθαίνουν με αξιοπρέπεια; Να μην σβήνουν μόνοι τους στο σπίτι ή παρατημένοι σε ένα κρεβάτι νοσοκομείου;
Δυστυχώς, στη χώρα μας, για να πεθάνει κανείς με αξιοπρέπεια, εξαρτάται από δύο πράγματα: πρώτον, αν έχει κάποιον γνωστό υψηλά ιστάμενο, αν έχει δηλαδή μέσο, και δεύτερον, αν έχει και τα χρήματα.
Δεν μιλάμε για μεμονωμένες ιστορίες ούτε για «κακές στιγμές» ενός συστήματος. Μιλάμε για μια κρατική αδράνεια που επαναλαμβάνεται, ξανά και ξανά.
Δεν μιλάμε για πολυτέλειες. Μιλάμε για στοιχειώδεις υποχρεώσεις ενός κράτους που θέλει να λέγεται κράτος πρόνοιας. Μιλάμε για οργανωμένη κατ' οίκον φροντίδα για όσους δεν μπορούν να αυτοεξυπηρετηθούν, επαρκείς γηριατρικές δομές, ουσιαστική στήριξη των οικογενειών που σηκώνουν μόνες τους το βάρος, πρόσβαση σε ιατρική φροντίδα, σε υπηρεσίες ανακουφιστικής φροντίδας, σε ψυχολογική υποστήριξη.
Παρεμβάσεις που σε άλλες χώρες θεωρούνται αυτονόητες εδώ και δεκαετίες και εμείς ακόμα...
Κι αν υπάρχει ένας ελάχιστος φόρος τιμής προς τον θείο Γιώργο και προς όσους βίωσαν την ίδια κατάσταση, αυτός δεν μπορεί να είναι τα λόγια.
Είναι μια υπόσχεση:
Να συνεχίσουμε, έστω και με τη φωνή που μας δίνει το πληκτρολόγιο, να γράφουμε, να καταγγέλλουμε, να επιμένουμε ότι αυτή η κατάσταση επιβάλλεται να αλλάξει.





