Οι πρόσφατες δημοσκοπήσεις στην Κύπρο καταγράφουν με αυξανόμενη σαφήνεια ένα κλίμα βαθιάς απογοήτευσης και διάχυτης οργής απέναντι στο πολιτικό σύστημα και τα πρόσωπα που το εκπροσωπούν. Η απαξίωση δεν αφορά μόνο συγκεκριμένα κόμματα ή κυβερνητικούς χειρισμούς. Αγγίζει τον ίδιο τον πυρήνα της πολιτικής αντιπροσώπευσης. Το φαινόμενο δεν είναι αποκλειστικά κυπριακό, αλλά στην κυπριακή περίπτωση αποκτά ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, που σχετίζονται με την ιστορική διαδρομή του κράτους, τη δομή της κοινωνίας και τις επαναλαμβανόμενες διαψεύσεις συλλογικών προσδοκιών.
Κοινωνιολογικά, η απογοήτευση συνδέεται με την κρίση εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς. Η εμπιστοσύνη αποτελεί βασικό συστατικό της κοινωνικής συνοχής. Όταν οι πολίτες θεωρούν ότι οι θεσμοί λειτουργούν με συνέπεια, διαφάνεια και δικαιοσύνη, αποδέχονται ακόμη και δύσκολες αποφάσεις. Όταν, όμως, κυριαρχεί η αίσθηση ότι οι κανόνες δεν εφαρμόζονται ισότιμα, ότι η πρόσβαση στην εξουσία και στους πόρους καθορίζεται από δίκτυα γνωριμιών, διαπλοκή και διαφθορά και όχι από αξιοκρατία και χρηστή πολιτική πράξη, τότε η νομιμοποίηση διαβρώνεται. Στην Κύπρο, η συζήτηση περί διαφθοράς, πελατειακών σχέσεων και σύγκρουσης συμφερόντων έχει αφήσει βαθύ αποτύπωμα στη συλλογική μνήμη και σκέψη.
Η ανθρωπολογική προσέγγιση φωτίζει μια επιπλέον διάσταση, την έννοια της «μικρής κοινωνίας». Η Κύπρος χαρακτηρίζεται από πυκνά δίκτυα συγγένειας, τοπικότητας και επαγγελματικών σχέσεων. Η εγγύτητα αυτή, που παραδοσιακά λειτουργούσε ως μηχανισμός αλληλεγγύης, μετατρέπεται συχνά σε υπόνοια διαπλοκής. Όταν «όλοι γνωρίζονται», η διάκριση μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού συμφέροντος θολώνει. Ο πολίτης δεν βλέπει απλώς έναν απρόσωπο θεσμό, αλλά συγκεκριμένα πρόσωπα που ανήκουν σε κοινωνικά δίκτυα. Έτσι, η οργή αποκτά προσωπικό χαρακτήρα.
Η απογοήτευση, ωστόσο, δεν είναι μόνο ηθικής φύσεως. Έχει και υλική βάση. Η δεκαετία που ακολούθησε την οικονομική κρίση του 2013 διαμόρφωσε μια γενιά πολιτών που βίωσε περικοπές, ανεργία και αβεβαιότητα. Παρά την οικονομική ανάκαμψη σε μακροοικονομικό επίπεδο, πολλοί δεν αισθάνονται ότι ωφελήθηκαν ουσιαστικά. Οι ανισότητες, το υψηλό κόστος στέγασης και η αίσθηση περιορισμένων επαγγελματικών προοπτικών εντείνουν το αίσθημα ματαίωσης. Όταν η καθημερινότητα γίνεται δυσκολότερη, η ανοχή προς το πολιτικό σύστημα μειώνεται.
Οι δημοσκοπήσεις αποτυπώνουν, επίσης, μια τάση αποστασιοποίησης από τα παραδοσιακά κόμματα. Η κομματική ταύτιση, που στο παρελθόν συνδεόταν με ιστορικές και ιδεολογικές αναφορές, φαίνεται να εξασθενεί. Οι νεότερες γενιές δεν κουβαλούν τις ίδιες βιωματικές μνήμες του Κυπριακού, της μεταπολεμικής ανασυγκρότησης ή των παλαιών πολιτικών διαιρέσεων. Αντίθετα, αξιολογούν την πολιτική με όρους αποτελεσματικότητας και διαφάνειας. Όταν αυτές οι προσδοκίες δεν ικανοποιούνται, η απογοήτευση μετατρέπεται σε κυνισμό. Ο κυνισμός, όμως, δεν είναι αθώος. Αποτελεί κοινωνικό μηχανισμό άμυνας. Ο πολίτης που δηλώνει «όλοι ίδιοι είναι» προστατεύει τον εαυτό του από τη διαρκή διάψευση. Η γενίκευση λειτουργεί ως ψυχολογικό φίλτρο. Ωστόσο, η συλλογική υιοθέτηση αυτού του αφηγήματος υπονομεύει τη δυνατότητα πολιτικής ανανέωσης. Όταν η απαξίωση είναι καθολική, κάθε νέα προσπάθεια αντιμετωπίζεται με καχυποψία.
Στην κυπριακή κοινωνία, το Κυπριακό ζήτημα διαδραματίζει ιδιαίτερο ρόλο στη διαμόρφωση του κλίματος. Δεκαετίες διαπραγματεύσεων, αδιεξόδων και αποτυχημένων πρωτοβουλιών έχουν δημιουργήσει αίσθηση ιστορικής στασιμότητας. Η επανάληψη κύκλων ελπίδας και απογοήτευσης ενισχύει τη δυσπιστία απέναντι στις πολιτικές ηγεσίες. Η κοινωνία βιώνει μια μορφή «κόπωσης του εθνικού ζητήματος», χωρίς όμως να διαθέτει εναλλακτικό αφήγημα. Το αποτέλεσμα είναι ένα μείγμα αδιαφορίας και οργής. Και η οργή εκδηλώνεται συχνά στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης, όπου ο δημόσιος λόγος είναι πιο άμεσος και λιγότερο φιλτραρισμένος. Η ψηφιακή σφαίρα λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής συναισθημάτων. Οι καταγγελίες, οι αποκαλύψεις και οι φήμες διαχέονται ταχύτατα, ενισχύοντας την αίσθηση διαρκούς σκανδάλου. Η υπερπληροφόρηση δεν οδηγεί απαραίτητα σε βαθύτερη κατανόηση. Συχνά εντείνει την αγανάκτηση.
Από ανθρωπολογικής άποψης, η σημερινή συγκυρία μπορεί να ιδωθεί ως κρίση συμβολικής εκπροσώπησης. Η πολιτική δεν είναι μόνο διαχείριση πόρων. Είναι και παραγωγή νοήματος. Οι πολίτες χρειάζονται αφηγήσεις που να συνδέουν το ατομικό τους βίωμα με ένα συλλογικό όραμα. Όταν η πολιτική περιορίζεται σε τεχνοκρατικό λόγο ή σε επικοινωνιακή διαχείριση, η συναισθηματική σύνδεση διαρρηγνύεται. Η απογοήτευση δεν αφορά μόνο το «τι» αποφασίζεται, αλλά και το «πώς» και το «γιατί». Η βαθιά απογοήτευση έχει και ταξικά χαρακτηριστικά. Οι πιο ευάλωτες κοινωνικές ομάδες αισθάνονται ότι δεν ακούγονται επαρκώς. Η αίσθηση αποκλεισμού από τα κέντρα λήψης αποφάσεων ενισχύει την πεποίθηση ότι το σύστημα λειτουργεί υπέρ των λίγων. Παράλληλα, τμήματα της μεσαίας τάξης, που παραδοσιακά αποτελούσαν πυλώνα σταθερότητας, βιώνουν ανασφάλεια για το μέλλον των παιδιών τους. Όταν η κοινωνική κινητικότητα φαίνεται να περιορίζεται, η εμπιστοσύνη στο πολιτικό σύστημα μειώνεται.
Το ερώτημα που ανακύπτει είναι αν η οργή αυτή μπορεί να μετασχηματιστεί σε δημιουργική πίεση με προγραμματικό βάθος και κοινωνική στόχευση ή αν θα διολισθήσει σε μια γενικευμένη αποπολιτικοποίηση, όπου η αποχή και η ιδιώτευση θα εκληφθούν ως σιωπηρή τιμωρία του πολιτικού συστήματος. Η χαμηλή συμμετοχή στις εκλογές αποτελεί ήδη σαφή ένδειξη αποστασιοποίησης, αλλά και κόπωσης απέναντι σε λόγους που ανακυκλώνονται χωρίς απτά αποτελέσματα. Η δημοκρατία, όμως, δεν μπορεί να λειτουργήσει χωρίς ενεργό, συνειδητή και απαιτητική συμμετοχή των πολιτών, ούτε χωρίς κοινωνικούς φορείς που διεκδικούν, ελέγχουν και προτείνουν. Αν η απαξίωση παγιωθεί ως κυρίαρχη στάση, τότε ο δημόσιος χώρος θα αδειάσει από τεκμηριωμένο διάλογο και θα καταληφθεί από εύκολες βεβαιότητες και συνθήματα. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, ενδέχεται να ανοίξει ο δρόμος για λαϊκιστικές ή αντισυστημικές εκφάνσεις που υπόσχονται ριζική ρήξη χωρίς σαφές σχέδιο διακυβέρνησης, επενδύοντας περισσότερο στο θυμικό παρά στη θεσμική επάρκεια. Τα πρώτα σημάδια μιας τέτοιας μετατόπισης, δυστυχώς, έχουν ήδη αρχίσει να διαφαίνονται στον δημόσιο λόγο και στις πολιτικές συμπεριφορές.
Η αντιμετώπιση του φαινομένου απαιτεί πολυεπίπεδη προσέγγιση. Πρώτον, ουσιαστική ενίσχυση της διαφάνειας και της λογοδοσίας. Οι θεσμοί ελέγχου πρέπει να λειτουργούν ανεξάρτητα και αποτελεσματικά. Η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης δεν επιτυγχάνεται με ρητορικές δεσμεύσεις, αλλά με απτά αποτελέσματα.
Δεύτερον, ανανέωση των πολιτικών προσώπων και των διαδικασιών συμμετοχής. Η ενίσχυση της εσωκομματικής δημοκρατίας, η προώθηση νέων προσώπων και η αξιοποίηση συμμετοχικών εργαλείων μπορούν να μειώσουν την αίσθηση κλειστού συστήματος. Η πολιτική πρέπει να γίνει πιο προσβάσιμη και λιγότερο ελιτίστικη.
Τρίτον, διαμόρφωση συνεκτικού κοινωνικού οράματος. Η αντιμετώπιση των ανισοτήτων, η στήριξη της νεολαίας και η επένδυση σε παιδεία, πολιτισμό και καινοτομία μπορούν να επανασυνδέσουν την πολιτική με την καθημερινότητα των πολιτών. Η κοινωνία χρειάζεται πειστικό αφήγημα προοπτικής.
Τέλος, απαιτείται καλλιέργεια πολιτικής παιδείας. Η κριτική σκέψη και η ενημερωμένη συμμετοχή αποτελούν αντίδοτο στον κυνισμό. Η δημοκρατία δεν είναι αυτονόητη. Είναι διαρκές εγχείρημα.
Συμπερασματικά, το κλίμα βαθιάς απογοήτευσης και οργής απέναντι στο πολιτικό σύστημα δεν πρέπει να αντιμετωπιστεί ως συγκυριακή δυσφορία. Είναι σύμπτωμα βαθύτερων κοινωνικών διεργασιών. Αν το πολιτικό σύστημα αγνοήσει τα μηνύματα των δημοσκοπήσεων, η απόσταση μεταξύ πολιτών και εξουσίας θα διευρυνθεί. Αντίθετα, αν τα εκλάβει ως ευκαιρία αυτοκριτικής και μεταρρύθμισης, μπορεί να αναγεννηθεί η εμπιστοσύνη. Η επιλογή δεν είναι απλώς πολιτική, αλλά βαθιά κοινωνική και πολιτισμική.
* Πρώην πρύτανη, καθηγητή-ανθρωπολόγου στο Πανεπιστήμιο Philips





