Οι καταγγελίες που ταλανίζουν την κυπριακή κοινωνία τα τελευταία εικοσιτετράωρα, η παρέμβαση του δικηγόρου της παρουσιαζόμενης από τις αποκαλύψεις ως το κλειδί της υπόθεσης, η κατάθεση των στοιχείων που έχει στη διάθεσή του ο δημοσιογράφος Μακάριος Δρουσιώτης, οι αντιδράσεις ορισμένων εκ των επηρεαζόμενων στην υπόθεση αλλά και η ευρύτερη συζήτηση που έχει ανοίξει σε όλα τα επίπεδα δεν αφήνουν περιθώρια για προσπάθεια υπεκφυγής.
Το κρίσιμο ζητούμενο πλέον δεν είναι μόνο η ουσία των καταγγελιών αλλά ο τρόπος με τον οποίο θα διερευνηθούν, ώστε το αποτέλεσμα να είναι αξιόπιστο, τεκμηριωμένο και αποδεκτό από την κοινωνία η οποία παρακολουθεί εμβρόντητη, δεχόμενη τις εντάσεις και την πίεση των ισχυριζόμενων αποκαλύψεων.
Με βάση τα υφιστάμενα δεδομένα, η πρώτη και αδιαμφισβήτητη αρχή είναι ότι η έρευνα πρέπει να είναι απολύτως ανεξάρτητη. Η εμπιστοσύνη προς βασικούς θεσμούς, όπως η Αστυνομία και η Νομική Υπηρεσία, έχει κλονιστεί, δικαίως ή αδίκως, αυτό προφανώς δεν είναι το κύριο στη όλη διαδικασία. Σε τέτοιες συνθήκες, ακόμη και μια ορθή έρευνα κινδυνεύει να απορριφθεί από την κοινωνία ως ελλιπής ή κατευθυνόμενη. Συνεπώς, η διερεύνηση δεν μπορεί να περιοριστεί στα συνήθη θεσμικά εργαλεία.
Δεύτερον, απαιτείται η συγκρότηση μιας μικτής, ανεξάρτητης ερευνητικής ομάδας, με συμμετοχή ξένων εμπειρογνωμόνων υψηλού κύρους. Σε αυτό μπορεί να παίξει καίριο ρόλο η Εκτελεστική Εξουσία. Η παρουσία διεθνών ανακριτών δεν αποτελεί αμφισβήτηση της κυριαρχίας του κράτους αλλά αναγκαία ενίσχυση της αξιοπιστίας της διαδικασίας. Η ομάδα αυτή θα πρέπει να έχει σαφή εντολή, επαρκείς εξουσίες πρόσβασης σε στοιχεία και πλήρη λειτουργική αυτονομία.
Τρίτον, η έρευνα οφείλει να κινηθεί σε δύο παράλληλα επίπεδα: ποινικό και θεσμικό. Από τη μία, πρέπει να διερευνηθεί κατά πόσο στοιχειοθετούνται ποινικά αδικήματα. Από την άλλη, ακόμη και αν δεν καταστεί δυνατή η ποινική δίωξη εξαιτίας αντικειμενικών δεδομένων, η Πολιτεία οφείλει να καταγράψει τις θεσμικές αδυναμίες που επέτρεψαν την ανάπτυξη τέτοιων φαινομένων.
Τέταρτον, είναι απαραίτητη η διασφάλιση προστασίας των αμέσως εμπλεκομένων. Είναι ξεκάθαρο, και άλλωστε αυτό αποτυπώθηκε στη δημόσια συζήτηση, ότι υφίσταται έλλειμμα ασφάλειας και εμπιστοσύνης. Χωρίς ουσιαστική προστασία τόσο του υπό αναφορά θύματος όσο και εκείνων που κατέχουν στοιχεία, καμία τέτοια σοβαρή υπόθεση δεν μπορεί να προχωρήσει.
Τέλος, η διαφάνεια πρέπει να αποτελεί κεντρικό άξονα. Η κοινωνία απαιτεί όπως η δεδομένη υπόθεση πάει ώς το τέλος. Απαιτεί καθαρή, αμερόληπτη και πλήρη διαδικασία. Μόνο έτσι μπορεί να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη στους θεσμούς.
Η υπόθεση αυτή αποτελεί δοκιμασία για το κράτος δικαίου. Και σε τέτοιες δοκιμασίες, ο τρόπος της έρευνας είναι εξίσου σημαντικός με το αποτέλεσμά της.







