Είναι σαφές μέσα από το όλο σκηνικό που έχει στηθεί με την υπόθεση περί ισχυρισμών σε βάρος των θεσμών για διαπλοκή σε ανώτατο επίπεδο, ότι η όποια απόφαση σήμερα του Υπουργικού Συμβουλίου αναφορικά με τον τρόπο με τον οποίο θα συνεχιστεί η διερευνητική και ανακριτική διαδικασία, θα εξαρτήσει την όλη παραγωγικότητα της έρευνας. Εκεί που έχουν φθάσει τα πράγματα με τα όσα καταιγιστικά συμβαίνουν στη δημόσια σφαίρα, η μόνη οδός που απομένει είναι ο διορισμός ανεξάρτητης ανακριτικής ομάδας από πλευράς της εκτελεστικής εξουσίας. Αν δεν βρεθεί η χρυσή τομή για να προχωρήσει η διαδικασία, όλα θα μείνουν στον αέρα με τις εκατέρωθεν αμφισβητήσεις, από τη μια, της πλήρους διάψευσης και από την άλλη της υποψίας για πιέσεις, διαπλοκή σε ανώτατο επίπεδο και θεσμικές παρεμβάσεις με στόχο τον εξοστρακισμό των στοιχείων και την πορεία της έρευνας.
Θα πρέπει να σημειωθεί ότι στην ημερήσια διάταξη επανέρχεται πλέον πιεστικά και η υπόθεση του λεγόμενου «μαύρου βαν». Είναι ένα ζήτημα με ιδιαίτερη σοβαρότητα καθώς δεν αφορά μόνο μια μεμονωμένη υπόθεση, αλλά αγγίζει το εύρος της λειτουργίας των θεσμών, της διαφάνειας και της εμπιστοσύνης των πολιτών προς το κράτος για το οποίο γίνεται λόγος και πιο πάνω. Οι καταγγελίες για χρήση εξοπλισμού παρακολούθησης από ιδιωτική εταιρεία, δημιουργούν εύλογα ερωτήματα για το κατά πόσο υπήρξε επαρκής έλεγχος, ποιοι γνώριζαν ή ενέκριναν τέτοιες δραστηριότητες και αν υπήρξαν οποιεσδήποτε σχέσεις ή συνεργασίες με κρατικούς μηχανισμούς. Το γεγονός ότι η υπόθεση οδηγήθηκε ενώπιον της δικαιοσύνης, αλλά στη συνέχεια η Γενική Εισαγγελία της Κυπριακής Δημοκρατίας προχώρησε σε αναστολή διώξεων για φυσικά πρόσωπα, έχει ενισχύσει τις συζητήσεις και τις αμφιβολίες σχετικά με το κατά πόσο διερευνήθηκαν πλήρως όλες οι πτυχές της υπόθεσης. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, πολιτικές δυνάμεις όπως το ΑΚΕΛ, υποστηρίζουν ότι η υπόθεση συνδέεται με ευρύτερα φαινόμενα διαφθοράς και διαπλοκής, επισημαίνοντας ότι η έλλειψη πλήρους διαλεύκανσης εντείνει την καχυποψία των πολιτών. Ανεξάρτητα από τις πολιτικές τοποθετήσεις, η ουσία παραμένει ότι σε περιπτώσεις που εγείρονται ζητήματα παρακολούθησης, πιθανής κατάχρησης εξουσίας και σχέσεων μεταξύ ιδιωτικών συμφερόντων και κρατικών δομών, η ανάγκη για διαφάνεια και λογοδοσία καθίσταται ακόμη πιο επιτακτική. Η επανεξέταση της υπόθεσης από την πολιτεία, είτε μέσω νέας έρευνας, είτε μέσω μεγαλύτερης δημοσιοποίησης στοιχείων, θα μπορούσε να συμβάλει στην αποκατάσταση της εμπιστοσύνης και στην ενίσχυση της πεποίθησης ότι τέτοια ζητήματα αντιμετωπίζονται με τη δέουσα σοβαρότητα, στο πλαίσιο μιας ευρύτερης προσπάθειας για καταπολέμηση της διαφθοράς και της θεσμικής διαπλοκής.







