Σοβαρά ερωτήματα για τον τρόπο με τον οποίο λαμβάνονται και ελέγχονται αποφάσεις του Οργανισμού Ασφάλισης Υγείας που αφορούν τη συνέχιση θεραπείας ασθενών στο εξωτερικό θέτει οικογένεια Κύπριας ασθενούς, η οποία βρίσκεται σε εξειδικευμένο πρόγραμμα νευρολογικής αποκατάστασης.
Με ανοικτή επιστολή προς τον ΟΑΥ, το Υπουργείο Υγείας και τη Βουλή των Αντιπροσώπων, μέλος της οικογένειας ζητεί άμεσες και συγκεκριμένες απαντήσεις, υποστηρίζοντας ότι η περίπτωση της ασθενούς αναδεικνύει ένα ευρύτερο θεσμικό κενό: τι συμβαίνει όταν μία απόφαση για διακοπή ή αλλαγή θεραπείας αμφισβητείται, αλλά η διαδικασία επανεξέτασης ή δικαστικής προσβολής απαιτεί χρόνο που μπορεί να είναι κρίσιμος για την πορεία του ασθενούς.
Για λόγους προστασίας των προσωπικών και ιατρικών δεδομένων, η οικογένεια δεν δημοσιοποιεί στοιχεία που θα μπορούσαν να οδηγήσουν στην ταυτοποίηση της ασθενούς.
Σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην επιστολή, η Κύπρια ασθενής υπέστη σοβαρό ατύχημα και, μετά από σημαντικές ιατρικές και χειρουργικές παρεμβάσεις στην Κύπρο, κρίθηκε από τους θεράποντες ιατρούς ότι χρειαζόταν εξειδικευμένη αποκατάσταση στο εξωτερικό.
Η μετάβασή της, όπως υποστηρίζεται, έγινε κατόπιν ιατρικών συστάσεων και με έγκριση των αρμόδιων κρατικών αρχών. Στη συνέχεια, η αρμοδιότητα για τις σχετικές εγκρίσεις περιήλθε στον ΟΑΥ.
Η οικογένεια αναφέρει ότι πρόσφατα εκδόθηκε απόφαση με την οποία δεν εγκρίθηκε η συνέχιση της θεραπείας στο συγκεκριμένο κέντρο του εξωτερικού, με το σκεπτικό ότι η θεραπεία μπορεί να συνεχιστεί στην Κύπρο. Την απόφαση αυτή αμφισβητεί και δηλώνει ότι προτίθεται να ασκήσει τα νόμιμα δικαιώματά της.
«Ο χρόνος είναι μέρος της θεραπείας»
Το πρώτο ζήτημα που εγείρεται αφορά την προστασία του ασθενούς για όσο διάστημα εξετάζεται μία αμφισβητούμενη απόφαση.
Η οικογένεια διερωτάται ποια ουσιαστική προστασία παρέχεται όταν μία ένσταση ή δικαστική διαδικασία μπορεί να διαρκέσει μήνες, την ώρα που η θεραπεία δεν μπορεί να «παγώσει».
Όπως σημειώνει, στον χώρο της υγείας ο χρόνος δεν αποτελεί απλώς διαδικαστική παράμετρο, αλλά μέρος της ίδιας της θεραπείας.
«Εάν η εξέταση μιας ένστασης ή δικαστικής προσφυγής απαιτεί μήνες ή χρόνια, το δικαίωμα προσφυγής κινδυνεύει να καταστεί θεωρητικό όταν στο μεταξύ έχει χαθεί κρίσιμος θεραπευτικός χρόνος», αναφέρει χαρακτηριστικά.
Ποια θεραπεία μπορεί να προσφερθεί στην Κύπρο;
Δεύτερο σημείο αντιπαράθεσης αποτελεί η θέση ότι η θεραπεία της ασθενούς μπορεί να συνεχιστεί στην Κύπρο.
Η οικογένεια υποστηρίζει ότι η ύπαρξη νευρολόγων, ιατρών Φυσικής Ιατρικής και Αποκατάστασης ή γενικών κέντρων αποκατάστασης δεν αρκεί από μόνη της για να απαντήσει εάν υπάρχει στην Κύπρο αντίστοιχο επίπεδο φροντίδας.
Όπως αναφέρεται στην επιστολή, η θεραπεία που παρέχεται σήμερα στην ασθενή αφορά εξειδικευμένη πρώιμη νευρολογική αποκατάσταση για ασθενείς με σοβαρές επίκτητες εγκεφαλικές βλάβες, διαταραχές συνείδησης ή σύνθετες νευρολογικές και ιατρικές ανάγκες.
Η οικογένεια υποστηρίζει ότι η ουσιαστική σύγκριση δεν θα πρέπει να περιορίζεται στο αν υπάρχουν οι σχετικές ιατρικές ειδικότητες στην Κύπρο, αλλά στο κατά πόσον υπάρχει συγκεκριμένη μονάδα που μπορεί να αναλάβει την ασθενή στο παρόν στάδιο, αν έχει αξιολογήσει και αποδεχθεί την περίπτωσή της και αν μπορεί να παρέχει το απαιτούμενο επίπεδο περίθαλψης.
«Εάν αυτά δεν έχουν διασφαλιστεί, τότε η γενική διαπίστωση ότι “η θεραπεία μπορεί να συνεχιστεί στην Κύπρο” δεν απαντά επαρκώς στο πραγματικό ιατρικό και θεραπευτικό ζήτημα», σημειώνεται.
Ερωτήματα για αεροδιακομιδή
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί στην οικογένεια, σύμφωνα με την επιστολή, η πληροφορία ότι εξετάζεται η αεροδιακομιδή της ασθενούς στην Κύπρο τη Δευτέρα 14 Σεπτεμβρίου.
Η οικογένεια υποστηρίζει ότι ενημερώθηκε σχετικά από τρίτους και όχι επίσημα από τον ΟΑΥ, ενώ μέχρι τη σύνταξη της επιστολής δεν της είχε γνωστοποιηθεί πού ακριβώς θα μεταφερθεί η ασθενής, ποιος θα αναλάβει τη θεραπεία της και ποιο πρόγραμμα αποκατάστασης έχει εξασφαλιστεί.
Θέτει επίσης ερωτήματα ως προς το κατά πόσον έχει αξιολογηθεί από τους θεράποντες ιατρούς η δυνατότητα ασφαλούς αεροπορικής μεταφοράς της ασθενούς και ποιος αναλαμβάνει την ιατρική ευθύνη για μια τέτοια απόφαση.
Παράλληλα, ζητεί να διευκρινιστεί κατά πόσον η θεραπευτική ομάδα στην Κύπρο έχει ήδη αξιολογήσει και αποδεχθεί την ασθενή και εάν έχει προηγηθεί πλήρης επικοινωνία μεταξύ των γιατρών του εξωτερικού και εκείνων που ενδεχομένως θα την αναλάβουν στην Κύπρο.
Η οικογένεια υποστηρίζει ακόμη ότι δεν της δόθηκε επαρκής χρόνος ώστε να εξετάσει τις διαθέσιμες επιλογές, ακόμη και το ενδεχόμενο να συνεχίσει, εφόσον αυτό είναι δυνατό, την υφιστάμενη θεραπεία με δική της οικονομική ευθύνη.
Ζητεί παρέμβαση της Επιτροπής Υγείας
Μέσω της ανοικτής επιστολής απευθύνεται ιδιαίτερα στην Κοινοβουλευτική Επιτροπή Υγείας, ζητώντας την άμεση εξέταση του θέματος.
Διευκρινίζει ότι δεν ζητεί από τη Βουλή να αποφανθεί για το ποια θεραπεία χρειάζεται η συγκεκριμένη ασθενής, αλλά να εξετάσει ποιος ασκεί ουσιαστικό και αποτελεσματικό έλεγχο στις αποφάσεις του ΟΑΥ όταν αυτές αμφισβητούνται.
Στο επίκεντρο τίθεται το ερώτημα κατά πόσον υπάρχει θεσμός ή διαδικασία που να μπορεί να προστατεύσει άμεσα έναν ασθενή όταν η συνήθης οδός της ένστασης ή της δικαστικής προσφυγής δεν μπορεί να ολοκληρωθεί προτού χαθεί πολύτιμος θεραπευτικός χρόνος.
Η οικογένεια συνδέει το θέμα και με τον υποχρεωτικό χαρακτήρα των εισφορών στο ΓεΣΥ, υποστηρίζοντας ότι, εφόσον η συμμετοχή των πολιτών στο Σύστημα επιβάλλεται από τη νομοθεσία, αντίστοιχα ουσιαστική πρέπει να είναι και η προστασία τους από το ίδιο το Σύστημα.
Η ανοικτή επιστολή καταλήγει με ένα ερώτημα που, όπως αναφέρεται, υπερβαίνει τη συγκεκριμένη υπόθεση:
«Εάν αποδειχθεί ότι μία τέτοια απόφαση ήταν λανθασμένη, αλλά στο μεταξύ έχει χαθεί ένα κρίσιμο και μη ανακτήσιμο χρονικό διάστημα αποκατάστασης, ποια δικαίωση μπορεί πραγματικά να επιστρέψει στον ασθενή αυτό που έχασε;»
Η οικογένεια ζητεί «άμεσες, δημόσιες και συγκεκριμένες απαντήσεις» από τον ΟΑΥ και τους αρμόδιους θεσμούς.






