Ο διάλογος για τα ζητήματα της τρίτης ηλικίας και το συνταξιοδοτικό πρέπει να στηρίζεται σε συγκεκριμένα δεδομένα και σαφή χρονοδιαγράμματα, δήλωσε ο Υπουργός Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων Μαρίνος Μουσιούττας.
Σε χαιρετισμό του σε ημερίδα του ΑΚΕΛ στη Λευκωσία, την Τετάρτη, ο κ. Μουσιούττας αναφέρθηκε στο νομοσχέδιο για τη συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση και στις αλλαγές που θα τεθούν σε εφαρμογή από τον Ιανουάριο του 2027.
Όπως είπε, το 2022 ένας στους έξι κατοίκους της Κύπρου ήταν άνω των 65 ετών. Το 2050 το ποσοστό θα αντιστοιχεί σχεδόν σε έναν στους τέσσερις και το 2070 σε τρεις στους δέκα. Τα στοιχεία αυτά, σημείωσε, παρουσιάζονται συχνά ως «δημογραφική βόμβα».
«Οφείλω να διαφωνήσω με τον όρο. Το ότι ζούμε περισσότερο είναι το μεγαλύτερο επίτευγμα ενός πολιτισμού, όχι η απειλή του. Απειλή είναι μόνο η έλλειψη προετοιμασίας να αντιμετωπίσουμε την κατάσταση που δημιουργείται».
Το κρίσιμο ερώτημα, ανέφερε, δεν είναι πόσα χρόνια θα ζούμε, αλλά πώς θα ζούμε, με ποιο εισόδημα, με ποια φροντίδα και με πόση αξιοπρέπεια. Αναφέρθηκε στους ηλικιωμένους που ζουν μόνοι, στα ζευγάρια συνταξιούχων που στηρίζονται αποκλειστικά στη σύνταξή τους, καθώς και στις γυναίκες που δεν συμπλήρωσαν πλήρη ασφαλιστικό βίο επειδή αφιέρωσαν χρόνια στη φροντίδα της οικογένειας και λαμβάνουν σήμερα αισθητά χαμηλότερες συντάξεις από τους άνδρες.
Οι αλλαγές στο συνταξιοδοτικό
Ο Υπουργός είπε ότι το νομοσχέδιο ετοιμάστηκε με τη συμβολή της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας και αφορά τον πρώτο πυλώνα του συνταξιοδοτικού, δηλαδή το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων.
Η μεταρρύθμιση προβλέπει αυξήσεις στις συντάξεις, με προτεραιότητα στους χαμηλοσυνταξιούχους. «Αυξήσεις θα δουν όλοι οι συνταξιούχοι, άλλοι πιο μεγάλες και άλλοι λιγότερες, ανάλογα με τις ιδιαιτερότητες της κάθε περίπτωσης, όπως για παράδειγμα τα χρόνια εισφορών και το ύψος των εισφορών», είπε.
Σύμφωνα με τον κ. Μουσιούττα, περισσότεροι από 50.000 πολίτες θα λαμβάνουν αύξηση άνω των 100 ευρώ τον μήνα, ενώ σχεδόν 10.000 θα έχουν αυξήσεις άνω των 200 ευρώ μηνιαίως.
Τόνισε ακόμη ότι διορθώνονται στρεβλώσεις δεκαετιών και πως «δεν αυξάνεται η ηλικία συνταξιοδότησης ούτε και οι εισφορές». Παράλληλα, το Ταμείο θα ενισχυθεί ώστε να παραμείνει βιώσιμο σε ορίζοντα 40 και 50 ετών.
Η εφαρμογή της μεταρρύθμισης ξεκινά την 1η Ιανουαρίου 2027 και, όπως είπε, η διαφορά θα είναι ορατή στο τέλος Ιανουαρίου στους τραπεζικούς λογαριασμούς των συνταξιούχων.
Θεσπίζεται επίσης ελάχιστη εγγυημένη αύξηση 30 ευρώ τον μήνα για κάθε υφιστάμενο συνταξιούχο με σύνταξη έως 600 ευρώ, από τον πρώτο μήνα εφαρμογής. «Είναι 350 ευρώ τον χρόνο, κάθε χρόνο, και αποτελεί το κατώφλι και όχι την οροφή», ανέφερε.
Για πρώτη φορά, πρόσθεσε, θα συνυπολογίζονται στη σύνταξη περίοδοι εκτός μισθωτής εργασίας, όπως η ανατροφή παιδιών, η φροντίδα συγγενών, οι περίοδοι αναπηρίας και ο χρόνος πριν από την είσοδο στην αγορά εργασίας. Με αυτόν τον τρόπο, σημείωσε, αρχίζει να περιορίζεται το έμφυλο χάσμα στις συντάξεις.
Η αναλογιστική μείωση 12% για όσους αποχώρησαν στα 63, η οποία αποτέλεσε πηγή πικρίας για χιλιάδες πολίτες, θα περιοριστεί ουσιαστικά στο 7,5% στη βασική σύνταξη. Η ρύθμιση θα ισχύει εφ’ όρου ζωής και όχι μεταβατικά, καλύπτοντας τόσο τους σημερινούς συνταξιούχους όσο και όσους συνταξιοδοτηθούν έως το 2031.
Ο κ. Μουσιούττας ξεκαθάρισε ότι καμία σύνταξη δεν θα μειωθεί. Το νομοσχέδιο, είπε, προβλέπει ρητή σύγκριση του παλαιού με τον νέο υπολογισμό, με τον συνταξιούχο να λαμβάνει πάντοτε το ευνοϊκότερο ποσό.
Αναφερόμενος στο αποθεματικό του Ταμείου, ύψους περίπου 12 δισ. ευρώ, είπε ότι αυτό δεν ανήκει πλέον στην εκάστοτε κυβέρνηση, αλλά σε όσους εργάστηκαν και κατέβαλαν εισφορές. Ο κρατικός δανεισμός από το Ταμείο τερματίζεται, τα ετήσια πλεονάσματα θα κατατίθενται σε επενδυτικό λογαριασμό του ίδιου του Ταμείου και θα ξεκινήσει η σταδιακή αποπληρωμή του χρέους.
«Το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων έχει συγκεκριμένα έσοδα και συγκεκριμένα όρια. Κάθε εισήγηση για ένα επιπλέον ωφέλημα είναι καλοδεχούμενη, από όπου και αν προέρχεται. Οφείλει όμως να συνοδεύεται από το κόστος της και από την πηγή της».
Ο Υπουργός ανέφερε ότι αυτός είναι ο μόνος τρόπος ώστε ο διάλογος να μην εξελιχθεί σε πλειοδοσία υποσχέσεων που θα κληθούν να πληρώσουν άλλοι στο μέλλον. Πρόσθεσε ότι τον τελικό λόγο έχει η Βουλή και πως όλες οι προτάσεις που κατατέθηκαν στην ημερίδα θα συζητηθούν στο Υπουργείο με τα στοιχεία επί τάπητος.
Φροντίδα ηλικιωμένων
Ο κ. Μουσιούττας δήλωσε ότι το κυπριακό μοντέλο φροντίδας στηρίχθηκε επί δεκαετίες σχεδόν αποκλειστικά στην οικογένεια και, κυρίως, στις γυναίκες. Με τα σημερινά δεδομένα της απασχόλησης και τη γεωγραφική διασπορά των οικογενειών, το μοντέλο αυτό δεν επαρκεί πλέον.
Ως προτεραιότητες ανέφερε την ανάπτυξη ολοκληρωμένου συστήματος μακροχρόνιας φροντίδας, την ενίσχυση της κατ’ οίκον φροντίδας ώστε οι ηλικιωμένοι να παραμένουν όσο το δυνατόν περισσότερο στο σπίτι και στη γειτονιά τους, καθώς και την αναγνώριση και στήριξη των άτυπων φροντιστών. Για τον σκοπό αυτό, όπως είπε, απαιτείται στενή συνεργασία του Υπουργείου Εργασίας, του Υφυπουργείου Κοινωνικής Πρόνοιας και του Υπουργείου Υγείας.
Τόνισε ακόμη ότι καμία αύξηση δεν μπορεί να αντικαταστήσει την αίσθηση χρησιμότητας και πως η ενεργός γήρανση δεν είναι κενός όρος. Περιλαμβάνει την απασχόληση όσων θέλουν και μπορούν να συνεχίσουν να εργάζονται, την αντιμετώπιση των διακρίσεων λόγω ηλικίας στην αγορά εργασίας, την κατάρτιση και επανακατάρτιση μέσω των σχεδίων της Αρχής Ανάπτυξης Ανθρώπινου Δυναμικού, καθώς και την καταπολέμηση του ψηφιακού αποκλεισμού.
Περιλαμβάνει επίσης, πρόσθεσε, την αναγνώριση της κοινωνικής συμμετοχής και του εθελοντισμού των ανθρώπων της τρίτης ηλικίας ως αγαθού για ολόκληρη την κοινωνία.
Ο Υπουργός διαβεβαίωσε ότι οι αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου Εργασίας θα μελετήσουν τα συμπεράσματα της ημερίδας και θα τα λάβουν υπόψη στον συνεχιζόμενο διάλογο. «Δεν περιμένω να συμφωνήσουμε σε όλα, και θα ήταν ανειλικρινές να ισχυριστώ το αντίθετο. Περιμένω όμως ότι, όταν κλείσει η σημερινή μέρα, θα έχουμε προχωρήσει σε καλύτερη κατανόηση των θεμάτων που απασχολούν την Τρίτη Ηλικία», είπε.
Πηγή: ΚΥΠΕ







