Έντεκα χρόνια μετά τη δημόσια αντιπαράθεση που είχε προκαλέσει έντονες συζητήσεις γύρω από το Μεταμοσχευτικό Κέντρο και τη διαχείριση δημόσιου χρήματος, το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας εξέδωσε απόφαση υπέρ του Δρ. Β.Χ. στην αγωγή δυσφήμισης που είχε καταχωρίσει εναντίον του τέως Γενικού Ελεγκτή Οδυσσέα Μιχαηλίδη.
Η υπόθεση ξεκίνησε τον Φεβρουάριο του 2015 όταν ο τότε Γενικός Ελεγκτής απέστειλε επιστολή προς τον Υπουργό Υγείας για τη διαδικασία αγοράς υπηρεσιών μεταμοσχεύσεων νεφρού. Η επιστολή κοινοποιήθηκε σε σειρά θεσμικών φορέων, μεταξύ αυτών η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Ελέγχου, η Γενική Λογίστρια, ο Παγκύπριος Ιατρικός Σύλλογος και το Πειθαρχικό Συμβούλιο Ιατρών.
Στο περιεχόμενο της επιστολής διατυπώνονταν σοβαρές επικρίσεις για το ύψος των αμοιβών που είχαν συμφωνηθεί με τον χειρουργό μεταμοσχεύσεων, ενώ γίνονταν αναφορές που παρέπεμπαν σε κερδοσκοπία, αισχροκέρδεια και ενδεχόμενη παραβίαση κανόνων ιατρικής δεοντολογίας.
Οι αναφορές που βρέθηκαν στο μικροσκόπιο
Κατά την εκδίκαση της υπόθεσης, το Δικαστήριο κλήθηκε να εξετάσει κατά πόσο οι συγκεκριμένες διατυπώσεις αποτελούσαν θεμιτή κριτική στο πλαίσιο άσκησης δημόσιου ελέγχου ή αν ξεπερνούσαν τα όρια και προσέβαλλαν την προσωπική και επαγγελματική υπόληψη του ενάγοντα.
Στο σκεπτικό της απόφασης γίνεται ειδική αναφορά σε εκφράσεις που περιλαμβάνονταν στην επιστολή, όπως «αισχροκέρδεια», «κερδοσκοπία», «εξωπραγματική προσφορά», «καθεστώς εκβιασμού», «διαγωγή ασυμβίβαστη προς το ιατρικό επάγγελμα» και αναφορές περί πιθανής πειθαρχικής δίωξης.
Το Δικαστήριο έκρινε ότι οι αναφορές αυτές ήταν ικανές να μειώσουν την εκτίμηση που απολαμβάνει ο γιατρός στην κοινωνία και στον επαγγελματικό του χώρο, αγγίζοντας τον πυρήνα της επαγγελματικής του αξιοπιστίας.
Οι θέσεις των δύο πλευρών
Ο Δρ. Β.Χ. υποστήριξε ότι η επιστολή παρουσίαζε ελλιπή και παραπλανητικά στοιχεία σχετικά με τις αμοιβές και τον αριθμό των επεμβάσεων, δημιουργώντας την εικόνα ότι επιχειρούσε να εκμεταλλευθεί οικονομικά το κράτος.
Παράλληλα, υποστήριξε ότι η επιστολή δεν χαρακτηρίστηκε εμπιστευτική και ότι η ευρεία κοινοποίησή της συνέβαλε στην περαιτέρω διάδοσή της, με αποτέλεσμα να λάβει μεγάλη δημοσιότητα στα μέσα ενημέρωσης.
Από την άλλη πλευρά, ο Οδυσσέα Μιχαηλίδη υποστήριξε ότι ενεργούσε αποκλειστικά υπό την ιδιότητά του ως Γενικός Ελεγκτής της Δημοκρατίας και στο πλαίσιο των συνταγματικών και θεσμικών του καθηκόντων. Η θέση του ήταν ότι η παρέμβαση αφορούσε τον έλεγχο δημόσιων δαπανών και τη διασφάλιση της χρηστής διαχείρισης δημόσιου χρήματος.
Απόρριψη βασικών υπερασπίσεων
Σημαντικό στοιχείο της απόφασης αποτελεί η απόρριψη των βασικών υπερασπίσεων που προβλήθηκαν από την πλευρά του εναγομένου.
Το Δικαστήριο εξέτασε μεταξύ άλλων τα ζητήματα του έντιμου σχολίου και της προνομιούχας επικοινωνίας, καταλήγοντας ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν παρείχαν επαρκή προστασία για τις συγκεκριμένες διατυπώσεις που χρησιμοποιήθηκαν.
Παράλληλα, έκρινε ότι η αξίωση για επιζήμια ψευδολογία δεν μπορούσε να επιτύχει, καθώς δεν αποδείχθηκε η ειδική ζημιά που απαιτεί η νομολογία για τη συγκεκριμένη αιτία αγωγής.
Αποζημιώσεις και έξοδα
Καταλήγοντας, το Δικαστήριο επιδίκασε γενικές αποζημιώσεις ύψους 15.000 ευρώ υπέρ του Δρ. Β.Χ. και εναντίον του Οδυσσέα Μιχαηλίδη., πλέον νόμιμου τόκου και δικαστικών εξόδων.
Παρά το ότι διαπίστωσε δυσφήμιση, το Δικαστήριο έκρινε ότι τα δεδομένα της υπόθεσης δεν δικαιολογούσαν την επιδίκαση επαυξημένων ή τιμωρητικών αποζημιώσεων.
Η απόφαση αναμένεται να αποτελέσει σημείο αναφοράς για τη συζήτηση γύρω από τα όρια της δημόσιας λογοδοσίας και της θεσμικής κριτικής, ιδιαίτερα όταν αυτή ασκείται από ανεξάρτητους αξιωματούχους του κράτους και αγγίζει την επαγγελματική υπόληψη πολιτών.







