Οικονομική ασφυξία στους δήμους - Κατέρχονται σήμερα σε τρίωρη στάση εργασίας

ΜΙΧΑΛΗΣ ΧΑΤΖΗΣΤΥΛΙΑΝΟΥ

Header Image

Ο πρόεδρος της Ένωσης Δήμων και δήμαρχος Λάρνακας, Ανδρέας Βύρας, σε συνέντευξή του στον «Π», κατηγορεί την κυβέρνηση Χριστοδουλίδη ότι στραγγαλίζει οικονομικά την Τοπική Αυτοδιοίκηση, προειδοποιεί πως η μεταρρύθμιση κινδυνεύει να εκτροχιαστεί και αφήνει ανοικτό το ενδεχόμενο λήψης ακόμη πιο δυναμικών μέτρων αντίδρασης. Η σημερινή τρίωρη στάση εργασίας, διαμηνύει, είναι μόνο η αρχή

Η μεταρρύθμιση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης δοκιμάζεται από τη διαχρονική ανεπάρκεια της κρατικής χρηματοδότησης προς τους δήμους, καταγγέλλει ο πρόεδρος της Ένωσης Δήμων και δήμαρχος Λάρνακας, Ανδρέας Βύρας, σε συνέντευξή του στον «Π». Απορρίπτει τις επικρίσεις ότι οι συνενώσεις ευθύνονται για τις αυξήσεις στα δημοτικά τέλη, υποστηρίζοντας ότι το κράτος μετέφερε στους νέους δήμους πρόσθετες αρμοδιότητες, συσσωρευμένες οικονομικές εκκρεμότητες, χρέη και αυξημένα λειτουργικά βάρη, χωρίς να συνοδεύσει τη μεταρρύθμιση με τους απαιτούμενους οικονομικούς πόρους.

«Όταν το κεντρικό κράτος δεν καλύπτει το πραγματικό κόστος των ευθυνών που μας φόρτωσε, οι επιλογές που απομένουν στο τραπέζι είναι μόνο δύο, και είναι και οι δύο επώδυνες: είτε θα προχωρήσουμε σε δραστική μείωση των υπηρεσιών και των έργων είτε θα αναγκαστούμε να επιβάλουμε νέους και αυξημένους φόρους και τέλη στους πολίτες», διαμηνύει ο κ. Βύρας.

Παράλληλα, ο πρόεδρος της Ένωσης Δήμων αναδεικνύει σοβαρές αδυναμίες στον σχεδιασμό της μεταρρύθμισης, επισημαίνοντας ότι η κρατική χορηγία παραμένει καθηλωμένη, την ώρα που το λειτουργικό κόστος των δήμων αυξάνεται διαρκώς, λόγω των πληθωριστικών πιέσεων, της διεύρυνσης των αρμοδιοτήτων τους και των νέων υποχρεώσεων που έχουν αναλάβει.

Ο κ. Βύρας εισηγείται τη θεσμοθέτηση της κρατικής χορηγίας ως σταθερού ποσοστού επί του κρατικού προϋπολογισμού, ζητεί την πλήρη κάλυψη του κόστους των αρμοδιοτήτων που μεταφέρθηκαν στους δήμους και προειδοποιεί ότι, χωρίς ουσιαστική οικονομική ενίσχυση, η μεταρρύθμιση κινδυνεύει να μην επιτύχει τους στόχους που τέθηκαν για τη βελτίωση των παρεχόμενων υπηρεσιών προς τους πολίτες.

Η αναθεωρημένη πρόταση που έθεσε ενώπιον της Ένωσης Δήμων την περασμένη Παρασκευή το Υπουργείο Εσωτερικών για το ύψος της κρατικής χορηγίας, σε μια ύστατη προσπάθεια να αποτραπεί η σημερινή τρίωρη στάση εργασίας, δεν ικανοποίησε τους δημάρχους. Ως εκ τούτου, επιμένουν στην απόφασή τους για λήψη κλιμακωτών μέτρων αντίδρασης, με πρώτο βήμα την τρίωρη στάση διαμαρτυρίας που πραγματοποιείται σήμερα, Δευτέρα, από τις 9.00 το πρωί έως τις 12.00 το μεσημέρι.

Οι προσδοκίες έμειναν στα χαρτιά

Η μεταρρύθμιση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης δημιούργησε προσδοκίες για μείωση των δημοτικών τελών και των φορολογικών επιβαρύνσεων. Μέχρι σήμερα, όμως, οι πολίτες βλέπουν αυξήσεις αντί μειώσεις. Τι πήγε λάθος και πότε μπορούν να αναμένουν απτά οικονομικά οφέλη από τη μεταρρύθμιση;

Καταλαβαίνω απόλυτα την ανησυχία του κόσμου και είναι απολύτως λογικό ο πολίτης να αναρωτιέται τι συμβαίνει. Όχι, δεν πήγε κάτι λάθος με την ίδια τη φιλοσοφία ή την αρχιτεκτονική της μεταρρύθμισης. Αυτό που πήγε τραγικά λάθος, και συνεχίζει να πηγαίνει λάθος, είναι η χρηματοδότησή της από το κεντρικό κράτος.

Εμείς ως Ένωση Δήμων, δεν κρύψαμε ποτέ την αλήθεια. Προειδοποιήσαμε εξαρχής και σε όλους τους τόνους. Μάλιστα, τους προηγούμενους μήνες σε επαρχιακές συσκέψεις θέσαμε επιτακτικά αυτά τα ζητήματα. Όταν το κράτος έρχεται και μεταφέρει στους δήμους νέες, κρίσιμες αρμοδιότητες και ένα τεράστιο, δυσβάσταχτο λειτουργικό κόστος, αλλά την ίδια ώρα αρνείται να μας δώσει τους αντίστοιχους οικονομικούς πόρους για να τις υποστηρίξουμε, τι ακριβώς περιμένουμε να συμβεί; Η ανεπαρκής χρηματοδότηση, πρακτικά, δένει τα χέρια των τοπικών Αρχών. Περιορίζει δραματικά τη δυνατότητα των δήμων να προσφέρουν τις ποιοτικές υπηρεσίες που αξίζει ο δημότης και να προχωρήσουν σε νέα έργα που θα βελτιώσουν την καθημερινότητά του.

Όταν το κεντρικό κράτος δεν καλύπτει το πραγματικό κόστος των ευθυνών που μας φόρτωσε, οι επιλογές που απομένουν στο τραπέζι είναι μόνο δύο, και είναι και οι δύο επώδυνες: Ή θα προχωρήσουμε σε δραστική μείωση των υπηρεσιών και των έργων, ή θα αναγκαστούμε να επιβάλουμε νέους και αυξημένους φόρους και τέλη στους πολίτες για να καλυφθεί αυτή η «τρύπα».

Με ρωτάτε, λοιπόν, πότε θα δουν οι πολίτες τα απτά οικονομικά οφέλη που τους υποσχέθηκαν. Η απάντηση είναι ξεκάθαρη. Οι δημότες θα αρχίσουν να βλέπουν τη διαφορά στην τσέπη τους και στην πόλη τους, μόνο όταν η κυβέρνηση σταματήσει αυτή την τακτική. Μόλις σταματήσει, δηλαδή, να μετακυλίει το κόστος της μεταρρύθμισης στις πλάτες των πολιτών και αναλάβει, επιτέλους, τις οικονομικές της ευθύνες απέναντι στην Τοπική Αυτοδιοίκηση, όπως οφείλει.

Υπάρχει η άποψη ότι οι συνενώσεις δεν έγιναν πρωτίστως για λόγους εξορθολογισμού και καλύτερης εξυπηρέτησης των πολιτών, αλλά για να διασωθούν οικονομικά δήμοι που αντιμετώπιζαν σοβαρά προβλήματα βιωσιμότητας. Πόσο βάσιμη είναι αυτή η κριτική;

Ακούγεται αρκετά συχνά αυτή η κριτική το τελευταίο διάστημα, αλλά επιτρέψτε μου να πω ξεκάθαρα ότι πρόκειται για μια πολύ επιφανειακή και, θα έλεγα, άδικη ανάγνωση της πραγματικότητας. Ο πρωταρχικός στόχος των συνενώσεων δεν ήταν σε καμία περίπτωση να λειτουργήσουν ως ένα απλό «σωσίβιο» για προβληματικούς δήμους. Αντιθέτως, ο σχεδιασμός έγινε με γνώμονα να δημιουργηθούν μεγαλύτερες, πιο ισχυρές και ανθεκτικές οντότητες. Οντότητες οι οποίες, μέσα από συνέργειες, θα μπορούσαν να πετύχουν πραγματικές οικονομίες κλίμακας και να προσφέρουν πολύ καλύτερες, αναβαθμισμένες υπηρεσίες στους πολίτες. Εμείς ως Ένωση Δήμων πιστεύουμε στη μεταρρύθμιση και στηρίξαμε αυτή τη φιλοσοφία.

Το πραγματικό πρόβλημα το οποίο, δυστυχώς, πολλές φορές αποκρύπτεται από τον δημόσιο διάλογο, βρίσκεται αλλού. Βρίσκεται στο γεγονός ότι, κατά τη διαδικασία αυτών των συνενώσεων, το κεντρικό κράτος φόρτωσε στους νέους δήμους νέες αρμοδιότητες, παλιές υποχρεώσεις, ελλείμματα και ένα τεράστιο νέο λειτουργικό κόστος χωρίς, όμως, να φροντίσει να προβλέψει και να μεταφέρει τους αντίστοιχους οικονομικούς πόρους.

Για να γίνει απολύτως κατανοητό στον κόσμο, επιτρέψτε μου να σας δώσω ένα πολύ συγκεκριμένο και χαρακτηριστικό παράδειγμα. Όταν, υπό έντονη διαμαρτυρία και τεράστια πίεση για να μην ναυαγήσει η μεταρρύθμιση, αποδεχτήκαμε το ποσό των €117 εκατομμυρίων ως ετήσια κρατική χορηγία, αυτό αφορούσε τον αρχικό σχεδιασμό για 20 δήμους. Στην πορεία, όμως, τι συνέβη; Προσέθεσαν σε αυτούς τους δήμους 63 ολόκληρες κοινότητες.

Αυτό από μόνο του εκτόξευσε τον πληθυσμό, πολλαπλασίασε τη γεωγραφική έκταση, τις υποδομές και τον όγκο των έργων που έπρεπε πλέον να συντηρήσουμε και να διαχειριστούμε. Αλλά το χειρότερο δεν είναι αυτό. Μαζί με αυτές τις 63 κοινότητες, το κράτος μάς μετέφερε εν κρυπτώ δάνεια και τεράστιες οικονομικές υποχρεώσεις που εμείς δεν γνωρίζαμε. Ενώ το κράτος στο παρελθόν έκανε τα στραβά μάτια και δεν διεκδικούσε με ζέση αυτά τα χρέη από τα κοινοτικά συμβούλια, τώρα έρχεται και τα απαιτεί με τον πιο σκληρό τρόπο από τους νέους δήμους. Φτάνουν μάλιστα στο σημείο να απειλούν τα νέα δημοτικά συμβούλια ακόμη και με ποινικές διαδικασίες για χρέη που δεν δημιούργησαν.

Φανταστείτε, λοιπόν, να ζητάς από κάποιους να ενώσουν τα νοικοκυριά τους για να γίνουν πιο δυνατοί, να τους φορτώνεις ξαφνικά χρέη συγγενών που έκρυβες κάτω από το χαλί, όλα τα νέα έξοδα συντήρησης, και ταυτόχρονα να τους κρατάς το εισόδημα «παγωμένο». Επομένως, δεν φταίει η ίδια η φιλοσοφία των συνενώσεων που σήμερα βλέπουμε αυτή την οικονομική ασφυξία. Φταίει η στάση του κράτους και η πλήρης απουσία αυτού του απαραίτητου οικονομικού «μαξιλαριού» για μια τόσο τεράστια μετάβαση.

Τα €117 εκατ. δεν φτάνουν

Δύο χρόνια μετά την εφαρμογή της μεταρρύθμισης εξακολουθεί να συζητείται ο τρόπος καταβολής και η φόρμουλα υπολογισμού της κρατικής χορηγίας προς τους δήμους. Δεν θα έπρεπε ένα τόσο κρίσιμο ζήτημα να είχε ρυθμιστεί πριν από την εφαρμογή της μεταρρύθμισης; Τι δείχνει αυτό για τον σχεδιασμό που έγινε;

Ακούστε, βάζετε το δάχτυλο επί τον τύπον των ήλων και, φυσικά, έχετε απόλυτο δίκιο. Προφανέστατα ένα τόσο θεμελιώδες ζήτημα, όπως είναι η οικονομική επιβίωση των δήμων, θα έπρεπε να είχε ρυθμιστεί οριστικά, νομοθετημένα και «κλειδωμένα» πριν καν κοπεί η κορδέλα της μεταρρύθμισης. Το γεγονός ότι το συζητάμε ακόμα, δύο χρόνια μετά, νομίζω απαντά από μόνο του στο δεύτερο σκέλος της ερώτησής σας. Δείχνει, δυστυχώς, την προχειρότητα και την επιπολαιότητα με την οποία το κεντρικό κράτος αντιμετώπισε την οικονομική αυτοτέλεια της Τοπικής Αυτοδιοίκησης.

Για να είμαστε, όμως, απόλυτα ειλικρινείς με τους πολίτες, πρέπει να εξηγήσουμε πώς ακριβώς φτάσαμε στο σημείο να το συζητάμε ακόμα σήμερα. Η αλήθεια, που δεν πρέπει να ξεχνάμε, είναι ότι η Ένωση Δήμων αποδέχθηκε εκείνο το στατικό ποσό των €117 εκατομμυρίων υπό έντονη διαμαρτυρία. Δεν το χειροκροτήσαμε, ούτε είπαμε ότι είναι επαρκές. Το δεχθήκαμε τότε κάτω από την ασφυκτική πίεση ενός ξεκάθαρου σχεδόν εκβιαστικού διλήμματος. Μας διεμήνυσαν ότι αν δεν κάναμε πίσω σε εκείνη τη φάση, θα ναυαγούσε ολόκληρη η μεταρρύθμιση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης.

Αυτό που ίσως δεν γνωρίζει ο κόσμος, είναι ότι όλο αυτό το διάστημα βρισκόμασταν σε έναν συνεχή, θεσμικό και τεκμηριωμένο διάλογο με το υπουργείο μέχρι και την τελευταία, απογοητευτική απάντηση της κυβέρνησης. Μάλιστα, πιστεύαμε ειλικρινά ότι ήμασταν πολύ κοντά στην επίλυση του προβλήματος. Και το πιστεύαμε διότι η θέση μας ήταν απόλυτα τεκμηριωμένη με αδιάσειστα νούμερα. Είχαμε αποδείξει πέραν πάσης αμφιβολίας τη ραγδαία μείωση της αγοραστικής αξίας αυτών των 117 εκατομμυρίων από τον καιρό που είχε πρωτοσυζητηθεί το νούμερο λόγω της εκτόξευσης του πληθωρισμού, του κόστους της ενέργειας, των καυσίμων και των υλικών.

Σε αυτόν τον διάλογο θέσαμε εμφατικά την ανάγκη για μια οριστική ρύθμιση στη βάση ενός σταθερού ποσοστού επί του κρατικού προϋπολογισμού. Αυτό δεν είναι δική μας εφεύρεση, είναι αυτό που γίνεται σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες βάσει της ευρωπαϊκής χάρτας για την Τοπική Αυτοδιοίκηση. Ταυτόχρονα, ζητήσαμε την αυτονόητη κάλυψη όλων των ελλειμμάτων και υποχρεώσεων που προέκυψαν από τις 63 κοινότητες, οι οποίες, ας μην το ξεχνάμε αυτό, εντάχθηκαν στους 20 δήμους μετά το «κλείδωμα» των 117 εκατομμυρίων ευρώ.

Άρα, για να καταλήξω, ο σχεδιασμός από την πλευρά του κράτους δεν ήταν απλώς ελλιπής. Ήταν ένας σχεδιασμός που προχώρησε στα τυφλά, καθώς ουδέποτε εκπονήθηκαν ολοκληρωμένες τεχνοοικονομικές μελέτες βιωσιμότητας και μελέτες αντικτύπου για τις συνενώσεις. Δεν υπήρξε καμία σοβαρή κοστολόγηση βασισμένη σε πραγματικά, απολογιστικά δεδομένα για το τι θα σήμαινε στην πράξη αυτή η γιγάντωση των δήμων. Αντί για έναν στιβαρό οικονομικό σχεδιασμό, το κράτος στηρίχθηκε απλώς στην ελπίδα ότι τελικά οι δήμοι, για άλλη μια φορά, θα βάλουν πλάτη και θα απορροφήσουν σιωπηλά τους κραδασμούς και τα ελλείμματα.

Η οικονομική ασφυξία και οι εκκρεμότητες

Ποια είναι σήμερα τα σημαντικότερα προβλήματα που παραμένουν άλυτα στη μεταρρύθμιση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και ποιες νομοθετικές παρεμβάσεις θεωρείτε αναγκαίες;

Αν πρέπει να ιεραρχήσω τα προβλήματα, θα σας πω ξεκάθαρα ότι το νούμερο ένα, το απόλυτο και πιο φλέγον πρόβλημα που «πνίγει» αυτή τη στιγμή τη μεταρρύθμιση, είναι η οικονομική ασφυξία. Όλα τα υπόλοιπα ζητήματα, τα πρακτικά και τα λειτουργικά, πηγάζουν από εκεί. Πολύ απλά, δεν μπορείς να στήσεις νέους, μεγάλους δήμους χωρίς τους απαραίτητους οικονομικούς πόρους που να στηρίζουν το νέο τους μέγεθος και τις αυξημένες ευθύνες τους.

Γι' αυτό τον λόγο, αυτό που θεωρούμε ως την πιο κρίσιμη και απολύτως αναγκαία νομοθετική παρέμβαση, είναι η πλήρης αλλαγή φιλοσοφίας εκ μέρους του κράτους. Χρειαζόμαστε άμεσα, τώρα, μια νομοθετική ρύθμιση που να θεσμοθετεί την κρατική χορηγία ως ένα σταθερό ποσοστό επί του κρατικού προϋπολογισμού. Πρέπει, επιτέλους, να εγκαταλείψουμε τα στατικά, κλειδωμένα και αυθαίρετα νούμερα, όπως τα 117 εκατομμύρια, τα οποία διαβρώνονται και τα «τρώει» ο πληθωρισμός πριν καν μπουν στους προϋπολογισμούς μας.

Είναι πραγματικά αδιανόητο. Στην Κύπρο, το ποσοστό της κρατικής χορηγίας προς την Τοπική Αυτοδιοίκηση βρίσκεται καθηλωμένο κάτω από το 2% του κρατικού προϋπολογισμού. Την ίδια ώρα, αν κοιτάξουμε λίγο τι γίνεται στην υπόλοιπη Ευρώπη, θα δούμε ότι τα αντίστοιχα ποσοστά ξεκινούν από 4% με 5% στη Γαλλία, φτάνουν στο 15% με 20% στη Σουηδία και αγγίζουν μέχρι και το 30% στη Δανία.

Φυσικά, πέρα από το ποσοστό, υπάρχουν και άμεσες εκκρεμότητες που αφορούν ξεκάθαρες συμφωνίες και πρέπει να τακτοποιηθούν χωρίς καμία έκπτωση ή «παράθυρα». Θα σας δώσω δύο τρανταχτά παραδείγματα:

Πρώτον, το θέμα με το 60% των εσόδων από τις αδειοδοτήσεις μέσω των Επαρχιακών Οργανισμών Αυτοδιοίκησης (ΕΟΑ). Για το θέμα αυτό, εμείς ως Ένωση Δήμων επιδείξαμε τεράστια καλή θέληση. Αποδεχτήκαμε να αφαιρεθεί από τη νομοθεσία η υποχρέωση των ΕΟΑ να μας επιστρέφουν το 60% από τα έσοδα της αδειοδότησης της ανάπτυξης. Γιατί το κάναμε; Επειδή ακριβώς είχαμε τη ρητή υπόσχεση της κυβέρνησης -δοσμένη μάλιστα επίσημα ενώπιον της Επιτροπής Εσωτερικών της Βουλής- ότι θα καταβάλλει η ίδια 12 εκατομμύρια έναντι αυτής της απώλειας.

Δεύτερον, η συντήρηση του οδικού δικτύου ευθύνης των Δημοσίων Έργων. Το κράτος αρχικά ήρθε με την εντελώς ουτοπική προσέγγιση να μεταφέρει μόλις 3 εκατομμύρια στους δήμους για τη συντήρηση των δρόμων ευθύνης των Δημοσίων Έργων. Καταφέραμε να τους πείσουμε για το παράλογο του ποσού με μία πολύ απλή «μέθοδο των τριών». Χωρίς καν να κάνουμε τους εξειδικευμένους υπολογισμούς που ρεαλιστικά πρέπει να γίνουν, δηλαδή να λάβουμε υπόψη το πλάτος και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του οδικού δικτύου, πήραμε μόνο το μήκος. Το πολλαπλασιάσαμε με τη μέση τιμή των συμβολαίων που είχαν τα ίδια τα Δημόσια Έργα γι' αυτή τη δαπάνη, και αποδείξαμε ότι το ποσό ανέρχεται τουλάχιστον σε 15 εκατομμύρια ευρώ. Και μιλάμε αποκλειστικά για τη συντήρηση του οδοστρώματος, χωρίς να υπολογίζονται καν τα πεζοδρόμια, η τοπιοτέχνηση ή ο καθαρισμός.

Το παράδοξο, λοιπόν, σήμερα ποιο είναι; Ότι το κράτος αμφισβητεί αυτά τα ποσά και ταυτόχρονα τα προσθέτει λογιστικά στην κρατική χορηγία, προσπαθώντας να πείσει την κοινή γνώμη ότι δήθεν μας «αυξάνει» τους πόρους και την κρατική χορηγία στα 144 εκατομμύρια.

Κλείνοντας, υπάρχει ένα τρίτο, τεράστιο ζήτημα που αφορά τον πυρήνα της μεταρρύθμισης: Η πραγματική αυτονομία των δήμων. Δεν μπορεί να μιλάμε για Τοπική Αυτοδιοίκηση, όταν αντιμετωπίζουμε έναν συνεχή και ασφυκτικό κρατικό παρεμβατισμό των υπουργείων. Όπως έχουμε ξεκαθαρίσει, βάσει και των κατευθύνσεων του νομικού μας συμβούλου, ο έλεγχος του κεντρικού κράτους προς τους δήμους πρέπει να περιορίζεται αυστηρά και μόνο στον έλεγχο νομιμότητας των πράξεών μας.

Αντί αυτού, βλέπουμε υπουργεία να υπεισέρχονται στον έλεγχο και την αξιολόγηση της σκοπιμότητας και των αναγκών μας. Για παράδειγμα, παρεμβαίνουν για να αξιολογήσουν αν ένας δήμος έχει πραγματικά «ανάγκη» να προχωρήσει σε μια συγκεκριμένη πρόσληψη ή σε ένα συγκεκριμένο σχεδιασμό. Αυτό είναι απαράδεκτο. Τις πραγματικές ανάγκες της κάθε τοπικής κοινωνίας τις γνωρίζουν και τις αξιολογούν τα εκλεγμένα δημοτικά συμβούλια, τα οποία και λογοδοτούν απευθείας στους πολίτες που τα εξέλεξαν, και όχι το κεντρικό κράτος. Αυτή η καταστρατήγηση της αυτοτέλειας πρέπει να τερματιστεί άμεσα νομοθετικά.

Αν μπορούσα να γυρίσω τον χρόνο πίσω…. 

Αν γυρίζαμε τον χρόνο πίσω, υπάρχουν κάποιες βασικές πρόνοιες της μεταρρύθμισης που θα αλλάζατε;  

Ξέρετε, αυτή είναι ίσως η πιο κρίσιμη ερώτηση που μπορεί να μου κάνει κάποιος σήμερα, γιατί μας αναγκάζει να κάνουμε και τη δική μας, σκληρή αυτοκριτική. Κοιτώντας, λοιπόν, τα πράγματα με την καθαρότητα που σου δίνει η απόσταση του χρόνου, θα σας πω με απόλυτη ειλικρίνεια το εξής: Αν μπορούσαμε μαγικά να γυρίσουμε τον χρόνο πίσω, στην περίοδο των κρίσιμων διαβουλεύσεων πριν ψηφιστεί η μεταρρύθμιση, υπάρχει ένα και μόνο κεφαλαιώδες βήμα που δεν θα κάναμε με τίποτα.

Δεν θα υποκύπταμε ποτέ ξανά στην πίεση να αποδεχτούμε τον περί Δήμων Νόμο του 2022, χωρίς προηγουμένως να έχει «κλειδώσει» απολύτως και νομοθετικά η διασύνδεση της κρατικής χορηγίας με ένα σταθερό ποσοστό επί του κρατικού προϋπολογισμού.

Τότε, θυμάστε πολύ καλά το κλίμα που επικρατούσε. Υπήρχε μια τεράστια, ασφυκτική πίεση, σχεδόν ένας εκβιασμός στον αέρα. Το δίλημμα που μας έθετε το κράτος ήταν λίγο-πολύ «ή δέχεστε τώρα αυτό το απόλυτο νούμερο των 117 εκατομμυρίων, ή η μεταρρύθμιση καταρρέει οριστικά και εσείς, οι δήμοι, θα φέρετε την ιστορική ευθύνη». Εμείς, λειτουργώντας με περίσσευμα καλής πίστης και με τη βαθιά, πατριωτική αν θέλετε, επιθυμία να μην στερήσουμε από την Κύπρο και τους πολίτες της μία τόσο αναγκαία αλλαγή, βάλαμε πλάτη. Κάναμε πίσω. Πιστέψαμε στις ρητές δεσμεύσεις που μας έδιναν τότε ότι «μην ανησυχείτε, ψηφίστε το τώρα να προχωρήσουμε, και το οικονομικό κομμάτι θα το επανεξετάσουμε και θα το λύσουμε στην πορεία».

Αυτή η καλή μας πίστη, δυστυχώς, αποδείχθηκε η αχίλλειος πτέρνα μας. Ήταν ένα λάθος τακτικής από πλευράς μας, γιατί έδωσε το πάτημα στο Υπουργείο Οικονομικών να μας εγκλωβίσει σε στατικά νούμερα. Νούμερα τα οποία σήμερα, μόλις δύο χρόνια μετά, έχουν κυριολεκτικά κατασπαραχθεί από τον πληθωρισμό, την ενεργειακή κρίση και το ραγδαία αυξημένο κόστος ζωής.

Αν, λοιπόν, γυρίζαμε τον χρόνο πίσω, θα λέγαμε ένα βροντερό «όχι» μέχρι να δούμε γραμμένο μαύρο επί λευκού, μέσα στον νόμο, το ελάχιστο ποσοστό που μας αναλογεί από τα κρατικά έσοδα. Δεν θα δεχόμασταν τίποτα λιγότερο από την πραγματική, θεσμοθετημένη οικονομική αυτοτέλεια, για να μην βρισκόμαστε σήμερα στη θλιβερή θέση να ζητάμε τα αυτονόητα και να προσπαθούν να μας παρουσιάσουν στην κοινωνία ως «επαίτες».

Αλλά δεν θα σταματούσα μόνο εκεί. Αν γυρίζαμε τον χρόνο πίσω, θα ήμασταν απολύτως ανυποχώρητοι και στον τρόπο με τον οποίο υπολογίζονται οι δαπάνες για τις νέες αρμοδιότητες που μας μεταφέρει το κεντρικό κράτος. Το είδαμε να γίνεται με τον πιο πρόχειρο τρόπο, όπως προανέφερα, στην περίπτωση της συντήρησης των δρόμων ευθύνης των Δημοσίων Έργων, όπου επιχειρήθηκε να μας δοθεί ένα εντελώς πλασματικό και ανεπαρκές ποσό.

Ξέρετε γιατί αυτό μας ανησυχεί τόσο πολύ σήμερα; Διότι αυτή η νοοτροπία αποτελεί έναν εξαιρετικά επικίνδυνο προάγγελο για όσα έρχονται. Σε λίγο καιρό θα κληθούμε να συζητήσουμε στο τραπέζι το τεράστιο κόστος για τη συγκρότηση και λειτουργία της Δημοτικής Αστυνομίας, αλλά και το γιγαντιαίο εγχείρημα των Σχολικών Εφορειών.

Επιτρέψτε μου να σταθώ ειδικά στο θέμα των Σχολικών Εφορειών, διότι εδώ η ανησυχία μας έχει πραγματικά χτυπήσει «κόκκινο». Η νομοθεσία ορίζει ρητά και κατηγορηματικά ότι η ευθύνη τους θα περάσει στους δήμους με τις επόμενες δημοτικές εκλογές. Μιλάμε για μια κολοσσιαία ευθύνη που αφορά τα παιδιά μας, τα σχολεία μας, τις υποδομές της ίδιας της παιδείας μας. Και όμως, σας το λέω με πάσα υπευθυνότητα: Μέχρι και σήμερα, μέσα του 2026, δεν έχει γίνει καμία απολύτως συζήτηση με το κράτος για το πώς θα γίνει αυτή η ομαλή μετάβαση!

ΤΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΤΗΣ ΕΒΔΟΜΑΔΑΣ

Λογότυπο Altamira

Πολιτική Δημοσίευσης Σχολίων

Οι ιδιοκτήτες της ιστοσελίδας www.politis.com.cy διατηρούν το δικαίωμα να αφαιρούν σχόλια αναγνωστών, δυσφημιστικού και/ή υβριστικού περιεχομένου, ή/και σχόλια που μπορούν να εκληφθεί ότι υποκινούν το μίσος/τον ρατσισμό ή που παραβιάζουν οποιαδήποτε άλλη νομοθεσία. Οι συντάκτες των σχολίων αυτών ευθύνονται προσωπικά για την δημοσίευση τους. Αν κάποιος αναγνώστης/συντάκτης σχολίου, το οποίο αφαιρείται, θεωρεί ότι έχει στοιχεία που αποδεικνύουν το αληθές του περιεχομένου του, μπορεί να τα αποστείλει στην διεύθυνση της ιστοσελίδας για να διερευνηθούν. Προτρέπουμε τους αναγνώστες μας να κάνουν report / flag σχόλια που πιστεύουν ότι παραβιάζουν τους πιο πάνω κανόνες. Σχόλια που περιέχουν URL / links σε οποιαδήποτε σελίδα, δεν δημοσιεύονται αυτόματα.

Διαβάστε περισσότερα