Δύο αποτσίγαρα είναι, σύμφωνα με τους Αμερικανούς εμπειρογνώμονες της ATF, η αιτία της φονικής πυρκαγιάς στην ορεινή Λεμεσό στις 23 και 24 Ιουλίου 2025, όπως αναφέρεται στην έκθεσή τους που δόθηκε σήμερα στη δημοσιότητα από την κυβέρνηση. Οι Αμερικάνοι εμπειρογνώμονες της ATF ξεκίνησαν επιτόπια έρευνα και συνέλεξαν μαρτυρίες από τις 07 Αυγούστου 2025 μέχρι τις 11 Αυγούστου 2025. Σύμφωνα με την έκθεση που ετοίμασαν, εξέτασαν επίσης εκθέσεις και αναφορές από Αστυνομία, Πυροσβεστική Υπηρεσία, Πολιτική Άμυνα, Τμήμα Δασών και Τμήμα Μετεωρολογίας, καθώς και στοιχεία του Ινστιτούτου Κύπρου.
Η κυβέρνηση έδωσε στη δημοσιότητα το ολοκληρωμένο πόρισμα των Αμερικανών το οποίο αριθμεί συνολικά 46 σελίδες και είναι γραμμένο στην αγγλική γλώσσα. Ταυτόχρονα όμως, δόθηκε μαζί στη δημοσιότητα μία σύνοψη στην ελληνική γλώσσα η οποία αναφέρεται μόνο στα συμπεράσματα και έχει έκταση 10 μόλις σελίδες. Σημειώνεται ότι στο ολοκληρωμένο πόρισμα υπάρχουν καλυμμένα ονόματα και άλλα προσωπικά δεδομένα, ενώ η έκθεση συνοδεύεται από φωτογραφικό υλικό, χάρτες, δορυφορικές εικόνες και άλλα στοιχεία.
Η έκθεση αναφέρει πως η έρευνα που έγινε καταδεικνύει «με απόλυτη σαφήνεια» τόσο τη σφοδρότητα της εξάπλωσης της πυρκαγιάς όσο και την αιτία εκδήλωσής της.
Όπως σημειώνεται, η αιτία αποδόθηκε σε απερίσκεπτη απόρριψη τσιγάρου, που ήλθε σε επαφή με ξηρή βλάστηση.
«Δύο αποτσίγαρα που εντοπίστηκαν στην περιοχή ανάφλεξης, εκ των οποίων το ένα με θερμικές αλλοιώσεις, συλλέχθηκαν από τους ερευνητές, καταγράφηκαν ως αποδεικτικό υλικό και παραδόθηκαν στις κυπριακές Αρχές».
Ταχύτατη επέκταση
Στην έκθεση σημειώνεται ότι ενδεικτικό της ταχύτητας με την οποία αναπτύχθηκε η φωτιά είναι ότι στη 1:26 μ.μ. εντοπίστηκε η μοναδική εστία, διαστάσεων ύψους περίπου 1 μέτρου και πλάτους 3 μέτρων, ενώ μόλις 17 λεπτά αργότερα, στη 1:43 μ.μ., είχε ήδη επεκταθεί σε 1,5 εκτάριο (15.000 τ.μ.). Στα 29 λεπτά από την πρώτη αναφορά, στη 1:55 μ.μ., η καμένη έκταση είχε φτάσει τα 2 εκτάρια (20.000 τ.μ.) και οι φλόγες είχαν εισβάλει στον οικισμό Μαλλιά.
Η τοπογραφία της περιοχής λειτούργησε καταλυτικά, προστίθεται, καθώς επέτρεψε στη φωτιά να εξαπλωθεί προς όλες τις κατευθύνσεις, ανεξάρτητα από την κύρια κατεύθυνση του ανέμου. «Οι ισχυροί άνεμοι, σε συνδυασμό με τα τοπικά μοτίβα που δημιουργεί το ανάγλυφο, οδήγησαν σε διάδοση με ρυθμό 60–63 μέτρα ανά λεπτό, πολλαπλασιάζοντας την ένταση και τον κίνδυνο», σημειώνεται.
Όπως αναφέρεται στην έκθεση, η πιθανότητα ανάφλεξης είχε υπολογιστεί στο 100%, με βάση τις περιβαλλοντικές συνθήκες που είχαν καταγραφεί πριν την εκδήλωση: υψηλή θερμοκρασία (39°C), εξαιρετικά χαμηλή υγρασία (19%), παρατεταμένη ξηρασία και άνεμοι που έφταναν τα 9 Μποφόρ. «Πρόκειται για συνθήκες που θεωρούνται εξαιρετικά ευνοϊκές για οποιαδήποτε ανάφλεξη, συμπεριλαμβανομένης από απερίσκεπτη απόρριψη τσιγάρου», σημειώνεται.
Το σημείο ανάφλεξης περιορίστηκε σε ακρίβεια έκτασης 30x30 εκατοστών στην άκρη του δρόμου Μαλλιά - Άρσος.
Με βάση τη συστηματική επιτόπια διερεύνηση, την ανάλυση μαρτυριών, βίντεο και φωτογραφιών, καθώς και την αξιολόγηση των μετεωρολογικών δεδομένων, οι ερευνητές κατέληξαν ότι η πυρκαγιά στη Λεμεσό εκδηλώθηκε στην ανατολική πλευρά του δρόμου που συνδέει τη Μαλλιά με το Άρσος.
Η πυρκαγιά κατέκαψε, σύμφωνα με το πόρισμα των Αμερικάνων, έκταση περίπου 104 τετραγωνικών χιλιομέτρων με περίπου 50% να αφορά χορτολιβαδικές εκτάσεις, 31% σκληρόφυλλη βλάστηση, 16% δενδρώδη βλάστηση και 1,3% αντιστοιχεί σε οικιστικές περιοχές.
Στην έκθεση καταγράφονται σε πίνακα οι αναλυτικές ενέργειες όλων των υπηρεσιών, αρχής γενομένης από το Τμήμα Μετεωρολογίας και τις εκθέσεις του. Στον συγκεκριμένο πίνακα, όλες οι χρονικές αναφορές είναι «κατά προσέγγιση».