Ένας από τους πρωταγωνιστές του αιματηρού επεισοδίου με πυροβολισμούς, τσεκούρια και σιδερολοστούς, το οποίο εκτυλίχθηκε μέρα μεσημέρι σε απόσταση μόλις 100 μέτρων από την Αστυνομική Διεύθυνση Λάρνακας, είναι επικεφαλής φατρίας που δραστηριοποιείται στην πώληση «προστασίας» σε νυχτερινά κέντρα. Το εν λόγω πρόσωπο κατηγορήθηκε πρόσφατα ενώπιον της Δικαιοσύνης για αδικήματα παρόμοιας φύσεως, τα οποία αφορούσαν απειλές και εκβιασμούς.
Η Νομική Υπηρεσία, ενεργώντας ως κατηγορούσα Αρχή, ζήτησε από το δικαστήριο όπως ο κατηγορούμενος παραμείνει υπό κράτηση μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσής του, επικαλούμενη, μεταξύ άλλων, τον σοβαρό κίνδυνο επανάληψης των ίδιων αξιόποινων πράξεων. Το δικαστήριο, ωστόσο, διέταξε όπως ο κατηγορούμενος αφεθεί ελεύθερος υπό όρους. Αποτέλεσμα ήταν το νέο αιματηρό επεισόδιο του περασμένου Σαββάτου, σε μία από τις πλέον κεντρικές περιοχές της Λάρνακας.
Όπως υπέδειξαν ποινικολόγοι στον «Π», η προσωρινή κράτηση ενός κατηγορουμένου δεν συνιστά ποινή αλλά δικονομικό μέτρο, το οποίο αποσκοπεί στη διασφάλιση της ομαλής απονομής της δικαιοσύνης και στην προστασία της κοινωνίας. Υποδεικνύουν, μάλιστα, ότι ο νομοθέτης προβλέπει την επιβολή της ιδίως όταν συντρέχουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής για τη διάπραξη σοβαρών ποινικών αδικημάτων και όταν υφίσταται κίνδυνος φυγής ή τέλεσης νέων αξιόποινων πράξεων.
Συνεπώς, οι δικαστές φέρουν ευθύνη τόσο για τη δημόσια ασφάλεια όσο και για τη διατήρηση της εμπιστοσύνης των πολιτών προς τον θεσμό της Δικαιοσύνης. Και αυτό διότι οφείλουν να λαμβάνουν σοβαρά υπόψη το δημόσιο συμφέρον, δηλαδή την ασφάλεια της κοινωνίας, όταν αποφασίζουν να αφήνουν ελεύθερους, έστω και υπό όρους, κατηγορουμένους που εμπλέκονται κατ’ επανάληψη στη διάπραξη σοβαρών ποινικών αδικημάτων.






