Η «ξαφνική» επαναφορά του ζητήματος των Βρετανικών Βάσεων στη δημόσια συζήτηση δεν είναι ούτε τυχαία ούτε και συγκυριακή. Στην ουσία εντάσσεται στο γνωστό και φορτικά επαναλαμβανόμενο μοτίβο Χριστοδουλίδη, το οποίο έχει πλήρως ενσωματωθεί στο επικοινωνιακό ντελίριο του σημερινού Προέδρου. Το οποίο, βεβαίως, συνδέεται με ένα ευρύτερο πολιτικό και επικοινωνιακό πλαίσιο, με άξονα τόσο τις εξελίξεις στην γειτονιά μας όσο και τις εσωτερικές ισορροπίες εξουσίας, που βρίσκονται μονίμως στις σκέψεις και στους προεδρικούς σχεδιασμούς του με ορίζοντα το 2028.
Ανακίνιση και στόχος
Αν το ζήτημα διατυπωθεί στο επίπεδο πολιτικής εκτίμησης, η χρονική συγκυρία είναι καθοριστική. Η ένταση στη Μέση Ανατολή, η αυξημένη στρατιωτική δραστηριότητα στις Βάσεις και περιστατικά όπως το drone στο Ακρωτήρι, ένα επεισόδιο το οποίο, ωστόσο, έχει μεγιστοποιηθεί σε τέτοιο βαθμό που σήμερα τρέχουν όλοι να αντιμετωπίσουν το τεράστιο αυτογκόλ σε βάρος της κυπριακής οικονομίας. Ακόμη και υπό τέτοιες συνθήκες, όντως δημιουργείται ένα περιβάλλον ανησυχίας. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η ανακίνηση του θέματος για την παρουσία των Βρετανικών Βάσεων από τον Πρόεδρο λειτουργεί ως πολιτική «απάντηση» σε ένα υπαρκτό αίσθημα ανασφάλειας, αλλά και ως προσπάθεια να δείξει ότι η κυβέρνηση δεν είναι παθητικός παρατηρητής των εξελίξεων.
Η σύγχυση
Εν ολίγοις, το θέμα των Βάσεων είναι από τα ελάχιστα ζητήματα που έχουν την ιδιαιτερότητα να ενεργοποιούν ταυτοχρόνως διαφορετικά και συχνά αντίθετα πολιτικά ακροατήρια. Δεν έχει δε σημασία, αν αυτή η ενεργοποίηση, στην ουσία, καθορίζει και τη σύγχυση των πολιτικών επιδιώξεων που κατοικοεδρεύει στους εγκεφάλους αυτών που έχουν τα ηνία σε αυτή τη χώρα.
Από τη μια, η παραδοσιακή αριστερά, με κύριο εκφραστή το ΑΚΕΛ, το οποίο, όπως μας απομνήσκει, ακόμη και την Παρασκευή σε ανακοίνωσή του, είναι συνεπές στον αγώνα κατά της παρουσίας των Βάσεων στην Κύπρο. Μάλιστα, ζητά από τον Πρόεδρο να ξεκαθαρίσει στόχους και επίπεδο διαλόγου, αλλά και θυμίζει τη διαχρονική του στάση απέναντι στις στρατιωτικές Βάσεις, για την οποία μάλλον πιστεύει ότι έχει και την «ιδιοκτησία» του θέματος.
Από την άλλη πλευρά, υπάρχει και ένα ετερόκλητο δεξιό, ακροδεξιό ή εθνικιστικό ακροατήριο, το οποίο επίσης αντιτίθεται στις Βάσεις, αλλά από διαφορετική αφετηρία που έχει να κάνει με την έννοια της εθνικής κυριαρχίας και την αυξανόμενη, το τελευταίο διάστημα, καχυποψία απέναντι στη Δύση. Το γεγονός ότι ένα τόσο φορτισμένο ζήτημα «επικοινωνεί» ταυτόχρονα σε αυτά τα δύο κοινά, το καθιστά πολιτικά ελκυστικό εργαλείο, το οποίο ο σημερινός Πρόεδρος δεν θέλει να αφήσει να περάσει χωρίς πρόσκαιρα κέρδη.
Ελιγμός εσωτερικών προδιαγραφών;
Εδώ ακριβώς, λοιπόν, εγείρεται το ερώτημα των κινήτρων. Θέτει ο Νίκος Χριστοδουλίδης το ζήτημα ως μέρος μιας σοβαρής στρατηγικής επανατοποθέτησης της Κυπριακής Δημοκρατίας ή πρόκειται για έναν ελιγμό εσωτερικής κατανάλωσης;
Υπάρχουν ενδείξεις και για τα δύο, αλλά η εικόνα που κυριαρχεί είναι αυτή της επικοινωνιακής διαχείρισης.
Πρώτον, δεν έχει παρουσιαστεί συγκεκριμένο πλαίσιο για το τι σημαίνει «διάλογος». Σε ποιο επίπεδο θα διεξαχθεί; Ποιοι είναι οι επιδιωκόμενοι στόχοι; Αναθεώρηση; Μερική προσαρμογή; Μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης; Η ασάφεια αυτή επιτρέπει πολιτική ευελιξία, αλλά ταυτόχρονα υπονομεύει την αξιοπιστία της πρωτοβουλίας.
Το αδιέξοδο
Δεύτερον, η επαναφορά του ζητήματος των Βάσεων έρχεται σε μια περίοδο όπου το Κυπριακό παραμένει σε πλήρη ακινησία. Η απενεργοποίηση της Μαρία Άνχελα Ολγκίν, η απογοήτευση που εκπέμπει ο Γενικός Γραμματέας, παρά το γεγονός ότι επιμένει ότι, όσο ακόμη είναι στη θέση του, θα προσπαθήσει για κινήσεις στο πρόβλημα. Στο ίδιο μοτίβο και ο ειδικός απεσταλμένος της Προεδρίας της Κομισιόν, Γιοχάνες Χαν, ο οποίος εκφράζει την απογοήτευσή του για την πορεία στο πρόβλημα και μάλλον μας αποχαιρετά. Αυτή η απουσία ουσιαστικής κινητικότητας ή πρωτοβουλιών στο πρόβλημα, δεν μπορεί παρά να δημιουργεί ένα πολιτικό κενό. Σε αυτό το πλαίσιο, η ανάδειξη ενός «παράλληλου» ζητήματος υψηλού συμβολισμού, όπως είναι οι Βάσεις, μπορεί να λειτουργήσει ως αντιστάθμισμα ή και ως αποπροσανατολισμός από πλευράς του Προεδρικού. Δεν είναι απαραίτητα μια συνειδητή στρατηγική αποφυγής του Κυπριακού, αλλά λειτουργεί αντικειμενικά στη μετατόπιση της δημόσιας συζήτησης από τις δύσκολες αποφάσεις στο πρόβλημα, στο συμβολικό και συναισθηματικά φορτισμένο ζήτημα.
Τρίτον, εντάσσεται σε ένα ευρύτερο μοτίβο πολιτικής συμπεριφοράς που χαρακτηρίζεται από εναλλαγές μηνυμάτων. Από τη μια, ρητορική περί ένταξης στο ΝΑΤΟ. Από την άλλη, αμφισβήτηση της παρουσίας των Βρετανικών Βάσεων, που αποτελούν κρίσιμο στοιχείο της δυτικής αρχιτεκτονικής ασφάλειας. Αυτή η «διπλή γλώσσα» επιτρέπει την προσέγγιση διαφορετικών ακροατηρίων, αλλά ταυτόχρονα δημιουργεί στρατηγική ασάφεια.
Εν ολίγοις, το ερώτημα του λαϊκισμού δεν είναι απλό, αλλά δεν μπορεί να αγνοηθεί. Όταν ένα ζήτημα με τόσο περίπλοκες νομικές και γεωπολιτικές διαστάσεις παρουσιάζεται χωρίς σαφή οδικό χάρτη, υπάρχει ο κίνδυνος να μετατραπεί σε εργαλείο δημιουργίας προσδοκιών που δεν μπορούν να ικανοποιηθούν. Αυτό είναι βασικό χαρακτηριστικό λαϊκίστικης διαχείρισης, αφού αποτελεί την ανάδειξη θεμάτων υψηλού συναισθηματικού πλαισίου χωρίς αντίστοιχη πολιτική επεξεργασία.
Η άλλη ανάγνωση
Υπάρχει, ωστόσο, μια άλλη ανάγνωση. Η θέση του Προέδρου Χριστοδουλίδη ότι το καθεστώς των Βάσεων συνιστά «αποικιακό κατάλοιπο» απηχεί μια διαχρονική πολιτική και κοινωνική αντίληψη στην Κύπρο, όπως τονίστηκε. Ωστόσο, η ταυτόχρονη πρόθεσή του για «ειλικρινή συζήτηση» με το Λονδίνο, δείχνει μια πιο ρεαλιστική προσέγγιση: αναγνώριση του προβλήματος, αλλά και κατανόηση των περιορισμών. Η αναφορά του ζητήματος στα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και η στήριξη από την Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, προσδίδουν πολιτική βαρύτητα, χωρίς όμως να δημιουργούν νομικές δεσμεύσεις.
Στην πράξη, η αλλαγή του καθεστώτος των Βάσεων είναι εξαιρετικά δύσκολη. Απαιτεί:
• Συμφωνία όλων των μερών της Συνθήκης (Ηνωμένο Βασίλειο, Ελλάδα, Τουρκία, Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι).
• Ενδεχομένως επικύρωση σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
• Σύνδεση με μια συνολική διευθέτηση του Κυπριακού.
Εδώ βρίσκεται και ο πυρήνας της αντίφασης που αναδεικνύεται: η δημόσια συζήτηση για απομάκρυνση των Βάσεων συχνά αποσυνδέεται από το ευρύτερο πλαίσιο ασφάλειας. Στην πραγματικότητα, τίποτα ουσιαστικό δεν μπορεί να αλλάξει χωρίς λύση του Κυπριακού. Οι Βάσεις είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με το σύστημα εγγυήσεων και την παρουσία της Τουρκίας στο νησί, αλλά και με τις ίδιες τις πραγματικότητες επί του εδάφους.






