Σύμφωνα με έγγραφο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, που κυκλοφόρησε τον Μάιο 2026, οι τιμές κατοικίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, από το 2014 αυξάνονται σταθερά λόγω αυξημένης ζήτησης και περιορισμένης προσφοράς.
Ως αποτέλεσμα η διαθεσιμότητα κατοικίας να έχει περιοριστεί σε πολύ μεγάλο βαθμό. Αυτό είχε και συνεχίζει να έχει ως αποτέλεσμα ένα αυξανόμενο άνοιγμα μεταξύ της τιμής απόκτησης κατοικίας και του κόστους ενοικίασης με το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών.
Η πλευρά της ζήτησης κατοικίας προσδιορίζεται κυρίως από την αύξηση του εισοδήματος ορισμένων κατηγοριών του πληθυσμού, από τις δημογραφικές εξελίξεις και διαφοροποιήσεις, τις επικρατούσες συνθήκες χρηματοδότησης, καθώς και από άλλες εξελίξεις της αγοράς όπως η ενοικίαση για μικρά χρονικά διαστήματα και η είσοδος θεσμικών επενδυτών στην αγορά ακινήτων.
Η περιγραφή των εξελίξεων σε σχέση με τη διαθεσιμότητα κατοικιών στην Ευρωπαϊκή Ένωση θα μπορούσε να λεχθεί ότι περιγράφει ακριβώς και τις εξελίξεις στο θέμα κατοικίας στην Κύπρο ως μια φυσιολογική εξέλιξη, αφού η Κύπρος είναι πλήρες μέλος της ευρωπαϊκής οικογένειας και οι τάσεις, οι προσδοκίες, οι οικονομικές εξελίξεις και κοινωνικές ανάγκες διέπονται από τις ακολουθητέες πολιτικές κατευθύνσεις και αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η επικρατούσα άποψη είναι ότι οι περιορισμοί στην προσφορά προσιτής κατοικίας αποτελούν τον καθοριστικό παράγοντα για την πρόκληση της έλλειψης διαθέσιμης προσιτής κατοικίας.
Η προσφορά κατοικίας παρουσιάζεται σταθερά ανεπαρκής λόγω της ύπαρξης κανονιστικών και διοικητικών περιορισμών, γραφειοκρατικών διαδικασιών αλλά και περιορισμένης αντικειμενικά δυνατότητας, όπως έλλειψη γης ή ακριβής γης και έλλειψης εργατικού δυναμικού.
Παράλληλα η ζήτηση για προσιτή κατοικία, για αρκετά χρόνια ενισχύονταν από αύξηση εισοδημάτων, δημογραφικών πιέσεων, χαμηλών επιτοκίων και άλλων παραγόντων.
Οι εξελίξεις αυτές, τόσο στην προσφορά όσο και στη ζήτηση προσιτής κατοικίας, όπως θα συμφωνούσε και ο γνωστός οικονομολόγος Άλφρεζ Μάρσιαλ, έχουν ως αποτέλεσμα σήμερα να δημιουργηθεί ένα πολύ σοβαρό πρόβλημα διαθέσιμης προσιτής κατοικίας στην Κύπρο, το οποίο αποτελεί και ένα ευρωπαϊκό πρόβλημα.
Για αντιμετώπιση στην παρούσα συγκυρία του οξυμένου αυτού προβλήματος, χρειάζεται να ληφθεί μία σειρά μέτρων στο πλαίσιο μιας ευρύτερης ευρωπαϊκής πολιτικής λαμβάνοντας υπόψη και τις ιδιαιτερότητες των κρατών μελών.
Στην περίπτωση της Κύπρου απαιτείται περαιτέρω προώθηση μέτρων, όπως η απλοποίηση κανονισμών και αδειοδότησης, η διαμόρφωση πολιτικών σε σχέση με τη διαθεσιμότητα και την αξιοποίηση της γης, καθοριστική διαμόρφωση του εκπαιδευτικού συστήματος σε επίπεδο κατά πρώτον δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης ώστε να υπάρχει διαθέσιμο κατάλληλο τεχνικό προσωπικό, εφαρμογή προγραμμάτων επανακατάρτισης από την Αρχή Ανάπτυξης Ανθρώπινου Δυναμικού ώστε να αποκτηθούν γνώσεις για τις νέες τεχνολογίες και υλικά που χρησιμοποιούνται στον κατασκευαστικό τομέα καθώς και διαμόρφωση κινήτρων για ένταξη στην αγορά κενών κατοικιών ή και κατοικιών που δεν αξιοποιούνται πλήρως διαχρονικά.
Η στόχευση των μέτρων πρέπει να είναι επικεντρωμένη στη μεσαία τάξη, στα ευάλωτα νοικοκυριά, στους νέους και στα νεαρά ζευγάρια, και στους ηλικιωμένους πολίτες.
Η κυβέρνηση με την ανάληψη της διακυβέρνησης, έθεσε τη διαθεσιμότητα προσιτής κατοικίας μεταξύ των πρώτων προτεραιοτήτων της. Το Υπουργείο Εσωτερικών τον Οκτώβριο του 2023 ανακοίνωσε τον καταρτισμό μιας περιεκτικής οικιστικής πολιτικής, με επίκεντρό της την αύξηση προσφοράς προσιτής κατοικίας και τη βελτίωση μέσω κινήτρων της δυνατότητας των πολιτών σε πρόσβαση στην απόκτηση κατοικίας.
Για την υλοποίηση της στρατηγικής αυτής, η κυβέρνηση και ειδικά το Υπουργείο Εσωτερικών έχει βάλει σε εφαρμογή έναν σημαντικό αριθμό σχεδίων, με τη διάθεση αρκετών εκατομμυρίων.
Η συνέχιση εφαρμογής στρατηγικής και επιμέρους πολιτικών για την απόκτηση προσιτής κατοικίας, θα πρέπει να βασίζεται σε μια ορθολογιστική βάση και προγραμματισμό, ώστε οι επενδύσεις στον τομέα κατασκευής και διάθεσης προσιτής κατοικίας να επικεντρώνονται στην αύξηση της προσφοράς, ώστε να μην δημιουργηθούν ανισορροπίες, οι οποίες είναι δυνατό να επιφέρουν αρνητικά αποτελέσματα και διαιώνιση του προβλήματος.
Θα πρέπει να αποφευχθούν μέτρα τα οποία βραχυχρόνια και φαινομενικά να παρουσιάζονται ότι αμβλύνουν το πρόβλημα. Η ενίσχυση μέσω πολιτικών της ζήτησης, χωρίς την ανάλογη ύπαρξη προσφοράς, θα οδηγήσει σε στρεβλώσεις οι οποίες θα οδηγήσουν σε πληθωριστικές τιμές απόκτησης κατοικίας, σε αυξημένο κόστος κατασκευής, εξελίξεις που τελικά θα καταλήξουν σε αισχροκέρδεια χωρίς ικανοποιητική αντιμετώπιση του προβλήματος, χωρίς να αποκλείεται και αύξηση του δημοσιονομικού κόστους.
Επομένως, οι όποιοι δημόσιοι πόροι διατίθενται για την αντιμετώπιση του προβλήματος της απόκτησης προσιτής κατοικίας, θα πρέπει να είναι δομημένοι στις επιμέρους πολιτικές, με τρόπο που να ενισχύουν και να αυξάνουν με πιο γρήγορο ρυθμό, κυρίως την προσφορά προσιτής κατοικίας προς τους πολίτες.
Η ανάδειξη σε πρώτη προτεραιότητα της αύξησης της προσφοράς όχι μόνο θα είναι καθοριστικής σημασίας για τη διαθεσιμότητα προσιτής κατοικίας, αλλά είναι άμεσα συνδεδεμένη με την άμβλυνση άλλων σημαντικών κοινωνικών ζητημάτων, όπως η υπογεννητικότητα, η διευκόλυνση της μετακίνησης στελεχών και εργαζομένων, με τρόπο που ενισχύει τόσο την απασχόληση όσο και την κάλυψη αναγκών των επιχειρήσεων σε εργατικό δυναμικό.
Με τη λήψη των αναφερομένων πιο πάνω μέτρων, όπως η μείωση της γραφειοκρατίας, η απλοποίηση κανονισμών και των διαδικασιών αδειοδότησης, καθώς και η διασφάλιση γης για οικιστικούς σκοπούς, θα απεγκλωβίσει τον κατασκευαστικό τομέα ώστε να αυξηθεί η προσφορά προσιτής κατοικίας. Παράλληλα, θα ενισχύσει την παραγωγικότητα και την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, ιδιαίτερα όταν ο κατασκευαστικός τομέας μαζί με τις οριζόντιες και κάθετες διασυνδέσεις του με πολλούς επαγγελματικούς κλάδους αποτελεί σημαντικό πυλώνα της οικονομικής δραστηριότητας.
*Υπουργός Οικονομικών







