Η διεθνής αστάθεια, οι γεωπολιτικές συγκρούσεις, οι διαταραχές στις εφοδιαστικές αλυσίδες, η ενεργειακή κρίση και η κλιματική αλλαγή απέδειξαν, με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο, ότι η επισιτιστική ασφάλεια δεν αποτελεί πλέον μόνο ζήτημα γεωργικής πολιτικής. Αποτελεί θέμα εθνικής ασφάλειας, οικονομικής ανθεκτικότητας και κοινωνικής συνοχής. Για μια νησιωτική χώρα όπως η Κύπρος, η οποία εισάγει σημαντικό μέρος των τροφίμων που καταναλώνει, η ανάγκη για έναν ισχυρό και σύγχρονο πρωτογενή τομέα είναι σήμερα πιο επιτακτική από ποτέ.
Η Κύπρος εξακολουθεί να εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από εισαγόμενες πρώτες ύλες, ζωοτροφές, δημητριακά, κρέας, φρούτα και λαχανικά συγκεκριμένων εποχών. Η εξάρτηση αυτή μεταφράζεται σε αυξημένο κόστος για τον καταναλωτή κάθε φορά που εκδηλώνονται διεθνείς κρίσεις, αυξάνεται το μεταφορικό κόστος ή επιβάλλονται περιορισμοί στις εξαγωγές από τρίτες χώρες. Η εμπειρία της πανδημίας, αλλά και οι εξελίξεις στην Ουκρανία και τη Μέση Ανατολή, απέδειξαν ότι η επισιτιστική αυτάρκεια δεν αποτελεί πολυτέλεια, αλλά στρατηγική αναγκαιότητα.
Παρά τις δυσκολίες, η Κύπρος διαθέτει σημαντικά συγκριτικά πλεονεκτήματα. Το μεσογειακό της κλίμα, η ποιότητα των προϊόντων της και η διεθνής αναγνώριση προϊόντων όπως το χαλλούμι, οι πατάτες, τα κρασιά, τα εσπεριδοειδή, το ελαιόλαδο και τα αρωματικά φυτά αποτελούν μια ισχυρή βάση πάνω στην οποία μπορεί να οικοδομηθεί ένα νέο παραγωγικό μοντέλο. Το ζητούμενο δεν είναι η επιστροφή στις πρακτικές του παρελθόντος, αλλά η δημιουργία ενός πρωτογενούς τομέα που θα αξιοποιεί την τεχνολογία, την καινοτομία και την επιστημονική γνώση.
Η συμβολή της γεωργίας στο ΑΕΠ μπορεί να φαίνεται περιορισμένη σε σύγκριση με τον τουρισμό ή τις υπηρεσίες, όμως η πραγματική της σημασία είναι πολύ μεγαλύτερη. Ο πρωτογενής τομέας στηρίζει τη μεταποίηση, την εστίαση, τον τουρισμό, το εμπόριο, τις εξαγωγές και την απασχόληση στην ύπαιθρο. Κάθε ευρώ που επενδύεται στην αγροτική παραγωγή δημιουργεί πολλαπλά οφέλη για την οικονομία. Μελέτη του Πανεπιστημίου Κύπρου καταδεικνύει ότι στοχευμένες επενδύσεις μπορούν να δημιουργήσουν εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ οικονομικής δραστηριότητας και περισσότερες από 1.300 νέες θέσεις εργασίας.
Ένας από τους σημαντικότερους στόχους της χώρας πρέπει να είναι η αύξηση του βαθμού αυτάρκειας στα βασικά τρόφιμα. Δεν είναι ρεαλιστικό η Κύπρος να παράγει το σύνολο των αναγκών της, μπορεί όμως να μειώσει ουσιαστικά την εξάρτησή της από τις εισαγωγές. Η ενίσχυση της παραγωγής λαχανικών, φρούτων, γάλακτος, αιγοπρόβειου κρέατος, οσπρίων και ζωοτροφών μπορεί να περιορίσει σημαντικά τις εισαγωγές και να ενισχύσει την ανθεκτικότητα της οικονομίας.
Το σημαντικότερο εμπόδιο εξακολουθεί να είναι το υψηλό κόστος παραγωγής. Η ενέργεια, το νερό, τα λιπάσματα, οι ζωοτροφές και τα καύσιμα έχουν αυξηθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια. Για να παραμείνει ανταγωνιστικός ο Κύπριος παραγωγός, απαιτούνται στοχευμένες πολιτικές που θα μειώσουν το κόστος. Η εγκατάσταση φωτοβολταϊκών στις γεωργικές και κτηνοτροφικές μονάδες, η αξιοποίηση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, η επαναχρησιμοποίηση επεξεργασμένου νερού και τα σύγχρονα αρδευτικά συστήματα μπορούν να μειώσουν αισθητά τα λειτουργικά έξοδα.
Η λειψυδρία αποτελεί ίσως τη μεγαλύτερη πρόκληση για το μέλλον της κυπριακής γεωργίας. Η κλιματική αλλαγή αναμένεται να περιορίσει ακόμη περισσότερο τα διαθέσιμα υδάτινα αποθέματα. Για τον λόγο αυτό απαιτείται ένα ολοκληρωμένο εθνικό σχέδιο διαχείρισης των υδάτινων πόρων, το οποίο θα περιλαμβάνει νέες μονάδες αφαλάτωσης, ευρύτερη αξιοποίηση ανακυκλωμένου νερού, έξυπνα δίκτυα άρδευσης και επενδύσεις σε καλλιέργειες χαμηλής κατανάλωσης νερού.
Εξίσου σημαντική είναι η αξιοποίηση της ψηφιακής τεχνολογίας. Η λεγόμενη «έξυπνη γεωργία» (smart farming) χρησιμοποιεί αισθητήρες, δορυφορικά δεδομένα, Τεχνητή Νοημοσύνη και συστήματα γεωργίας ακριβείας για τη βελτιστοποίηση της παραγωγής. Ο παραγωγός μπορεί να γνωρίζει με ακρίβεια πότε χρειάζεται άρδευση, λίπανση ή φυτοπροστασία, μειώνοντας το κόστος και αυξάνοντας την παραγωγικότητα. Οι τεχνολογίες αυτές δεν αποτελούν πλέον επιλογή του μέλλοντος, αλλά εργαλείο του παρόντος.
Η Κύπρος πρέπει επίσης να επενδύσει στην έρευνα και στη συνεργασία μεταξύ πανεπιστημίων, ερευνητικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων. Η ανάπτυξη νέων ανθεκτικών ποικιλιών, η αξιοποίηση της βιοτεχνολογίας, η γεωργία ακριβείας και οι καινοτόμες μορφές καλλιέργειας, όπως η υδροπονία και η κάθετη γεωργία, μπορούν να αυξήσουν σημαντικά την παραγωγή ακόμη και σε περιορισμένες εκτάσεις.
Παράλληλα, η ενίσχυση των συνεργατικών σχημάτων αποτελεί βασική προϋπόθεση για τη δημιουργία οικονομιών κλίμακας. Οι μικρές και κατακερματισμένες εκμεταλλεύσεις δυσκολεύονται να διαπραγματευτούν καλύτερες τιμές, να επενδύσουν σε τεχνολογία και να διεισδύσουν στις διεθνείς αγορές. Μέσα από σύγχρονους συνεταιρισμούς και ομάδες παραγωγών μπορούν να επιτευχθούν καλύτεροι όροι προμήθειας, αποτελεσματικότερη εμπορία και ισχυρότερη εξαγωγική παρουσία.
Οι εξαγωγές αποτελούν, ίσως, τη σημαντικότερη αναπτυξιακή ευκαιρία για τον κυπριακό αγροδιατροφικό τομέα. Το χαλλούμι απέδειξε ότι ένα κυπριακό προϊόν μπορεί να κατακτήσει τις διεθνείς αγορές όταν συνδυάζει ποιότητα, πιστοποίηση και σωστή προώθηση. Το ίδιο μπορεί να συμβεί με το ελαιόλαδο, τα κρασιά, τις πατάτες, τα εσπεριδοειδή, το μέλι, τα βιολογικά προϊόντα και τα αρωματικά φυτά. Αντί να εξάγονται πρώτες ύλες χαμηλής αξίας, η Κύπρος πρέπει να επενδύσει σε επώνυμα προϊόντα υψηλής προστιθέμενης αξίας, με σύγχρονη συσκευασία, ισχυρή ταυτότητα και διεθνές branding.
Η Κύπρος βρίσκεται σήμερα σε ένα κρίσιμο σημείο καμπής. Μπορεί να συνεχίσει να εξαρτάται ολοένα και περισσότερο από τις εισαγωγές ή να επιλέξει μια νέα πορεία που θα στηρίζεται στην παραγωγή, στην καινοτομία και στην εξωστρέφεια. Η ενίσχυση του πρωτογενούς τομέα δεν αποτελεί επιστροφή στο παρελθόν. Είναι επένδυση στο μέλλον. Είναι μια επιλογή που ενισχύει την οικονομία, προστατεύει την κοινωνία, διασφαλίζει την επισιτιστική επάρκεια και δημιουργεί ένα νέο, βιώσιμο αναπτυξιακό μοντέλο για τις επόμενες γενιές. Ένας ισχυρός πρωτογενής τομέας μπορεί να αποτελέσει τον ακρογωνιαίο λίθο μιας ανταγωνιστικής και ανθεκτικής Κύπρου, με αυτάρκεια και ικανής όχι μόνο να καλύπτει μεγαλύτερο μέρος των διατροφικών της αναγκών, αλλά και να κατακτά νέες διεθνείς αγορές με προϊόντα υψηλής ποιότητας και υψηλής προστιθέμενης αξίας.






