Το ζήτημα του τι θα αναγράφεται στα νέα δελτία ταυτότητας αναδεικνύει, για ακόμη μία φορά, την έλλειψη σοβαρότητας με την οποία, κυρίως τα πολιτικά κόμματα, προσεγγίζουν ακόμη και ζητήματα μεγάλης σημασίας.
Κάθε δημόσια συζήτηση, είτε αφορά την έκδοση δελτίων ταυτότητας είτε τη φορολογική ή τη συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση – όπως συνέβη και συμβαίνει – θα πρέπει να ξεκινά από ένα απλό αλλά θεμελιώδες ερώτημα: «Γιατί;» Ποιος είναι ο επιδιωκόμενος στόχος; Αφού προσδιοριστεί ο στόχος, ακολουθούν τα επόμενα ερωτήματα: πώς επιτυγχάνεται, ποιες είναι οι διαθέσιμες επιλογές, ποιες οι παράπλευρες συνέπειες της καθεμιάς και ποια λύση εξυπηρετεί καλύτερα το δημόσιο συμφέρον.
Η απάντηση στο ερώτημα «Γιατί χρειάζομαι δελτίο ταυτότητας;» σίγουρα δεν είναι για να αποδεικνύω πόσο πατριώτης ή πόσο θρησκευόμενος είμαι. Ούτε για να δηλώνω τον σεξουαλικό μου προσανατολισμό ή άλλες προσωπικές μου επιλογές. Ο σκοπός της ταυτότητας είναι απλά η ασφαλής και αξιόπιστη εξακρίβωση της ταυτότητας του πολίτη.
Το παράδοξο είναι ότι, σε λίγα χρόνια, πιθανότατα δεν θα υπάρχουν καν τα παραδοσιακά δελτία ταυτότητας. Η τεχνολογία οδηγεί ήδη σε ψηφιακές ταυτότητες, ηλεκτρονικά τσιπ και αυτοματοποιημένους ελέγχους. Στο αεροδρόμιο της Ουάσιγκτον, για παράδειγμα, μετά τον έλεγχο διαβατηρίων η επιβίβαση πραγματοποιείται μέσω ενός σαρωτή, χωρίς να απαιτείται η επίδειξη δελτίου ταυτότητας. Αρκεί η σάρωση της κάρτας επιβίβασης – η οποία, μάλιστα, στις περισσότερες περιπτώσεις είναι πλέον ψηφιακή. Τα στοιχεία του επιβάτη έχουν ήδη διασταυρωθεί και η διαδικασία ολοκληρώνεται ηλεκτρονικά.
Την ίδια στιγμή βρισκόμαστε μπροστά σε μια άλλη, πολύ σημαντικότερη πρόκληση: την περιβόητη, απολύτως αναγκαία και υπέρ-υπερβολικά καθυστερημένη συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση.
Δυστυχώς, επαναλαμβάνουμε το ίδιο λάθος. Αν η συζήτηση ξεκινούσε από το βασικό ερώτημα, οι απαντήσεις θα ήταν πολύ πιο ξεκάθαρες: Γιατί χρειαζόμαστε συνταξιοδοτικό σύστημα;
Ακόμη και όσοι σήμερα διαφωνούν – είτε εκπροσωπούν τους εργοδότες είτε τις συνδικαλιστικές οργανώσεις – θα ήταν υποχρεωμένοι να ξεκινήσουν από την ίδια αφετηρία. Κατανοώ τη θέση των εργοδοτών, παρότι διαφωνώ μαζί της. Αντίθετα, δυσκολεύομαι να κατανοήσω τη στάση των συνδικαλιστικών οργανώσεων, παρότι γνωρίζω τα κίνητρά τους.
Το συνταξιοδοτικό σύστημα δεν υπάρχει για να διαχειρίζονται κεφάλαια οι συνδικαλιστικές οργανώσεις ούτε για να επιβαρύνονται οι εργοδότες με επιπλέον κόστος. Ο πραγματικός του σκοπός είναι πολύ πιο απλός και ουσιαστικός: να εξασφαλίζει εισόδημα στους ανθρώπους όταν ολοκληρώνουν τον εργασιακό τους βίο. Να επιτρέπει στους ηλικιωμένους να ζουν με αξιοπρέπεια και οικονομική ασφάλεια. Να περιορίζει τον δημοσιονομικό κίνδυνο και τη μεταφορά του κόστους στις επόμενες γενιές.
Είναι προφανές ότι μια τόσο σημαντική μεταρρύθμιση θα έχει και ορισμένες αρνητικές επιπτώσεις για κάποιες ομάδες. Αυτό, όμως, δεν αποτελεί λόγο για να την αναβάλλουμε επ' αόριστον ή, ακόμη χειρότερα, να την μπλοκάρουμε. Αν υπάρχουν τρόποι ώστε η μετάβαση να γίνει σταδιακά, με κατάλληλα αντισταθμιστικά μέτρα για όσους επηρεάζονται περισσότερο, ασφαλώς αυτό πρέπει να συζητηθεί και να εφαρμοστεί.
Το γεγονός ότι εξακολουθούμε να αντιμετωπίζουμε τόσο κρίσιμα ζητήματα με την ίδια επιπολαιότητα, αποκαλύπτει, στην καλύτερη περίπτωση, πολιτική ανεπάρκεια. Στη χειρότερη, συνιστά ένα διαρκές έγκλημα εις βάρος των μελλοντικών συνταξιούχων και χειρότερα, των επόμενων γενεών, οι οποίες θα κληθούν να πληρώσουν το κόστος των δικών μας λανθασμένων – και ενίοτε εγκληματικών – αποφάσεων.






