Ασφαλώς δεν αναμένει κανείς ότι η Κύπρος θα έχει οποιοδήποτε ρόλο στην παγκόσμια πορεία ανάπτυξης της τεχνητής νοημοσύνης. Μάλλον θα περιοριστεί στην «ελεύθερη» υιοθέτησή της εκεί και όπου μπορεί. Δηλαδή σε ατομικό επίπεδο, όπως γίνεται ήδη, και στο πλαίσιο κάποιων επιχειρήσεων, όπως, επίσης, γίνεται ήδη. Η κρατική μηχανή, που πειραματίζεται με μη ευρωπαϊκά εργαλεία χωρίς δική της «κυρίαρχη» υποδομή, είτε σε επίπεδο λογισμικού είτε σε επίπεδο υλισμικού, και χωρίς να έχει καν εκφράσει σοβαρά την πρόθεσή της να αποπειραθεί να αναπτύξει έστω και πειραματικά κάποια από αυτά, μάλλον θα ακολουθήσει την πεπατημένη. Δηλαδή, τη δημιουργία «βιτρίνας» τεχνολογικής προόδου, διατηρώντας το «back office» στο 1980, με τους φακέλους, τις «κόλλες» και τους συνηθισμένους σε αυτά ταλαιπωρημένους δημόσιους λειτουργούς να συνεχίζουν απερίσπαστα τη χαμηλής παραγωγικότητας εργασία τους.
Βέβαια, η πιο πάνω κατάσταση δεν θα μας εμποδίσει από τις κατά συρροήν ανερμάτιστες εξαγγελίες, τις βαρύγδουπες δημόσιες δηλώσεις, τα συνέδρια, τα πάνελ και την ανταλλαγή «βραβείων» μεταξύ μας. Είναι και αυτά μια δραστηριότητα, άλλωστε, που στην απουσία αποδοτικότητας, δημιουργεί την ψευδαίσθηση της αποτελεσματικότητας. Τουλάχιστον, όμως, δείχνει ότι καταλάβαμε ότι «κάτι γίνεται» και ότι μας αφορά, έστω και αν δεν έχουμε τον τρόπο, το πολιτικό κίνητρο, τα χρήματα, την ικανότητα και τη δυνατότητα, βασικά την όρεξη, για να το πούμε όπως πραγματικά είναι, να κάνουμε οτιδήποτε πραγματικά καινοτόμο ή έστω ενδιαφέρον για τα συμφέροντά μας, γύρω από αυτό το πολύ σοβαρό θέμα.
Επειδή το θέμα είναι σοβαρό και δεν χρειαζόταν το πρόσφατο σχετικό άρθρο του Μπιλ Γκέιτς για να ξυπνήσουμε, επειδή όλες οι κοινωνίες που χαρακτηρίζονται από στοιχειώδη «τεχνολογική ένταση» έχουν ήδη ασχοληθεί με το ζήτημα της διαχείρισης της τεχνητής νοημοσύνης, που δεν τελειώνει στα γνωστά LLMs που όλοι χρησιμοποιούμε. Θα αναμέναμε, λοιπόν, ότι η συγκεκριμένη τεχνολογία, που παρομοιάζεται σε εύρος επιπτώσεων και κοσμογονικών αλλαγών με εκείνην της ηλεκτροδότησης των κοινωνιών μας, που ξεκίνησε στα τέλη του 19ου αιώνα και μέσα σε μερικές δεκαετίες άλλαξε τα πάντα γύρω μας, συλλήβδην. Και εδώ είναι το πρόβλημα με εμάς εδώ στην Κύπρο. 150 χρόνια μετά τη μαζική υιοθέτηση της ηλεκτρικής ενέργειας και τη ραγδαία εξελιχθείσα δεύτερη βιομηχανική επανάσταση που ακολούθησε, η Κύπρος με τις 365 μέρες ηλιοφάνειας, το μικρό μέγεθος και τις μικρές αποστάσεις, δεν μπορεί καλά-καλά να διασφαλίσει επαρκή προσφορά για να ικανοποιήσει τη ζήτηση, δεν μπορεί να επιλύσει τα ζητήματα δημόσιας διακίνησης και έχει αποτύχει στη διαχείριση των υδάτινων πόρων της και των σκουπιδιών της. Οπότε, για ποια πολιτική τεχνητής νοημοσύνης να μιλήσουμε και με ποια αξιοπιστία να εμπλακούν οι αρμόδιοι εδώ και στο εξωτερικό στις συζητήσεις που διεξάγονται διεθνώς;
Επειδή χωρίς ηλεκτρισμό και χωρίς νερό, για να τα πούμε απλά και με το όνομά τους, ούτε Date Centers μπορούμε να φτιάξουμε, ούτε επενδύσεις σε αυτό τον τομέα θα προσελκύσουμε, και ούτε κυρίαρχη επιστημονική δουλειά θα κάνουμε. Θα αρκεστούμε σε περιθωριακούς ρόλους, και ακόμα πιο πίσω από αυτούς. Και τούτο θα έχει σοβαρές συνέπειες πολύ σύντομα, στην οικονομία, στην παιδεία, στη δημόσια υπηρεσία, και γενικότερα στην κοινωνία, όπου παρατηρείται το εξαιρετικά ενδιαφέρον φαινόμενο της χρήσης των LLMs από τους Κύπριους ως μιας ακόμα «μηχανής αναζήτησης», αλλά μέχρι εκεί. Από εκεί και πέρα, συνεχίζουμε να λειτουργούμε όπως λειτουργούσαμε το 1980.
Αν συνεχίσουμε με την υφιστάμενη προσέγγιση, η απόσταση μεταξύ δημόσιου τομέα, εκπαίδευσης και παιδείας, και ξένων επιχειρήσεων τεχνολογίας που επέλεξαν να αξιοποιήσουν τα φορολογικά μας κίνητρα για να δημιουργήσουν εδώ παρουσία, θα μεγαλώσει ακόμα περισσότερο. Και το χειρότερο, η Κύπρος, ως Πολιτεία, δεν θα έχει ιδέα για τα όσα γίνονται στην επικράτειά της και ούτε θα μπορεί να ασκήσει την οποιαδήποτε εποπτεία ή διαχείριση, αλλά ούτε και να κερδίσει οτιδήποτε σε επίπεδο τεχνογνωσίας. Κάτι άλλωστε που συμβαίνει με πολλούς τομείς, δυστυχώς.
Η διαχείριση της τεχνητής νοημοσύνης δεν είναι απλή υπόθεση και δεν προσφέρεται για επιφανειακές τοποθετήσεις, εντυπωσιολογία και τα γνωστά, στα οποία είμαστε συνηθισμένοι. Αφορά τα πάντα γύρω μας, και κυρίως αφορά το μέλλον μας, την εθνική μας ασφάλεια, και την υψηλή στρατηγική της Πολιτείας μας, που ποτέ δεν είχε. Ίσως, λοιπόν, ήρθε η ώρα να το δούμε περισσότερο σοβαρά από ό,τι κάνουμε συνήθως. Πριν είναι αργά…






