Η διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων (ΜΕΔ) εξακολουθεί να αποτελεί ένα από τα πιο ευαίσθητα κεφάλαια της οικονομικής συζήτησης στην Κύπρο, με ισχυρές κοινωνικές και πολιτικές προεκτάσεις. Οι πρόσφατες παρεμβάσεις και οι δημόσιες τοποθετήσεις επιχειρηματικών και πολιτικών παραγόντων έχουν τροφοδοτήσει τη συζήτηση για το πώς πρέπει να αντιμετωπιστεί το ζήτημα, ειδικά σε σχέση με τις ρυθμίσεις δανείων, τις εκποιήσεις και την εμπιστοσύνη αγορών-επενδυτών προς την κυπριακή οικονομία.
Παρακάτω ακολουθεί μια σειρά ερωτήσεων και απαντήσεων που «αποκωδικοποιούν» το θέμα, εξηγούν τα βασικά σημεία και σκιαγραφούν γιατί η διατήρηση του υφιστάμενου θεσμικού πλαισίου για τα ΜΕΔ εξακολουθεί να παίζει κρίσιμο ρόλο.
Τι είναι τα ΜΕΔ και γιατί απασχολούν τόσο την οικονομία;{
Μη εξυπηρετούμενα δάνεια (ΜΕΔ) είναι δάνεια για τα οποία οι δανειολήπτες έχουν καθυστερήσει σημαντικά πληρωμές ή έχουν διακόψει τις πληρωμές πλήρως. Λειτουργούν ως «βάρος» για την οικονομία, γιατί δεσμεύουν κεφάλαια που δεν επιστρέφονται, μειώνουν τη ρευστότητα του τραπεζικού συστήματος και επηρεάζουν αρνητικά την εμπιστοσύνη των επενδυτών.
Τα ΜΕΔ αποτέλεσαν κυρίαρχο πρόβλημα στην Κύπρο μετά την τραπεζική κρίση του 2013. Παρότι σήμερα τα επίπεδα των ΜΕΔ είναι πολύ χαμηλότερα από τα δύσκολα χρόνια της περιόδου 2014-16 (ακόμη και κάτω από 2% σε κάποιες περιπτώσεις τραπεζών) και συνεχίζουν να μειώνονται, το πρόβλημα δεν έχει εξαλειφθεί πλήρως.
Πώς έχει εξελιχθεί η διαχείριση των ΜΕΔ;
Το μεγάλο βάρος των ΜΕΔ σήμερα δεν βρίσκεται πλέον στους ισολογισμούς των τραπεζών, αλλά έχει μετακινηθεί σε εταιρείες εξαγοράς πιστώσεων (ΕΕΠ) που έχουν αγοράσει τα «κόκκινα» δάνεια, συνολικής ονομαστικής αξίας περίπου €18 δισ.
Αυτό σημαίνει ότι η διαχείριση του προβλήματος γίνεται από έναν μεγαλύτερο αριθμό φορέων-τραπεζών, servicers και κρατικών δομών όπως η ΚΕΔΙΠΕΣ - με στόχο την εξεύρεση βιώσιμων λύσεων είτε μέσω ρυθμίσεων, ανταλλαγών ακινήτων με χρέος, είτε με άλλες μορφές διακανονισμών. Οι ΕΕΠ με την επένδυσή τους διαδραμάτισαν έναν ουσιαστικό ρόλο στην εξυγίανση των ισολογισμών των τραπεζών. Χωρίς τις πωλήσεις των «κόκκινων» δανείων δεν θα μπορούσε να ξεκινήσει ο κύκλος των αναβαθμίσεων της κυπριακής οικονομίας που την έφερε στην επενδυτική βαθμίδα.
Γιατί δεν αγόρασε το κράτος τα ΜΕΔ;
Πρώτον η απευθείας αγορά θα συνιστούσε κρατική στήριξη η οποία δεν θα λάμβανε έγκριση και δεύτερον θα επιβάρυνε τα δημόσια οικονομικά, όταν η χώρα προσπαθούσε να αναρρώσει από το σοκ του «κουρέματος» και του μνημονίου. Η πώληση των ΜΕΔ σε εξειδικευμένες εταιρίες ήταν το μοντέλο που ακολουθήθηκε και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες και δεν εφαρμόστηκαν επιλογές που μετέφεραν το βάρος στον φορολογούμενο.
Πώληση προς κράτος έγινε έμμεσα στην περίπτωση του Συνεργατισμού και με τη λειτουργία της ΚΕΔΙΠΕΣ. Ωστόσο η ΚΕΔΙΠΕΣ διέπεται από ένα αυστηρό πλαίσιο λειτουργίας υπό την εποπτεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και δεν διαφέρει στην πράξη από τις υπόλοιπες εταιρείες εξαγοράς πιστώσεων. Δηλαδή ακόμη και αν το κράτος αγόραζε όλα τα ΜΕΔ, οι κανόνες θα ήταν οι ίδιοι.
Γιατί υπάρχει τόσο έντονη συζήτηση για τις εκποιήσεις;
Οι εκποιήσεις -δηλαδή η διαδικασία πώλησης εξασφαλίσεων όταν ο δανειολήπτης δεν εξυπηρετεί το δάνειό του- είναι ένα δύσκολο θέμα. Κοινωνικά, θεωρούνται ευαίσθητες, καθώς μπορεί να οδηγήσουν σε απώλεια περιουσίας για νοικοκυριά. Πολιτικά, γιατί κόμματα και κυβέρνηση όταν πλησιάζουν εκλογές, όπως συμβαίνει στη σημερινή συγκυρία, υποκύπτουν στις σειρήνες μιας λαϊκίστικης προσέγγισης. Στην πραγματικότητα, όπως δείχνουν τα στοιχεία, οι περισσότερες υποθέσεις δεν καταλήγουν σε εκποίηση αλλά σε αναδιαρθρώσεις, εξοφλήσεις ή ανταλλαγές, όταν υπάρχει κίνητρο και διαπραγματευτική πίεση. Η απουσία αποτελεσματικών εργαλείων πίεσης μπορεί να αυξήσει τις στρατηγικές καθυστερήσεις και να λειτουργήσει τελικά σε βάρος των συνεπών δανειοληπτών. Δυστυχώς δεν έχει γίνει κατανοητό ότι η παράταση στην επίλυση προβληματικών δανείων λειτουργεί εις βάρος του δανειολήπτη και υπονομεύει την κουλτούρα πληρωμών. Μιλώντας για κουλτούρα ο συναισθηματικός δεσμός με την ακίνητη περιουσία και το στίγμα της πτώχευσης δεν επιτρέπει τη λήψη ορθολογικών αποφάσεων εγκλωβίζοντας τους οφειλέτες σε χρέη που μόνο αυξάνονται όταν δεν υπάρχουν καταβολές.
Ποιος είναι ο ρόλος του θεσμικού πλαισίου στη διαχείριση των ΜΕΔ;
Το ισχύον θεσμικό πλαίσιο -που περιλαμβάνει κανόνες για ρυθμίσεις, πλειστηριασμούς, τον μηχανισμό αφερεγγυότητας και κοινωνικά εργαλεία όπως το «Ενοίκιο Έναντι Δόσης»- έχει στόχο να εξισορροπήσει την ανάγκη για ανάκτηση οφειλών και τη διασφάλιση κοινωνικά δίκαιων λύσεων για ευάλωτους δανειολήπτες.
Η ανάλυση όμως των πραγματικών δεδομένων υποστηρίζει ότι η αναμόχλευση των κανόνων μπορεί να οδηγήσει σε αρνητικές συνέπειες για την οικονομία και τον ίδιο τον δανειολήπτη - κυρίως μέσω παρατεταμένης αβεβαιότητας.
Πώς συνδέεται το ζήτημα με την εμπιστοσύνη των επενδυτών;
Ο διευθύνων σύμβουλος της Τράπεζας Κύπρου, Πανίκος Νικολάου, εξήγησε την εβδομάδα που μας πέρασε ότι οποιαδήποτε μονομερής παρέμβαση που αλλάζει τους κανόνες συμβατικών υποχρεώσεων μπορεί να βλάψει την αξιοπιστία της χώρας και να στείλει αρνητικά μηνύματα στις διεθνείς αγορές.
Αυτό συμβαίνει διότι η σταθερότητα των κανόνων είναι βασικός παράγοντας για την προσέλκυση επενδύσεων, ειδικά σε μια μικρή ανοιχτή οικονομία όπως η κυπριακή. Κάθε αίσθηση αβεβαιότητας ή αλλαγών εν κινήσει στο ρυθμιστικό περιβάλλον μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο για επενδυτές και να μειώσει τη διάθεση για νέα κεφάλαια. Η Κύπρος είναι μια μικρή χώρα, θέλει να είναι ένα διεθνές επιχειρηματικό κέντρο και η εμπιστοσύνη στους θεσμούς είναι καταλυτική για την προσέλκυση σοβαρών επενδύσεων.
Άρα η λύση είναι ο κόσμος να χάσει το σπίτι του;
Όχι. Η προσέγγιση αυτή είναι υπεραπλουστευτική και δεν αποτυπώνει την πραγματική εικόνα. Η ουσία της συζήτησης δεν είναι να οδηγηθούν νοικοκυριά στην απώλεια της πρώτης κατοικίας τους, αλλά να διατηρηθεί ένα λειτουργικό πλαίσιο που επιτρέπει λύσεις πριν φτάσει κανείς στο έσχατο μέτρο της εκποίησης.
Στην πράξη, όπως αναφέραμε, η μεγάλη πλειονότητα των υποθέσεων ΜΕΔ δεν καταλήγει σε εκποίηση, αλλά σε ρυθμίσεις, αναδιαρθρώσεις, μερικές διαγραφές χρέους ή εναλλακτικές διευθετήσεις. Η ύπαρξη, όμως, ενός αξιόπιστου πλαισίου εκποιήσεων λειτουργεί ως μηχανισμός πίεσης για να καθίσουν όλα τα μέρη στο τραπέζι και να αναζητήσουν βιώσιμη λύση. Αν αυτό το εργαλείο αποδυναμωθεί πλήρως, μειώνονται και τα κίνητρα για συμβιβασμό.
Το πραγματικό ζητούμενο είναι η στοχευμένη προστασία των ευάλωτων δανειοληπτών, όχι η οριζόντια κατάργηση διαδικασιών. Σε αυτό το πλαίσιο, αποκτά ιδιαίτερη σημασία η προοπτική δημιουργίας ή ενίσχυσης μιας οργανωμένης διαδικασίας εξέτασης των «δύσκολων» ή οριακών υποθέσεων - εκεί όπου υπάρχουν κοινωνικά, οικονομικά ή ιατρικά δεδομένα που καθιστούν την περίπτωση πιο σύνθετη.
Μια τέτοια διαδικασία θα μπορούσε να λειτουργεί ως φίλτρο και:
- να αξιολογεί εξατομικευμένα την πραγματική δυνατότητα αποπληρωμής,
- να διαχωρίζει τους στρατηγικούς κακοπληρωτές από τους πραγματικά αδύναμους,
- να εισηγείται βιώσιμες λύσεις (π.χ. μακροχρόνιες ρυθμίσεις, κοινωνικά σχήματα στέγασης, ανταλλαγή περιουσίας με διαγραφή μέρους του χρέους).
Με αυτόν τον τρόπο, διασφαλίζεται ότι η εκποίηση παραμένει έσχατο και όχι αυτόματο μέτρο, ενώ ταυτόχρονα δεν υπονομεύεται η αξιοπιστία του θεσμικού πλαισίου και η σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος.
Συνεπώς, η απάντηση δεν είναι «να χάσει ο κόσμος το σπίτι του», αλλά να διαμορφωθεί ένας μηχανισμός που θα ξεχωρίζει τις περιπτώσεις που χρειάζονται κοινωνική προστασία από εκείνες που απαιτούν εφαρμογή των κανόνων. Η ισορροπία ανάμεσα στην κοινωνική ευαισθησία και τη θεσμική συνέπεια είναι το πραγματικό διακύβευμα.






