Υπάρχουν άνθρωποι που μιλούν για το διεθνές δίκαιο σαν να πρόκειται για ένα μακρινό, τεχνικό, σχεδόν γραφειοκρατικό πεδίο. Και υπάρχουν κι οι άνθρωποι που το κουβαλούν ως εμπειρία ζωής, ακαδημαϊκό αντικείμενο, διπλωματική διαδρομή και πολιτική ευθύνη. Ο Ανδρέας Μαυρογιάννης ανήκει στη δεύτερη κατηγορία.
Πρέσβης επί τιμή της Κυπριακής Δημοκρατίας, διπλωμάτης με μακρά διαδρομή στα Ηνωμένα Έθνη και στο Κυπριακό, εξελέγη πρόεδρος της 77ης Συνόδου της Επιτροπής Διεθνούς Δικαίου του ΟΗΕ (International Law Commission). Εξελέγη ως μέλος της Επιτροπής για μια πενταετή θητεία (2023-2027) σε ένα από τα σημαντικότερα όργανα του μεταπολεμικού διεθνούς συστήματος. Ο θεσμός αυτός των Ηνωμένων Εθνών εργάζεται πάνω στην κωδικοποίηση και την προοδευτική ανάπτυξη του διεθνούς δικαίου, δηλαδή πάνω στους κανόνες που πρέπει να διέπουν τις διεθνείς σχέσεις και να συγκρατούν τον κόσμο για να αποφεύγει την απειλή ή την χρήση μέσων βίας και καταναγκασμού.
Κανόνες υπό… πολιορκία
Η συζήτηση μαζί του θα είχε ενδιαφέρον σε οποιαδήποτε συγκυρία. Σήμερα, όμως, μοιάζει σχεδόν αναγκαία. Ο Ντόναλντ Τραμπ αμφισβητεί την πολυμέρεια, τους διεθνείς οργανισμούς και την ίδια τη λογική των δεσμευτικών κανόνων. Η Ουκρανία, η Γάζα και η Μέση Ανατολή θυμίζουν καθημερινά ότι το διεθνές δίκαιο δεν είναι μια πολιτικά ουδέτερη διάλεξη σε ένα πανεπιστήμιο, αλλά πεδίο σύγκρουσης. Άλλοι το επικαλούνται, άλλοι το παραβιάζουν, άλλοι το φοβούνται, άλλοι το θεωρούν πολυτέλεια. Ο Μαυρογιάννης, όμως, επιμένει ότι χωρίς αυτό δεν μένει παρά ο νόμος του ισχυρού.
«Η 77η Σύνοδος σημαίνει ότι αυτή η Επιτροπή υφίσταται εδώ και 77 χρόνια», λέει στην αρχή της συζήτησής μας. «Είναι μία από τις σημαντικότερες επιτροπές του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών. Είναι επικουρικό όργανο της Γενικής Συνέλευσης και έχει επιφορτιστεί με βάση το άρθρο 13 του Χάρτη με την κωδικοποίηση και την προοδευτική ανάπτυξη του διεθνούς δικαίου».
Ο Μαυρογιάννης περιγράφει την πραγματικότητα προσπαθώντας να μην υποτιμήσει δύσκολες καταστάσεις: «Ναι, η πολυμερής διπλωματία και το διεθνές δίκαιο πολιορκούνται και υφίστανται συνεχείς επιθέσεις, αλλά δεν πρέπει ποτέ να θεωρούμε ότι αυτοί που παραβιάζουν και αυτοί που επιτίθενται μπορούν να καθορίζουν το δίκαιο».
Η αμέσως επόμενη φράση του αποτελεί το επίκεντρο της συζήτησής μας: «το διεθνές δίκαιο και η πολυμερής διπλωματία με επίκεντρο τον Οργανισμό των Ηνωμένων Εθνών είναι οι μόνοι παράγοντες που μπορούν να μετριάσουν την επικράτηση του νόμου του ισχυρού. Δεν υπάρχει τίποτα άλλο. Αλλιώς επιστρέφουμε στον νόμο της ζούγκλας».
Τι σημαίνει όμως διεθνές δίκαιο σήμερα; Ο Μαυρογιάννης δεν δέχεται την κυνική απάντηση ότι είναι απλώς ένα εργαλείο νομιμοποίησης των ισχυρών. Αλλά δεν ωραιοποιεί και την πραγματικότητα. «Και τα δύο ισχύουν», λέει. «Αλλά στην πραγματικότητα το διεθνές δίκαιο είναι ένα σύστημα υποχρεωτικών κανόνων δικαίου». Το ζήτημα δεν βρίσκεται, κατά τον ίδιο, στην ύπαρξη των κανόνων. Βρίσκεται στην εφαρμογή τους. «Το μεγάλο πρόβλημα που έχει το διεθνές δίκαιο είναι ότι είναι κυρίως δημιουργία των κρατών. Αποφασίζουν τα κράτη για το ποιο θα είναι το διεθνές δίκαιο μέσα από μακρόπνοες διαδικασίες. Οι συντάκτες και οι υποκείμενοι στους κανόνες είναι οι ίδιοι και το σύστημα στηρίζεται στην συναίνεση. Αλλά εκεί όπου το διεθνές δίκαιο έχει πρόβλημα είναι ότι, εκτός από μικρές εξαιρέσεις, στερείται μηχανισμών εφαρμογής την ώρα που για πολλούς και διάφορους λόγους και ανάλογα με το τι τα βολεύει κάποια κράτη προσπαθούν να αποφύγουν την τήρηση των δεσμεύσεων τους. Αυτό όμως δεν μειώνει την υποχρεωτικότητα των κανόνων». Δεν είναι η επιλεκτική επίκληση των κανόνων που μειώνει την καθολικότητά τους.
Ο Τραμπ αγνοεί τη διεθνή έννομη τάξη
Εδώ βρίσκεται και η μεγάλη αντίφαση της διεθνούς ζωής: οι κανόνες υπάρχουν, αλλά η επιβολή τους δεν είναι αυτονόητη. «Ακόμη και αν καταφέρεις να υπαχθεί μια διαφορά στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης ή σε άλλους δικαιοδοτικούς μηχανισμούς που παίρνουν υποχρεωτικές αποφάσεις, μετά η εφαρμογή των αποφάσεων αυτών δεν μπορεί να γίνει με κάποιους συγκεκριμένους μηχανισμούς, όπως γίνεται στο εσωτερικό δίκαιο. Υπάρχουν μέτρα πίεσης, αν και όταν μπορεί να λειτουργήσει το Συμβούλιο Ασφαλείας. Αλλά δεν δουλεύει με τον ίδιο αυτοματισμό που λειτουργούν τα πράγματα στο εσωτερικό δίκαιο».
Τον ρωτώ αν ζούμε μια νέα κρίση του διεθνούς δικαίου ή αν απλώς βλέπουμε πιο καθαρά την αρχαία θέση που μας έρχεται από την εποχή του Θρασύμαχου πως το διεθνές δίκαιο λειτουργεί πάντα μέσα σε σχέσεις ισχύος. Η απάντησή του μεταφέρει το νήμα όλου αυτού του προβληματισμού στην εποχή Τραμπ και επαναλαμβάνει με νόημα: «Εκείνο που υπάρχει σήμερα, μετά από 80 τόσα χρόνια του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, γύρω από τον οποίο περιστράφηκε η διεθνής έννομη τάξη από το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, είναι ότι υπάρχει μία κρίση της πολυμέρειας. Αυτή η κρίση της πολυμέρειας συνίσταται στο ότι κάποιες μεγάλες δυνάμεις θεωρούν ότι μπορούν. Για παράδειγμα, η θεώρηση του προέδρου Τραμπ είναι: αν μπορείς να κάνεις κάτι, κάν’ το. Αυτό δεν συνάδει καθόλου με την έννοια του διεθνούς δικαίου και της πολυμέρειας».
Άρα, ποιος πρέπει να φοβάται το διεθνές δίκαιο; «Όλοι αυτοί που παραβιάζουν το διεθνές δίκαιο πρέπει να φοβούνται», απαντά. «Γιατί το διεθνές δίκαιο, μέσα από τους μηχανισμούς που έχουν σιγά σιγά οριστικοποιηθεί τα τελευταία χρόνια, περιλαμβάνει πλέον και θέμα προσωπικής ευθύνης και προσωπικής ποινικής ευθύνης, όπως βλέπουμε να γίνεται με το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο».
Όμως ο φόβος δεν αφορά μόνο πρόσωπα. Αφορά και κράτη. «Πρέπει να φοβούνται και εκείνες οι χώρες που παραβιάζουν το διεθνές δίκαιο ή που δεν συμμορφώνονται με βασικούς του κανόνες», λέει. «Δεν σημαίνει αναγκαστικά ότι θα υπάρξουν μέτρα εφαρμογής εναντίον τους. Είναι πολύ πιο δύσκολο αυτό. Αλλά για παράδειγμα, μια χώρα όπως η Τουρκία, που δεν αναγνωρίζει τη Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας, που δεν αναγνωρίζει ούτε τους εθιμικούς κανόνες για το Δίκαιο της Θάλασσας, πρέπει να ανησυχεί πάρα πολύ από οποιονδήποτε μηχανισμό ή οποιαδήποτε απόφαση μπορεί να ληφθεί διεθνώς που αφορά το Δίκαιο της Θάλασσας. Γιατί η θέση της είναι εκτός δικαίου, εκτός διεθνούς δικαίου».
Τι απαντά σε έναν πολίτη που βλέπει πολέμους στην Ουκρανία, στη Γάζα, στο Ιράν και σκέφτεται ότι οι κανόνες δεν ισχύουν για όλους; Ο Μαυρογιάννης ούτε του ζητά να είναι αφελής, ούτε του ζητά να γίνει κυνικός. «Οι κανόνες ισχύουν για όλους, αλλά έχουμε σαφείς παραβιάσεις. Τι κάνεις όταν υπάρχουν παραβιάσεις; Καταργείς τους κανόνες; Ή κάνεις ό,τι μπορείς για να τους εφαρμόσεις;» Για τον ίδιο, το διεθνές δίκαιο δεν καταργεί τις σχέσεις ισχύος. Τις περιορίζει, τις καθυστερεί. «Το διεθνές δίκαιο καταφέρνει σε έναν βαθμό και κάτω από συγκεκριμένες περιστάσεις να μετριάσει τις σχέσεις ισχύος. Δεν σημαίνει ότι τις καταργεί. Μακάρι να μπορούσαμε να φτάσουμε σε μια οργάνωση που να μπορέσει να καταργήσει αυτή την επικράτηση των σχέσεων δυνάμεως. Αλλά πρέπει σιγά σιγά να προσπαθήσουμε να επαναφέρουμε τα πράγματα σε μια ελάχιστη τάξη».
«Η Κύπρος με καθοδηγεί…»
Κάπου σε αυτό το σημείο της συζήτησης γίνεται και μια αναφορά στην Κύπρο, ως ιστορικό παράδειγμα, αλλά και ως προσωπικό τραύμα που εξηγεί πολλά από τη δική του διαδρομή. «Εμείς στην Κύπρο φωνάζουμε ακόμα, και με το δίκιο μας, ότι είμαστε θύματα της τουρκικής εισβολής και της κατοχής. Απέναντι σε μια σαφή παραβίαση κάθε κανόνα διεθνούς δικαίου, τι κάνουμε; Λέμε ότι δεν πρέπει να κάνουμε τίποτα; Πρέπει να επιμείνουμε με κάθε τρόπο για να γίνει αποδεκτή η ανάγκη αποκατάστασης της διεθνούς νομιμότητας». Η προσωπική του σχέση με το διεθνές δίκαιο περνά μέσα από αυτήν ακριβώς την εμπειρία. «Σίγουρα με επηρεάζει και με κάνει πιο αποφασισμένο στην ανάγκη διαφύλαξης των κανόνων», λέει. «Θα έλεγα ότι οι περιπέτειες της Κύπρου ήταν ο βασικός λόγος που εγώ έχω οδηγηθεί στη ζωή μου και στην καριέρα μου προς αυτή την κατεύθυνση και στην ανάγκη προστασίας και σεβασμού των κανόνων. Πιστεύω στην πραγματική διεθνή έννομη τάξη και πιστεύω ότι έχει γίνει μια πολύ καλή δουλειά από το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου μέχρι σήμερα. Ο ανθρώπινος πολιτισμός χρειάζεται και πρέπει να είναι υπερήφανος για τους κανόνες και να μη δέχεται ποτέ την παραβίασή τους».
Δεν γίνεται όμως να προσπεράσει περιπτώσεις όπου επικράτησαν δύο μέτρα και δύο σταθμά. «Δεν πρέπει να δεχόμαστε τα δύο μέτρα και δύο σταθμά. Δεν μπορεί η διεθνής κοινότητα το 1990 να κάνει επέμβαση στο Κουβέιτ για να διώξει το Ιράκ επειδή υπήρχαν πετρέλαια και να μην έχει κάνει τίποτα στην Κύπρο. Αυτή είναι η κατάσταση».
Προς το τέλος ρωτώ τον Ανδρέα Μαυρογιάννη αν, μετά από δεκαετίες στη διπλωματία και τώρα στην προεδρία της Επιτροπής, είναι περισσότερο αισιόδοξος ή περισσότερο ανήσυχος. «Είμαι ανήσυχος», απαντά χωρίς δεύτερη σκέψη. «Αλλά αυτή η ανησυχία, η δική μου και των συναδέλφων μου, και πολύ μεγάλων προσωπικοτήτων στον χώρο του διεθνούς δικαίου και των διεθνών σχέσεων, ταυτόχρονα με κάνει περισσότερο αποφασιστικό».
Η απάντηση, για τον Μαυρογιάννη, δεν είναι παραίτηση, αλλά περισσότερη επιμονή, λοιπόν. «Η πρόκληση είναι τεράστια, αλλά πιστεύω ότι αυτό πρέπει να γιγαντώσει τη θέληση όλων μας για να το προστατέψουμε και να το επαναφέρουμε σε μια κατάσταση όπου θα μπορεί να ικανοποιήσει τις ανάγκες της διεθνούς κοινότητας σήμερα».
Η διοίκηση Τραμπ βάζει κάθε είδους εμπόδια σε αυτή την προσπάθεια. «Ο Τραμπ αποφάσισε να αποσυρθεί από εξήντα τόσους οργανισμούς και σώματα, ένα από τα οποία είναι η Επιτροπή Διεθνούς Δικαίου», λέει. «Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν είχαν μέλος αυτή την πενταετία, αλλά εμείς χρηματοδοτούμαστε πλήρως ως επικουρικό όργανο της Γενικής Συνέλευσης από τον προϋπολογισμό των Ηνωμένων Εθνών. Έχουμε μια οικονομική κρίση, όπως όλος ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών». Οι συνέπειες δεν αφήνουν ανεπηρέαστες το έργο της Επιτροπής. «Το 2025 η Επιτροπή δεν μπόρεσε να κάνει πλήρη σύνοδο. Η σύνοδός μας συνήθως είναι έντεκα ή δώδεκα εβδομάδες και κάναμε μόνο πέντε ελλείψει οικονομικών πόρων. Αυτό είναι το κυριότερο πρόβλημα που αντιμετωπίζουμε ως μέρος του συστήματος των Ηνωμένων Εθνών».
Στο τέλος, τον ρωτώ τι θα έλεγε σε έναν νέο άνθρωπο που βλέπει την ατιμωρησία, τους πολέμους, τις κατοχές, τη βία, και σκέφτεται ότι το διεθνές δίκαιο είναι απλώς μια ωραία ιδέα για έναν άσχημο κόσμο. Η απάντησή του είναι απλή. «Το διεθνές δίκαιο είναι απλώς η προέκταση της έννοιας του κράτους δικαίου των κανόνων κάθε συντεταγμένης πολιτείας και του αισθήματος δικαίου που πρέπει να διέπει την καθημερινή μας ζωή», λέει. «Ο κόσμος, για να μπορεί να είναι οργανωμένος οριζόντια σε σύμπνοια , συνέργεια και συνεργασία και για να ανθεί ο ανθρώπινος πολιτισμός, πρέπει να υπακούει στους ίδιους βασικούς κανόνες. Είναι η απαραίτητη και αναγκαία συνθήκη για να υπάρχουν διεθνείς σχέσεις, να υπάρχει ευημερία, να υπάρχει πρόοδος, να υπάρχει ανθρώπινος πολιτισμός. Για να υπάρχει μια πραγματική διεθνής κοινωνία και κοινότητα».







