Πενήντα δύο χρόνια μετά την τουρκική εισβολή του 1974, το Κυπριακό παραμένει ένα από τα μακροβιότερα άλυτα διεθνή ζητήματα. Στη διάρκεια αυτής της περιόδου έχουν κατατεθεί προτάσεις, σχέδια και «δέσμες ιδεών» για την επίλυσή του, με κοινό παρονομαστή τη σταδιακή μετατόπιση της βάσης διαπραγμάτευσης από το ενιαίο κράτος του 1960 προς πιο αποκεντρωμένα ομοσπονδιακά μοντέλα.
1960-1977
Το Σύνταγμα του 1960, με το οποίο ιδρύθηκε η Κυπριακή Δημοκρατία, προέβλεπε μια μορφή διοικητικής δικοινοτικής συνεργασίας χωρίς γεωγραφικό διαχωρισμό των δύο κοινοτήτων, βασισμένης στη λεγόμενη συναινετική δημοκρατία.
Μεταξύ 1972 και 1974 διεξήχθηκαν ενδοκυπριακές συνομιλίες με βάση λύσης το ενιαίο κράτος, με ενισχυμένη κοινοτική αυτοδιοίκηση σε θέματα χαμηλής πολιτικής. Στις 13 Ιουλίου 1974 οι δύο συνταγματολόγοι που είχαν κληθεί να συνδράμουν στις συνομιλίες, ο Μιχαήλ Δεκλερής από την Ελλάδα και ο Ορχάν Αλτικαστί από την Τουρκία, είχαν καταλήξει σε προσχέδιο συμφωνίας που προέβλεπε ενιαίο κράτος με στοιχεία κοινοτικής αυτοδιοίκησης. Το κείμενο επρόκειτο να μονογραφηθεί από τον Γλαύκο Κληρίδη και τον Ραούφ Ντενκτάς στις 16 Ιουλίου 1974, όμως το πραξικόπημα εναντίον του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου και η τουρκική εισβολή που ακολούθησε ανέτρεψαν τα δεδομένα.
Μετά την εισβολή, η βάση των συνομιλιών μετατοπίστηκε δραματικά: Από τον Ιούλιο του 1974 και έπειτα η συζήτηση αφορά πλέον ομοσπονδία σε γεωγραφική βάση, αρχικά με τη μορφή διαπεριφερειακής ή πολυπεριφερειακής ομοσπονδίας.
Τι σημαίνει ο όρος
Ο όρος δικοινοτική ομοσπονδία περιγράφει ένα ομοσπονδιακό κράτος αποτελούμενο από δύο πολιτικά ίσες κοινότητες, την ελληνοκυπριακή και την τουρκοκυπριακή, με μία κυριαρχία, μία διεθνή προσωπικότητα και μία ιθαγένεια. Στη δεκαετία του 1970 στο περιεχόμενο αυτό προστέθηκε η διζωνικότητα, δηλαδή η γεωγραφική οργάνωση του κράτους σε δύο εδαφικές ζώνες, μία υπό ελληνοκυπριακή και μία υπό τουρκοκυπριακή διοίκηση, με σαφή πλειοψηφία της αντίστοιχης κοινότητας σε κάθε ζώνη. Έτσι διαμορφώθηκε ο όρος διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία (ΔΔΟ), ο οποίος από τα τέλη της δεκαετίας του 1980 χρησιμοποιείται σε διάφορα επίπεδα και από τον ΟΗΕ, χωρίς ωστόσο να έχει συμφωνηθεί αναλυτικά το ακριβές περιεχόμενό του ως προς τη διακυβέρνηση, το εδαφικό, τις περιουσίες, την οικονομία και το καθεστώς ασφάλειας.
Στην πράξη, γύρω από αυτόν τον όρο έχουν αναπτυχθεί σημαντικές αποκλίσεις. Η ελληνοκυπριακή πλευρά επιμένει σε λειτουργική ομοσπονδία με ισχυρή κεντρική κυβέρνηση, ενώ η τουρκοκυπριακή πλευρά και η Τουρκία επιδιώκουν διαχρονικά μοντέλο με ασθενέστερο κέντρο και ισχυρά «συνιστώντα κράτη».
Το σωστό περιεχόμενο
Ο πρώην Πρόεδρος Τάσσος Παπαδόπουλος επιχείρησε να διαφοροποιήσει τη θέση της Κυπριακής Δημοκρατίας χρησιμοποιώντας τη διατύπωση «διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία με το σωστό περιεχόμενο», ακριβώς επειδή ο όρος από μόνος του άφηνε περιθώρια για ερμηνείες που πλησίαζαν προς μια πιο χαλαρή ή αποκεντρωμένη δομή.
Σύμφωνα με την Αλεξάνδρα Ατταλίδου, πρώην βουλεύτρια, «το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι εάν η ομοσπονδία θα είναι περισσότερο ή λιγότερο συγκεντρωτική. Σε κάθε ομοσπονδιακό σύστημα μπορεί να συζητηθεί η κατανομή αρμοδιοτήτων στη βάση της επικουρικότητας: Ποιες εξουσίες πρέπει να ασκούνται αποτελεσματικά από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση και ποιες από τις δύο συνιστώσες πολιτείες. Μια τέτοια συζήτηση μπορεί να μειώσει τις καθημερινές τριβές και να ενισχύσει τη λειτουργικότητα του κράτους. Η ίδια η ιστορία της συζήτησης περί 'χαλαρής' ή 'αποκεντρωμένης' ομοσπονδίας δείχνει ότι, όταν ο όρος δεν συνοδεύεται από συγκεκριμένο περιεχόμενο, προκαλεί σύγχυση και φόβους ότι αποτελεί διολίσθηση προς συνομοσπονδιακές ή διχοτομικές λογικές. Εδώ ακριβώς βρίσκεται ο κίνδυνος της σημερινής ασάφειας. Κάθε πλευρά μπορεί να ακούει τον ίδιο όρο αλλά να αντιλαμβάνεται κάτι εντελώς διαφορετικό: Η μία πλευρά μια αποκεντρωμένη ομοσπονδία και η άλλη δύο αυτοτελείς οντότητες με χωριστή κυριαρχία. Έτσι, αντί να γεφυρώνεται το χάσμα, μετατίθεται, και ενδεχομένως επιστρέφει ακόμα μεγαλύτερο στο κρίσιμο στάδιο της διαπραγμάτευσης. Η 'χαλαρή ομοσπονδία' μπορεί να γίνει γέφυρα μόνο όταν είναι σαφές σε ποια όχθη οδηγεί. Διαφορετικά, κινδυνεύει να μετατραπεί σε λεκτικό άλλοθι για τη μονιμοποίηση της διχοτόμησης».
5 συμφωνίες υψηλού επιπέδου
Η βάση της ΔΔΟ διαμορφώθηκε μέσα από μια σειρά συμφωνιών-πλαίσιο ανάμεσα στους δύο ηγέτες, γνωστών ως συμφωνίες υψηλού επιπέδου:
- 12 Φεβρουαρίου 1977, συμφωνία Μακαρίου - Ντενκτάς: Καθιέρωσε για πρώτη φορά επίσημα την αρχή της ομοσπονδίας σε δικοινοτική και διζωνική βάση ως στόχο των συνομιλιών.
- 19 Μαΐου 1979, συμφωνία Κυπριανού - Ντενκτάς: Επιβεβαίωσε και εξειδίκευσε περαιτέρω τις δέκα κατευθυντήριες αρχές της συμφωνίας του 1977.
- 8 Ιουλίου 2006, συμφωνία Παπαδόπουλου - Ταλάτ (γνωστή ως συμφωνία της 8ης Ιουλίου): Η πρώτη συμφωνία υψηλού επιπέδου στην οποία συμπεριλήφθηκε ρητά ο όρος «διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία».
- 23 Μαΐου 2008, συμφωνία Χριστόφια - Ταλάτ: Επανεκκίνησε τις ουσιαστικές διαπραγματεύσεις μετά το δημοψήφισμα του 2004, με νέα αναφορά σε «συνιστώντα κράτη».
- 11 Φεβρουαρίου 2014, συμφωνία Αναστασιάδη - Έρογλου: Κοινή δήλωση που επανέλαβε τις βασικές παραμέτρους ενόψει νέου γύρου ουσιαστικών συνομιλιών.
Δέσμη Ιδεών Γκάλι, 1992
Στις 15 Ιουλίου 1992, επί προεδρίας Γιώργου Βασιλείου, ο τότε γενικός γραμματέας του ΟΗΕ Μπούτρος Μπούτρος-Γκάλι δημοσιοποίησε μια «Δέσμη Ιδεών» για τη λύση του Κυπριακού, η οποία εγκρίθηκε από το Συμβούλιο Ασφαλείας με το ψήφισμα 774 της 26ης Αυγούστου 1992. Το σχέδιο προέβλεπε ενιαίο κράτος με μία κυριαρχία, μία διεθνή προσωπικότητα και μία ιθαγένεια, οργανωμένο σε δικοινοτική και διζωνική ομοσπονδιακή βάση, με εδαφικές διευθετήσεις, μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης και αποστρατιωτικοποίηση. Απέκλειε ρητά την ένωση ολόκληρου ή τμήματος του νησιού με άλλη χώρα, καθώς και οποιαδήποτε μορφή διχοτόμησης ή απόσχισης. Οι Ιδέες Γκάλι απορρίφθηκαν τόσο από την Τουρκία όσο και από το σύνολο σχεδόν των ελληνοκυπριακών κομμάτων, με εξαίρεση το ΑΚΕΛ και τον ίδιο τον Πρόεδρο Βασιλείου, και τελικά δεν προχώρησαν σε υλοποίηση.
Σχέδιο Ανάν, 2004
Το σχέδιο Ανάν παρουσιάστηκε σε πέντε διαδοχικές εκδοχές μεταξύ Νοεμβρίου 2002 και Μαρτίου 2004, καθώς οι διαπραγματεύσεις μεταξύ Τάσσου Παπαδόπουλου και Ραούφ Ντενκτάς δεν κατέληγαν σε συμφωνία. Στις 29 και 30 Μαρτίου 2004 ο Κόφι Ανάν, ασκώντας ρόλο επιδιαιτητή, «γεφύρωσε» τα σημεία διαφωνίας και παρέδωσε την πέμπτη και τελική εκδοχή του σχεδίου, ορίζοντας ως ημερομηνία ταυτόχρονου δημοψηφίσματος και στις δύο κοινότητες την 24η Απριλίου 2004, λίγες μέρες πριν από την ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, την 1η Μαΐου 2004.
Το σχέδιο προωθούσε λύση διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας, με ρητή αναφορά σε πρότυπα όπως η Ελβετία και το Βέλγιο, δύο ισχυρά συνιστώντα κράτη και ασθενή ομοσπονδιακή κυβέρνηση, καθώς και εκτεταμένες πρόνοιες για το ιδιοκτησιακό, το εδαφικό και τα μεταβατικά μέτρα ασφαλείας. Κατά τους επικριτές του, προέβλεπε επίσης διατήρηση των βρετανικών κυριαρχικών Βάσεων με πρόσθετα προνόμια και παρέκκλιση από την πλήρη εφαρμογή του ευρωπαϊκού κεκτημένου στις περιοχές υπό τουρκοκυπριακή διοίκηση.
Στο δημοψήφισμα της 24ης Απριλίου 2004 η ελληνοκυπριακή πλευρά απέρριψε το σχέδιο με ποσοστό 75,83% έναντι 24,17% υπέρ, με τον τότε Πρόεδρο Τάσσο Παπαδόπουλο να έχει ταχθεί δημόσια κατά της υιοθέτησής του. Η τουρκοκυπριακή πλευρά, αντίθετα, το ενέκρινε με ποσοστό περίπου 65%. Καθώς μόνο κοινή έγκριση και στις δύο κοινότητες θα καθιστούσε το σχέδιο εφαρμόσιμο, το σχέδιο Ανάν δεν τέθηκε σε ισχύ και η Κυπριακή Δημοκρατία εντάχθηκε στην Ευρωπαϊκή Ένωση χωρίς προηγούμενη λύση του Κυπριακού.
μεταξύ Νοεμβρίου 2002 και Μαρτίου 2004, καθώς οι διαπραγματεύσεις μεταξύ
Τάσσου Παπαδόπουλου και Ραούφ Ντενκτάς δεν κατέληγαν σε συμφωνία.
Κραν Μοντανά, 2017
Μετά από σειρά γύρων διαπραγματεύσεων στη Γενεύη μεταξύ Νίκου Αναστασιάδη και Μουσταφά Ακιντζί, η διάσκεψη για το Κυπριακό μεταφέρθηκε τον Ιούνιο και τον Ιούλιο του 2017 στο ελβετικό θέρετρο Κραν Μοντανά, με τη συμμετοχή, εκτός από τους δύο ηγέτες, της Ελλάδας, της Τουρκίας και του Ηνωμένου Βασιλείου ως εγγυητριών δυνάμεων, υπό τον ειδικό σύμβουλο του γενικού γραμματέα του ΟΗΕ Έσπεν Μπαρθ Άιντε και παρουσία του ιδίου του Αντόνιο Γκουτέρες. Η διάσκεψη κατέρρευσε τον Ιούλιο του 2017 χωρίς συμφωνία. Τον Σεπτέμβριο του 2017 ο Γκουτέρες παρουσίασε στο Συμβούλιο Ασφαλείας ένα «πλαίσιο έξι σημείων» που αποτύπωνε τη σύγκλιση που είχε επιτευχθεί έως το σημείο της κατάρρευσης, το οποίο έκτοτε επικαλείται περιοδικά ο ΟΗΕ ως σημείο αναφοράς για επανέναρξη των συνομιλιών, χωρίς ωστόσο ουσιαστική πρόοδο έως σήμερα.
Η πρώην υπουργός Εξωτερικών Ερατώ Κοζάκου-Μαρκουλλή ερωτηθείσα για την ευκαιρία, η απώλεια της οποίας είχε τις σοβαρότερες συνέπειες στην εξέλιξη των διαπραγματεύσεων, ανέφερε πως «παρόλο που το σχέδιο Ανάν θεωρήθηκε από την πλειονότητα των Τουρκοκυπρίων, και ένα μικρότερο ποσοστό Ελληνοκυπρίων, ευκαιρία να βγούμε από τα αδιέξοδα και να αποφύγουμε τους κινδύνους της μη λύσης, το διαπραγματευτικό κεκτημένο της πρόσφατης διαδικασίας (2008-2010, 2015-17) έχει χαρακτηριστικά τα οποία το καθιστούν πιο εχέγγυο για μια λύση που να έχει διάρκεια και να είναι ευρύτερα αποδεκτή. Πρωτίστως, το 2004 η Κύπρος εντάχθηκε στην Ευρωπαϊκή Ένωση, δημιούργησε προϋποθέσεις ώστε η λύση να συνάδει με το ευρωπαϊκό κεκτημένο, το οποίο αποτελεί σημαντική εγγύηση για τη βιωσιμότητά της. Επιπλέον, το 2008 οι ηγέτες είχαν συμφωνήσει ότι οι διαπραγματεύσεις και η λύση θα πρέπει να είναι κυπριακής ιδιοκτησίας, εξέλιξη που απέκλειε την όποια μορφή επιδιαιτησίας. Επιπρόσθετα, στις διαπραγματεύσεις είχαν συζητηθεί όλα σχεδόν τα κεφάλαια και υιοθετήθηκαν σημαντικές συγκλίσεις, ενώ για πρώτη φορά είχαν κατατεθεί από τα δύο μέρη χάρτες στο εδαφικό, με απόκλιση μεταξύ τους μόλις μίας εκατοστιαίας μονάδας, κάτι που θεωρήθηκε πολύ θετικό και επέτρεψε τη σύγκληση διεθνούς διάσκεψης στη Γενεύη και αργότερα στο Κραν Μοντανά το 2017, για τη συζήτηση και του κεφαλαίου της ασφάλειας και των εγγυήσεων, με στόχο την ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων. Τέλος, σημαντική εξέλιξη υπήρξε η υποβολή εκ μέρους του γενικού γραμματέα, μετά από διαβουλεύσεις με τα μέρη, ενός πλαισίου έξι σημείων που αφορούσαν τις πιο βασικές πτυχές του Κυπριακού, που παρέμεναν σε εκκρεμότητα, συμφωνία επί των οποίων θα κλείδωνε μια στρατηγική συμφωνία και θα επέτρεπε να ολοκληρωθούν οι διαπραγματεύσεις σε ένα σύντομο χρονικό διάστημα».
της μη λύσης σύμφωνα με τα όσα δημοσιοποιήθηκαν τα τελευταία χρόνια.
Χαλαρή ομοσπονδία
Η χαλαρή ομοσπονδία και η συνομοσπονδία δεν ταυτίζονται εννοιολογικά, αν και στη δημόσια συζήτηση συχνά συγχέονται. Σε μια ομοσπονδία, έστω και χαλαρή, εξακολουθεί να υπάρχει ένα κράτος με μία κυριαρχία και μία διεθνή προσωπικότητα, το οποίο όμως εκχωρεί το μεγαλύτερο μέρος των αρμοδιοτήτων του στις συνιστώσες μονάδες, κρατώντας υπό κεντρικό έλεγχο μόνο έναν πολύ περιορισμένο πυρήνα λειτουργιών, όπως η εξωτερική πολιτική, η άμυνα, η ιθαγένεια και τα ομοσπονδιακά οικονομικά. Η συνομοσπονδία, αντίθετα, προϋποθέτει δύο χωριστά κυρίαρχα κράτη με ανεξάρτητη διεθνή υπόσταση, τα οποία εκχωρούν εθελοντικά ορισμένες αρμοδιότητες σε κοινά όργανα συνεργασίας, διατηρώντας ωστόσο το καθένα το δικαίωμα απόσυρσης.
Ο όρος «χαλαρή ομοσπονδία» δεν είναι νέος. Ήδη από το 1993-1994, το Ηνωμένο Βασίλειο φέρεται να διερευνούσε στην ελληνοκυπριακή ηγεσία τις αντιδράσεις σε ιδέες περί «χαλαρής αποκεντρωμένης ομοσπονδίας» (loosely decentralized federation) ή «συνομοσπονδίας δύο κρατών» (two state confederation).
Σε ερώτηση του «Π» κατά πόσον η δημιουργική ασάφεια στη συζήτηση περί «χαλαρής ομοσπονδίας» δίνει χώρο στη συνέχεια των διαπραγματεύσεων, η πρώην υπουργός Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως και fellow του Yeal University Άννα Κουκκίδη-Προκοπίου μας ανέφερε πως, «παρόλο που η αρχική ασάφεια σε μια συζήτηση δεν είναι απαραιτήτως κάτι το αρνητικό, καμία σοβαρή χώρα δεν προσέρχεται στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων εάν δεν έχει προηγουμένως προκαθοριστεί το end game, ως απαραίτητο ζητούμενο. Συνεπώς, μια πενταμερής συνάντηση των δύο κοινοτήτων και των τριών εγγυητριών δυνάμεων, πιθανώς με την παρουσία της ΕΕ με το στάτους του παρατηρητή, δεν πρέπει να λάβει χώρα στο εγγύς μέλλον εάν, σε αδρές γραμμές, δεν έχουν εκ των προτέρων σκιαγραφηθεί πρωτίστως το πού κινούμαστε στο θέμα ασφάλειας, το οποίο αποτελεί μείζον ζήτημα που προηγείται όλων των υπολοίπων, αλλά και ο τύπος του πολιτεύματος που θα αποτελέσει το κέντρο βάρους μιας τέτοιας συνάντησης. Στην προκειμένη περίπτωση, τι ακριβώς περικλείει ο όρος 'χαλαρή ομοσπονδία'. Γιατί αυτό είναι το σημαντικό - η ουσία του τι εστί 'χαλαρή ομοσπονδία' και όχι το όνομα. Αφενός, γιατί μια πιο αποκεντρωμένη μορφή πολιτεύματος μπορεί να είναι θετική εξέλιξη, αφού θα μειώσει τον κίνδυνο συστηματικού μπλοκαρίσματος της καθημερινότητας των πολιτών μετά από μια λύση του Κυπριακού - κάτι που βιώσαμε με τραυματικές επιπτώσεις στο παρελθόν. Αφετέρου, γιατί μια τέτοια αποκεντρωμένη μορφή ομοσπονδίας πρέπει ταυτόχρονα να περιέχει τις απαραίτητες ασφαλιστικές δικλίδες που να αποτρέπουν οποιαδήποτε κίνητρα ενός 'βελούδινου διαζυγίου' απόσχισης με την πρώτη διαφωνία μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών».
ο δρ Φαζίλ Κιουτσούκ κατά τη διάρκεια της τελετής
για την κυπριακή ανεξαρτησία. Αύγουστος 1960.
(φωτογραφία: David Lees/ΑΡΧΕΙΟ ΑΒΔΕΛΟΠΟΥΛΟΥ
Ο ελέφαντας στο δωμάτιο
Οι επίσημες θέσεις των δύο πλευρών παραμένουν, τυπικά, αποκλίνουσες: Η Κυπριακή Δημοκρατία και η Ευρωπαϊκή Ένωση εξακολουθούν να τάσσονται υπέρ λύσης διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας, ενώ η Τουρκία συνεχίζει τις αναφορές της σε λύση δύο κρατών. Ανάμεσα στους δύο αυτούς πόλους κινείται η προσπάθεια της Μαρία Άνχελα Ολγκίν.
Ο πρώην διαπραγματευτής του Κυπριακού και νυν πρόεδρος της Επιτροπής Διεθνούς Δικαίου του ΟΗΕ Ανδρέας Μαυρογιάννης, απαντώντας σε ερώτηση του «Π» σχετικά με τον ελέφαντα στο δωμάτιο των διαπραγματεύσεων, σχολίασε πως «από την αρχή για την Τουρκία το πρόβλημα ήταν η σταδιακή αυτονόμηση της Κύπρου εντός ενός χώρου που θεωρεί ζωτικό. Μέχρι σήμερα, σε όλες τις εκφάνσεις των προσπαθειών για λύση του Κυπριακού, διατρέχει και επικαθορίζει την τουρκική θέση. Η αντίληψη ότι αν η Κύπρος λειτουργήσει ανταγωνιστικά μειώνει τη γεωπολιτική σημασία της Τουρκίας, είτε επειδή συνιστά εναλλακτική πρόσβαση, είτε ως αγκάθι στο υπογάστριό της, είτε ως περιορισμός στις θαλάσσιες ζώνες της. Έτσι κάθε προσπάθεια για λύση προσκρούει στην επίμονη απαίτηση της Τουρκίας για διατήρηση ελέγχου μέσα από εγγυήσεις και στρατεύματα. Επιπλέον διευθετήσεις επικύρωσής τους νομιμοποιούν αναδρομικά και την εισβολή και την κατοχή.
Έτσι, κάθε φορά και σε κάθε προσπάθεια ο θεμελιώδης συμβιβασμός, που μέσα από την ομοσπονδοποίηση, την ουσιαστική συμμετοχή των Τ/Κ στη διακυβέρνηση, την πολιτική ισότητα, την επίλυση του εδαφικού και του περιουσιακού, αφενός, και την κατάργηση εγγυήσεων, επεμβατικών δικαιωμάτων και την παρουσία στρατευμάτων, αφετέρου, ακυρώνεται από τη συνεχή και συστηματική απόρριψη από την τουρκική πλευρά αυτού του 'δούναι', ήτοι της πεμπτουσίας της εξίσωσης. Ένας ελέφαντας που δύσκολα εξαφανίζεται. Ούτε η αποστρατιωτικοποίηση ούτε άλλες νεόκοπες εισηγήσεις φαίνονται ικανές να υπερνικήσουν την τουρκική εμμονή. Προσβλέπω περισσότερο στον καταλυτικό ρόλο της ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής ασφάλειας σε συνδυασμό και με τη δημιουργία οργανικών συνθηκών ειρήνης, κατά τα πρότυπο της ευρωπαϊκής ενοποιητικής διαδικασίας».
Είναι μια ρεαλιστική συμβιβαστική λύση εφικτή;
Του Νιαζί Κιζίλγιουρεκ
Ξεκινώντας, αξίζει να θυμηθούμε όσα είχε δηλώσει ο Έλληνας συνταγματολόγος Μιχάλης Δεκλερής, ο οποίος συμμετείχε στις συνομιλίες για το Κυπριακό την περίοδο 1972–1974, σχετικά με τη στάση του Μακάριου: «Για τον Μακάριο, η ιδανικότερη και πιθανότερη λύση ήταν η διατήρηση ενός κράτους που θα αποτελείτο αποκλειστικά από Ελληνοκύπριους, παρέχοντας στους Τουρκοκύπριους περιορισμένες μόνο δυνατότητες συμμετοχής. Εκείνο που με εντυπωσίασε περισσότερο κατά τη συνεργασία μας ήταν η πεποίθησή του ότι η διατήρηση του de facto καθεστώτος δεν συνεπαγόταν καμία απώλεια για τον ελληνισμό». Πράγματι, ο Μακάριος επεδίωκε να κερδίσει χρόνο, ελπίζοντας ότι θα αποσπούσε μεγαλύτερες παραχωρήσεις από την τουρκική πλευρά. Άλλωστε, στις 30 Νοεμβρίου 1974, κατά την πρώτη σύσκεψη των ηγετών στην Αθήνα μετά το ελληνικό πραξικόπημα και την τουρκική εισβολή, το παραδέχθηκε και ο ίδιος λέγοντας: «Διεξήγαμε τις συνομιλίες σε ένα ήρεμο κλίμα. Θα μπορούσαμε να είχαμε πετύχει περισσότερα».
Ραούφ Ντενκτάς: Μιμείται τον Μακάριο
Μετά το 1974, η πολιτική που ακολούθησε ο Ραούφ Ντενκτάς στο Κυπριακό έμοιαζε σε μεγάλο βαθμό με την πολιτική που ακολουθούσε ο Μακάριος πριν από το 1974. Αφού οι συνθήκες μεταβλήθηκαν υπέρ της τουρκικής πλευράς, ο Ντενκτάς, όπως ακριβώς και ο Μακάριος, πίστεψε ότι «μπορούμε να πετύχουμε περισσότερα», επιμήκυνε τις διαπραγματεύσεις και δεν επέδειξε την αναγκαία πολιτική βούληση για μια οριστική λύση.
Απουσία κουλτούρας ρεαλιστικού συμβιβασμού
Δυστυχώς, τόσο στην ελληνοκυπριακή όσο και στην τουρκοκυπριακή πολιτική κουλτούρα δεν υπάρχει παράδοση ρεαλιστικού συμβιβασμού. Αντί να υιοθετήσουν μια ρεαλιστική προσέγγιση με γνώμονα το «What Works Best» («τι λειτουργεί καλύτερα»), επέλεξαν διαφορετική πορεία.
Όταν η de facto κατάσταση τους ευνοεί τείνουν να παραμερίζουν το διεθνές δίκαιο και να επικαλούνται τις «πραγματικότητες επί του εδάφους». Όταν όμως οι συνθήκες στρέφονται εναντίον τους, επανέρχονται στις αρχές του δικαίου. Για παράδειγμα, πριν από το 1974 οι Τουρκοκύπριοι επικαλούνταν το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας και το διεθνές δίκαιο, ενώ η ελληνοκυπριακή πλευρά, στηριζόμενη στην de facto κατάσταση, προέβαλλε μαξιμαλιστικές απαιτήσεις. Μετά το 1974 συνέβη ακριβώς το αντίθετο: η τουρκική πλευρά επικαλείται πλέον τις «πραγματικότητες επί του εδάφους», ενώ η ελληνοκυπριακή πλευρά προσπαθεί να στηριχθεί στο διεθνές δίκαιο.
Ο παράγοντας Τουρκία
Για την Τουρκία, το Κυπριακό υπήρξε εξαρχής ένα γεωπολιτικό ζήτημα. Όταν παρενέβη στο Κυπριακό τη δεκαετία του 1950, το προσέγγιζε κυρίως από τη σκοπιά της ασφάλειας και της άμυνας.
Μετά το 1974, στις γεωπολιτικές ανησυχίες προστέθηκαν σταδιακά και νέες διαστάσεις. Το Κυπριακό εξελίχθηκε σε διαπραγματευτικό χάρτη για την προώθηση ευρύτερων τουρκικών συμφερόντων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η υποστήριξη που παρείχε η Τουρκία στο σχέδιο Ανάν το 2004, καθώς προσδοκούσε συγκεκριμένα οφέλη στις σχέσεις της με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σήμερα, το περιθώριο αυτού του διαπραγματευτικού παζαριού έχει διευρυνθεί ακόμα περισσότερο. Το Κυπριακό αξιοποιείται, αφενός, για την προώθηση των ενεργειακών και γεωπολιτικών συμφερόντων της Τουρκίας στην Ανατολική Μεσόγειο και, αφετέρου, ως μέσο για την αποκόμιση πολιτικών και οικονομικών ωφελημάτων από την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Κλείνοντας, θα ήθελα να υπογραμμίσω το εξής: όσο στο εσωτερικό παραμένει τόσο ασθενής η βούληση για μια ομοσπονδιακή λύση που να βασίζεται σε μια κουλτούρα ρεαλιστικού συμβιβασμού, και όσο στο εξωτερικό η Τουρκία εξακολουθεί να χρησιμοποιεί το Κυπριακό ως διαπραγματευτικό χαρτί, ενώ ο δυτικός κόσμος αποδέχεται αυτήν την πραγματικότητα για λόγους που σχετίζονται με τα δικά του συμφέροντα, η επίλυση του Κυπριακού καθίσταται εξαιρετικά δύσκολη.
Ο μόνος παράγοντας που θα μπορούσε να σπάσει αυτόν τον φαύλο κύκλο είναι η κοινή βούληση των Ελληνοκυπρίων και των Τουρκοκυπρίων υπέρ της ειρήνης και του συμβιβασμού. Στο παρόν στάδιο, όμως, αυτή η βούληση δεν είναι ακόμη αρκετά ισχυρή.






