Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Νίκος Χριστοδουλίδης, στο πρωτοχρονιάτικο μήνυμά του επανέλαβε τη δήλωση ότι η επίλυση του Κυπριακού είναι «υπέρτατη προτεραιότητα», διευκρινίζοντας ότι «όλες οι κυβερνητικές ενέργειες υπηρετούν αυτόν τον μεγάλο εθνικό στόχο». Πρόκειται για μια διακήρυξη που, εκ πρώτης όψεως, δεν επιδέχεται αμφισβήτηση: καμία κυπριακή κυβέρνηση δεν μπορεί να δηλώνει κάτι διαφορετικό χωρίς να υπονομεύει την ίδια τη θεσμική της νομιμοποίηση. Ωστόσο, η πολιτική δεν κρίνεται μόνο από τις προθέσεις αλλά από τη συνοχή μεταξύ στόχων, επιλογών και αποτελεσμάτων. Και ακριβώς σε αυτό το πεδίο αναδύεται μια σοβαρή αντίφαση.
Η επίλυση του Κυπριακού προϋποθέτει, εκ των πραγμάτων, μια τελική συνεννόηση όχι μόνο με τους Τουρκοκυπρίους αλλά και με την Τουρκία, η οποία εξακολουθεί ως κατέχουσα δύναμη, να έχει καθοριστικό ρόλο στο πρόβλημα. Η συνθήκη αυτή επιβάλλει στη Λευκωσία να λειτουργεί με στρατηγική ψυχραιμία, αποφεύγοντας κινήσεις ή αφηγήματα που ενισχύουν την εικόνα μιας μόνιμης, πολυεπίπεδης αντιπαράθεσης με την Άγκυρα. Παρ' όλα αυτά, στο πλαίσιο της τριμερούς συνεργασίας Κύπρου-Ελλάδας-Ισραήλ, καταγράφονται το τελευταίο διάστημα δηλώσεις και διαρροές που αφήνουν να εννοηθεί ότι η συνεργασία αυτή αποκτά χαρακτηριστικά στρατιωτικής ή και γεωπολιτικής αντιπαράθεσης με την Τουρκία. Την ίδια στιγμή η Άγκυρα απαντά στο ίδιο ύφος.
Στρατηγικό πλαίσιο
Δεν είναι τυχαίο ότι δημοσιεύματα σε διεθνή Μέσα, όπως η Jerusalem Post, περιγράφουν μια «σκλήρυνση» της τριμερούς Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ, με αναφορές σε σχεδιασμούς στρατιωτικής συνεργασίας και συντονισμού για το 2026. Ανεξάρτητα από το κατά πόσο οι πληροφορίες αυτές αντανακλούν πλήρως την πραγματικότητα ή διογκώνονται στο πλαίσιο ευρύτερων περιφερειακών αφηγημάτων, το γεγονός ότι δεν διαψεύδονται ή δεν εξισορροπούνται, επιτρέπουν να δημιουργηθεί ένα πρόβλημα εικόνας και ουσίας για τη Λευκωσία.
Η Κύπρος, αναμφίβολα, έχει κάθε λόγο να διατηρεί και να ενισχύει τις σχέσεις της με το Ισραήλ. Πρόκειται για μια χώρα με σημαντικό γεωπολιτικό αποτύπωμα στην Ανατολική Μεσόγειο, τεχνολογική υπεροχή και αυξημένο ρόλο σε ζητήματα ασφάλειας και ενέργειας. Οι διμερείς και τριμερείς συνεργασίες μπορούν να λειτουργήσουν ως πολλαπλασιαστής ισχύος για τη Λευκωσία. Όμως, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν η συνεργασία αυτή είναι χρήσιμη, αλλά με ποιους όρους και με ποιο στρατηγικό πλαίσιο.
Χωρίς σοβαρή στρατηγική η κυπριακή εξωτερική πολιτική ήδη επί διακυβέρνησης Αναστασιάδη, ξεκίνησε να «κουμπώνει» όλο και περισσότερο πάνω στην αντιπαράθεση Ισραήλ-Τουρκίας που επικεντρώνεται σε θέματα που αφορούν τη Γάζα και τη Συρία, με την Κύπρο να κινδυνεύει να πληρώνει το κόστος μιας έντασης που δεν την αφορά άμεσα. Η συζήτηση για την εγκατάσταση ισραηλινών συστημάτων αεράμυνας στο νησί είναι χαρακτηριστική: ανεξάρτητα από τη στρατιωτική της λογική, έχει ήδη προκαλέσει δημόσιες αντιδράσεις και προειδοποιήσεις από την Άγκυρα, η οποία μιλά για «εύθραυστη ισορροπία» στο νησί. Συγκεκριμένα η Άγκυρα επαναλαμβάνει συστηματικά ότι η Λευκωσία, μέσω αμυντικών συνεργασιών με το Ισραήλ, την Ελλάδα ή άλλους εταίρους, μετατρέπει το νησί σε «προκεχωρημένο φυλάκιο» ξένων συμφερόντων. Στο πλαίσιο αυτό τα συστήματα αεράμυνας σκόπιμα παρουσιάζονται όχι ως αμυντικά, αλλά ως «μέρος ευρύτερης στρατιωτικής αρχιτεκτονικής». Το αποτέλεσμα είναι να μετατοπίζεται η συζήτηση από το Κυπριακό ως πρόβλημα κατοχής και διεθνούς δικαίου σε ένα ακόμη επεισόδιο περιφερειακής στρατιωτικής έντασης.
Σε αυτό το πλαίσιο, η εικόνα ενός «αντιτουρκικού άξονα» -ακόμη κι αν αποτελεί υπεραπλούστευση των Μέσων Ενημέρωσης- λειτουργεί τελικά υπέρ της Τουρκίας. Προσφέρει στην Άγκυρα ένα εύπεπτο αφήγημα, σύμφωνα με το οποίο η ελληνοκυπριακή πλευρά δεν ενδιαφέρεται πραγματικά για λύση, αλλά επενδύει σε συμμαχίες αποτροπής και περικύκλωσης. Πρόκειται για ένα αφήγημα που βρίσκει ακροατήριο όχι μόνο στο εσωτερικό της Τουρκίας, αλλά και σε τμήματα της διεθνούς κοινότητας που αναζητούν «ισορροπίες» με την Τουρκία και όχι ξεκάθαρες θέσεις αρχών, όπως επιμένει η Λευκωσία. Την ίδια στιγμή -και ίσως αυτό είναι το πιο επικίνδυνο- η λογική ενός αντιτουρκικού άξονα με το Ισραήλ και την Ελλάδα, δημιουργεί και ψευδαισθήσεις μεταξύ των Ελληνοκυπρίων, κάποιοι εκ των οποίων πιστεύουν ότι με τη βοήθεια των δύο χωρών όντως δημιουργείται ένα στρατιωτικό αντίβαρο απέναντι στην τουρκική επιθετικότητα.
Το πραγματικό όπλο
Όπως επισημαίνεται σε ανάλυση του Reuters, η Λευκωσία έχει άλλα όπλα στη διάθεσή της τα οποία αν ασκήσει με σύνεση μπορεί να ασκήσει κάποιας μορφής πίεση στην Τουρκία μέσω ευρωπαϊκών μοχλών: της ενταξιακής της πορείας, της συμμετοχής της σε μηχανισμούς άμυνας της ΕΕ, αλλά και της συνολικής της σχέσης με τις Βρυξέλλες. Αυτή η «ευρω-ατζέντα» αποτελεί ίσως το πιο ισχυρό διπλωματικό εργαλείο της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ήδη το Politico τη βδομάδα που πέρασε κατέθεσε σε ρεπορτάζ του τον προβληματισμό πολλών Ευρωπαίων αξιωματούχων κατά πόσο η κυπριακή προεδρία της ΕΕ δεν θα δημιουργήσει σοβαρά προβλήματα στις σχέσεις Βρυξελλών-Άγκυρας τους επόμενους 6 μήνες.
Η Κύπρος έχει συμφέρον να συντηρήσει το Κυπριακό, πρωτίστως ως ένα ευρωπαϊκό ζήτημα, ως το μόνο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκή Ένωσης με πρόβλημα κατοχής, το οποίο επιδιώκει λύση στο πλαίσιο των αποφάσεων του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών. Σε αυτό το πλαίσιο η Τουρκία θα πρέπει να δώσει και να πάρει. Η μετατόπιση του κέντρου βάρους σε περιφερειακές στρατιωτικές ισορροπίες, όπου η Λευκωσία έχει περιορισμένο έλεγχο, εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους. Αν εν τέλει η αντιπαράθεση μετατοπιστεί στο πεδίο Ισραήλ-Τουρκίας, υπάρχει ο κίνδυνος η ευρωπαϊκή διάσταση να θολώσει ή να υποβαθμιστεί.
Υπάρχει βεβαίως και ο αντίλογος ότι η ευρωπαϊκή στρατηγική και η συνεργασία με το Ισραήλ δεν είναι ανταγωνιστικές επιλογές, αλλά συμπληρωματικές. Η ΕΕ δεν παρέχει στρατιωτικές εγγυήσεις ασφάλειας στην Κύπρο. Οι ευρωπαϊκοί «μοχλοί πίεσης» προς την Τουρκία έχουν αποδειχθεί περιορισμένοι, αποσπασματικοί και πολιτικά ευάλωτοι, οπότε, λένε κάποιοι αναλυτές, χωρίς στοιχειώδη αποτροπή η «ευρω-ατζέντα» μετατρέπεται σε ευχή χωρίς αντίκρισμα. Το κρίσιμο ερώτημα βέβαια που πρέπει να απαντηθεί είναι αν σε περίπτωση ενός θερμού επεισοδίου θα υπάρξει εμπλοκή και του Ισραήλ υπέρ της Κύπρου. Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα είναι αρνητική, οπότε ποια αξία έχει η αποτροπή αν δεν είναι αξιόπιστη;
Το συμφέρον
Εν κατακλείδι, αν πράγματι η επίλυση του Κυπριακού αποτελεί την «υπέρτατη προτεραιότητα», όπως συνεχώς υποστηρίζει ο Πρόεδρος Χριστοδουλίδης, τότε η Κύπρος οφείλει να αξιολογεί τις συμμαχίες της με ψυχρό ρεαλισμό και χωρίς συναισθηματισμούς. Η συνεργασία με το Ισραήλ είναι χρήσιμη και, υπό προϋποθέσεις, αναγκαία. Όμως η μόνιμη, δομική αντιπαράθεση με την Τουρκία δεν εξυπηρετεί τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα της Κυπριακής Δημοκρατίας. Αντιθέτως, σε ορισμένες περιπτώσεις φαίνεται να εξυπηρετεί περισσότερο το Τελ Αβίβ παρά τη Λευκωσία. Αυτό είναι μια αλήθεια που, όσο άβολη κι αν είναι, δεν μπορεί να αγνοηθεί σε μια σοβαρή συζήτηση για το μέλλον του Κυπριακού.
Τα συμφέροντα του Ισραήλ δεν συνάδουν κατ' ανάγκην με τη λύση του Κυπριακού, αφού θεωρεί ότι η λύση θα φέρει την Κύπρο, λόγω συμμετοχής των Τ/Κ στην κυβέρνηση, πιο κοντά στην Τουρκία. Η θέση αυτή είναι κατανοητή, αλλά και η πρόσδεση της Κύπρου στο Ισραήλ, στην πραγματικότητα υπάρχει κίνδυνος να μετατρέψει το νησί, στη χειρότερη περίπτωση σε ένα buffer ασφαλείας για το Τελ Αβίβ και στην καλύτερη σε μια οικονομική βάση και σε ένα καταφύγιο για τους Ισραηλινούς γείτονές μας αν προκύψουν νέες συρράξεις.
Ποιο είναι το δικό μας κυπριακό όνειρο; Να λειτουργήσουμε ως μια ευρωπαϊκή χώρα στην περιοχή, αναπτύσσοντας σχέσεις καλής γειτονίας και συνεργασίας με όλους. Θα βρεθούμε πολύ κοντά στην εκπλήρωση αυτού του στόχου αν στους επόμενους μήνες λυθεί το Κυπριακό. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας μετά τη συνάντηση με τον Τουφάν Έρχιουρμαν δηλώνει σε διάφορες ενημερώσεις που κάνει ότι όντως η Τουρκία και η τ/κ πλευρά έχουν επανέλθει στις ράγες της λύσης ομοσπονδίας. Δεν υποτιμούμε τις δυσκολίες που υπάρχουν, ούτε αγνοούμε τις συνεχείς παλινδρομήσεις της Τουρκίας κυρίως μετά το 2021 σε ό,τι αφορά το περιεχόμενο της λύσης. Αν βέβαια ο Νίκος Χριστοδουλίδης εννοεί αυτά που λέει ότι η επίλυση του προβλήματος είναι για τον ίδιο «υπέρτατη προτεραιότητα», τότε οφείλει να αποφύγει για την Κύπρο, τόσο τον ρόλο του γεωπολιτικού προκεχωρημένου φυλακίου όσο και εκείνον της «ασφαλούς αυλής» τρίτων, διατηρώντας μια εξωτερική πολιτική που να υπηρετεί πρωτίστως τη δική της ασφάλεια, σταθερότητα και προοπτική επανένωσης.






