Οι πρώτες ώρες μετά την επίθεση με drones εναντίον των Βρετανικών στρατιωτικών Βάσεων στην Κύπρο ανέδειξαν κάτι που ίσως δεν θα έπρεπε να εκπλήσσει: Πανικό και σύγχυση. Σε μια στιγμή που απαιτούσε καθαρά μηνύματα και ψυχραιμία, η εικόνα που εξέπεμψε το κράτος ήταν εκείνη μιας κυβέρνησης που προσπαθούσε να δείξει ότι ελέγχει την κατάσταση, ενώ στην πραγματικότητα έμοιαζε να κινείται τουλάχιστο αμήχανα και με σπασμωδικές κινήσεις.
Οι πρώτες δηλώσεις του Προέδρου της Δημοκρατίας κινήθηκαν στη γνωστή γραμμή καθησυχασμού. Τόνισε ότι η Κύπρος δεν βρίσκεται υπό άμεση απειλή και ότι οι αρμόδιες υπηρεσίες παρακολουθούν στενά τις εξελίξεις. Την ίδια στιγμή, όμως, το κράτος ενεργοποιούσε διαδικασίες έκτακτης ανάγκης, γίνονταν συσκέψεις, ανακοινώνονταν μέτρα ετοιμότητας και συζητήσεις για ενημέρωση των πολιτών σχετικά με καταφύγια και προειδοποιητικά συστήματα.
Η διττή αντίδραση
Μια διττή κατάσταση πραγμάτων που, αντί να καθησυχάζει, δημιουργούσε ανησυχία. Από τη μια η επιμονή ότι δεν υπάρχει λόγος πανικού. Διάψευση των αρχικών πληροφορίων περί εκτόξευσης πύραυλων από το Ιράν με κατεύθυνση την Κύπρο και στόχο τις Βρετανικές Βάσεις. Σε μια προσπάθεια, προφανώς, καθησυχασμού της κυπριακής κοινής γνώμης, ο Νίκος Χριστοδουλίδης, διά του εκπροσώπου του, μας είπε ότι επικοινώνησε με τον Βρετανό Πρωθυπουργό, Κιρ Στάρμερ, ο οποίος τον διαβεβαίωσε ότι δεν υπήρξε στον ορίζοντα καμία τέτοια απειλή κατά της χώρας, γιατί η Κύπρος δεν αποτελεί στόχο. Αυτή η κάθετη προσέγγιση του ΠτΔ, αλλά και του κυβερνητικού εκπροσώπου, αποτέλεσε στην ουσία μια προσπάθεια υπεκφυγής στο να ανοίξει η κυβέρνηση τη βεντάλια της ενημέρωσης και να στείλει με σαφήνεια το μήνυμα ότι «είμαστε μέρος της κρίσης».
Από την άλλη, οι κινήσεις της παρέπεμπαν σε κατάσταση αυξημένου κινδύνου. Για τον μέσο πολίτη, που βλέπει ξαφνικά μια προσπάθεια έστω και αργοπορημένα για την ανάγκη οι πολίτες να ενημερώνονται σε συνθήκες έκτακτης ανάγκης, ανακοινώσεις για δοκιμές προειδοποιητικών συστημάτων ή συνεχείς συνεδριάσεις του λεγόμενου Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας, το μήνυμα δεν μπορούσε να είναι το αίσθημα της ηρεμίας αλλά η αίσθηση ότι κάτι σοβαρό συμβαίνει.
Η εικόνα αυτή ενισχύθηκε από μια σειρά αποφάσεων και ανακοινώσεων που έδειχναν περισσότερο αντίδραση της στιγμής παρά οργανωμένο σχέδιο. Ακυρώσεις συσκέψεων, συνεχείς δηλώσεις, πληροφορίες που διακινούνταν αποσπασματικά. Σε μια χώρα όπου η πολιτική ηγεσία επιμένει ότι διαθέτει πλήρη επίγνωση της γεωπολιτικής της σημασίας, η εικόνα που μεταδόθηκε δημιούργησε μια εντελώς διαφορετική εκδοχή διαχείρισης κρίσης, αναδεικνύοντας τις συνήθεις παθογένειες της κρατικής μηχανής.
Η πραγματικότητα, όμως, είναι πιο σκληρή από τις επικοινωνιακές διαβεβαιώσεις. Η επίθεση εναντίον των Βρετανικών Βάσεων υπενθύμισε κάτι που συχνά αποφεύγουμε να συζητήσουμε ανοιχτά. Ότι η Κύπρος βρίσκεται σε μια από τις πιο ευαίσθητες γεωπολιτικές ζώνες του πλανήτη. Οι Βάσεις αποτελούν εδώ και δεκαετίες κρίσιμο επιχειρησιακό κόμβο για δυτικές στρατιωτικές δυνάμεις και για το ΝΑΤΟ στην Ανατολική Μεσόγειο. Όταν αυτές οι εγκαταστάσεις στοχοποιούνται, η Κύπρος δεν μπορεί να προσποιείται ότι είναι έξω από το κάδρο της κρίσης.
Καλή εξέλιξη αλλά μετά τι;
Το γεγονός ότι υπάρχουν ή θα έρθουν ισχυρές ναυτικές δυνάμεις ευρωπαϊκών κρατών στην Κύπρο δεν σημαίνει απαραίτητα μεγαλύτερη ασφάλεια. Καλώς είναι στην περιοχή. Καλώς ο Νίκος Χριστοδουλίδης ζήτησε αυτή την παρουσία. Και αυτό ακριβώς σημαίνει ότι το νησί βρίσκεται γεωγραφικά πολύ κοντά σε ένα πεδίο στρατιωτικών επιχειρήσεων. Όμως σε τέτοιες συνθήκες, η ασφάλεια δεν είναι ποτέ δεδομένη.
Αυτό το νέο σκηνικό επαναφέρει στο προσκήνιο ένα ευρύτερο ερώτημα για την κατεύθυνση της κυπριακής εξωτερικής πολιτικής τα τελευταία χρόνια. Για αρκετό διάστημα καλλιεργήθηκε μια αφήγηση που παρουσίαζε την Κύπρο ως «γεωστρατηγικό παίκτη» στην Ανατολική Μεσόγειο. Ως κράτος που συμμετέχει σε περιφερειακούς άξονες συνεργασίας, που λειτουργεί ως κόμβος ενεργειακών και στρατηγικών σχεδιασμών, ακόμη και ως παράγοντας σταθερότητας σε μια ταραγμένη περιοχή.
Ρητορική και πραγματικότητες
Η ρητορική αυτή μπορεί να ήταν και είναι πολιτικά χρήσιμη στο εσωτερικό, όμως απέχει πολύ από την πραγματικότητα. Η Κύπρος είναι ένα μικρό κράτος, το οποίο μάλιστα αντιμετωπίζει ένα άλυτο εθνικό ζήτημα. Δεν είναι απλώς διχοτομημένη –στην πράξη είναι τριχοτομημένη, με την παρουσία του τουρκικού στρατού και στρατιωτικών Βάσεων στο έδαφός της.
Μια τέτοια χώρα δεν μπορεί να συμπεριφέρεται ως δύναμη που καθοδηγεί ή που δήθεν πρωταγωνιστεί σε γεωπολιτικούς άξονες. Όταν επιχειρεί να εμφανιστεί με την ψευδαίσθηση αυτής της εικόνας το αποτέλεσμα συχνά είναι να υιοθετεί αφηγήσεις που εξυπηρετούν περισσότερο εσωτερικές ανάγκες παρά τη στρατηγική πραγματικότητα. Η επιλογή της Κύπρου να ευθυγραμμιστεί με τη Δύση και τους ευρωπαϊκούς της εταίρους είναι σαφής και αναγκαία. Το πρόβλημα δεν βρίσκεται εκεί. Το πρόβλημα βρίσκεται στην απώλεια ισορροπίας που παρατηρήθηκε τα τελευταία χρόνια. Σε αρκετές περιπτώσεις η κυπριακή διπλωματία έδωσε την εντύπωση μιας σχεδόν άκριτης ταύτισης με συγκεκριμένες πολιτικές και στρατηγικές, ιδιαίτερα σε σχέση με τον πόλεμο στη Γάζα και την ευρύτερη στρατηγική του Ισραήλ.
Την ίδια στιγμή καλλιεργήθηκε η ιδέα περιφερειακών «αξόνων συνεργασίας» που παρουσιάστηκαν σχεδόν ως γεωπολιτικό αντίβαρο στην περιοχή. Στην πράξη, όμως, τέτοια σχήματα καθορίζονται πάντα από τα συμφέροντα των μεγάλων κρατών που συμμετέχουν σε αυτά. Μια μικρή χώρα δεν μπορεί να τα καθοδηγεί –μπορεί μόνο να συμμετέχει σε αυτά όσο εξυπηρετούνται οι δικές της ανάγκες.
Στο διεθνές σύστημα οι συμμαχίες δεν είναι πράξεις αλληλεγγύης. Είναι εργαλεία συμφερόντων. Κάθε κράτος κινείται με βάση τη δική του στρατηγική, τη δική του ατζέντα και τη δική του αντίληψη κόστους και οφέλους. Τα μεγάλα κράτη συνεργάζονται με μικρότερα όταν αυτό τα εξυπηρετεί και απομακρύνονται όταν οι προτεραιότητές τους αλλάζουν.
Ανέξοδος λαϊκισμός
Για την Κύπρο το πρόβλημα είναι ακόμη πιο σύνθετο, γιατί πέρα από τη γεωπολιτική της θέση υπάρχει και το άλυτο Κυπριακό. Το ζήτημα αυτό δεν είναι μια απλή πτυχή της εξωτερικής πολιτικής. Είναι ο πυρήνας της. Κάθε στρατηγική συνεργασία, κάθε διπλωματική επιλογή, θα έπρεπε να αξιολογείται με βάση το κατά πόσο συμβάλλει –άμεσα ή έμμεσα– στη δημιουργία συνθηκών που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε λύση. Άλλως πως, η Τουρκία δεν «θα σκεφτεί να μαζέψει τα στρατεύματά της και να φύγει», όπως δήλωσε προχθές ο Έλληνας υπουργός Άμυνας, ένας εκ των δελφίνων στη Νέα Δημοκρατία ο οποίος βρήκε την ευκαιρία, όπως και στο παρελθόν αλλά και στο παρόν άλλοι Έλληνες πολιτικοί, να μας πουλήσει ανέξοδα συνθήματα και μεγάλα λόγια. Δεν μας εξήγησε, ωστόσο, πως «είναι μια καλή ευκαιρία η Τουρκία να πάρει πίσω τους στρατιώτες της από την Κύπρο».
Επικίνδυνη αφήγηση
Όταν, επομένως, οι συμμαχίες μετατρέπονται σε αυτοσκοπό ή σε εργαλείο εσωτερικής πολιτικής προβολής, τότε χάνεται η ουσία. Και όταν μια μικρή χώρα αρχίζει να πιστεύει την ίδια της την επικοινωνιακή αφήγηση, κινδυνεύει να παρασυρθεί σε ρόλους που δεν μπορεί να υποστηρίξει.
Η Κύπρος δεν έχει την πολυτέλεια των γεωπολιτικών αυταπατών. Η γεωγραφία της και το μέγεθός της την υποχρεώνουν σε έναν σκληρό ρεαλισμό. Αυτός ο ρεαλισμός δεν σημαίνει απομόνωση ούτε ουδετερότητα. Σημαίνει όμως επίγνωση των ορίων.
Η πραγματική ισχύς της Κύπρου δεν ήταν ποτέ οι φιλόδοξοι γεωστρατηγικοί ρόλοι. Ήταν η αξιοπιστία της ως χώρου σταθερότητας, διαλόγου και ανθρωπιστικής παρουσίας σε μια περιοχή συγκρούσεων. Και με στόχευση το άλυτο της πολιτικό πρόβλημα. Αν σήμερα η Κύπρος μετατρέπεται ως μέρος του προβλήματος αντί ως μέρος της λύσης, τότε κάτι έχει πάει λάθος στη στρατηγική της. Και το πρώτο βήμα για να διορθωθεί αυτό δεν είναι η επικοινωνιακή διαχείριση των κρίσεων. Είναι η επιστροφή σε μια πιο νηφάλια, ρεαλιστική και λιγότερο φαντασιακή αντίληψη για τον ρόλο της χώρας στην περιοχή μας.
Η συγγνώμη του Ιράν που διαψεύστηκε νωρίς
Οι γειτονικές χώρες στον Κόλπο δεν θα δεχθούν πλέον επίθεση από το Ιράν, εκτός κι αν εξαπολυθούν πλήγματα από τις χώρες αυτές. Αυτό δήλωσε χθες το πρωί, διά της κρατικής τηλεόρασης της χώρας, ο Πρόεδρος του Ιράν Μασούντ Πεζεσκιάν, μεταφέροντας απόφαση που λήφθηκε την Παρασκευή από το προσωρινό συμβούλιο της ηγεσίας της χώρας.
Προχώρησε όμως κι ένα βήμα περαιτέρω, απολογούμενος για τις επιθέσεις που έγιναν τις προηγούμενες μέρες, κατά τις οποίες 13 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους σε χώρες του Κόλπου από την έναρξη του πολέμου. «Ζητώ συγγνώμη από τις γειτονικές χώρες που δέχθηκαν επίθεση από το Ιράν», είπε επί λέξει ο Ιρανός Πρόεδρος.
Η δήλωσή του βεβαίως προκαλεί ερωτηματικά δεδομένου ότι αν όντως η απόφαση λήφθηκε το βράδυ της Παρασκευής, υπό ποιες συνθήκες κτυπήθηκαν τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα το πρωί του Σαββάτου και συγκεκριμένα το πλέον πολυσύχναστο παγκοσμίως για τη διεθνή επιβατική κίνηση αεροδρόμιο του Ντουμπάι; Όπως ανακοίνωσε το Υπουργείο Άμυνας, «η αντιαεροπορική άμυνα των ΗΑΕ αντιμετωπίζει αυτή τη στιγμή απειλές πυραύλων και drones από το Ιράν», ενώ πραγματοποιήθηκε επιχείρηση αναχαίτισης. Η επίθεση από το Ιράν είχε ως αποτέλεσμα την προσωρινή αναστολή της λειτουργίας του αεροδρομίου.





