Σε μια χώρα η οποία έχει πληρώσει ακριβά τα λάθη της εξουσίας, η έννοια του κράτους δικαίου δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται επιλεκτικά. Δεν είναι θέμα ερμηνείας, αλλά υποχρέωση.
Οι πληροφορίες και οι ψίθυροι που κυκλοφορούν το τελευταίο διάστημα για πιθανή παρακολούθηση επικοινωνιών είτε αφορούν υπουργούς, είτε πολιτικά πρόσωπα, είτε ανθρώπους του στενού τους περιβάλλοντος, δεν μπορούν να περάσουν ως «φήμες». Όχι όταν αγγίζουν τον πυρήνα της Δημοκρατίας.
Αν υπάρχει, έστω και στο ελάχιστο, οποιαδήποτε μορφή παρακολούθησης εκτός του αυστηρού πλαισίου που ορίζει το Σύνταγμα και η Δικαιοσύνη, τότε δεν μιλάμε για υπέρβαση. Μιλάμε για εκτροπή. Το Προεδρικό, οι θεσμοί, οι υπηρεσίες ασφαλείας όλοι κρίνονται από ένα και μόνο πράγμα. Από το αν λειτουργούν εντός των ορίων του νόμου.
Η Κύπρος δεν αντέχει άλλη σκιά πάνω από τη λειτουργία των θεσμών της. Η εμπιστοσύνη των πολιτών έχει ήδη δοκιμαστεί πολλές φορές. Κάθε υπόνοια ότι πολιτικές αποφάσεις, εσωτερικές διεργασίες ή ακόμη και προσωπικές επικοινωνίες βρίσκονται υπό παρακολούθηση χωρίς διαφάνεια και λογοδοσία, διαβρώνει ό,τι έχει απομείνει.
Ας είμαστε ξεκάθαροι. Η νόμιμη επισύνδεση, με δικαστική έγκριση και αυστηρά κριτήρια εθνικής ασφάλειας, είναι εργαλείο του κράτους. Η ανεξέλεγκτη παρακολούθηση, όμως, είναι εργαλείο εξουσίας.
Η σιωπή των αρμόδιων αρχών μέχρι σήμερα δεν βοηθά. Αντίθετα, ενισχύει την καχυποψία. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η διαφάνεια δεν είναι επιλογή επικοινωνίας. Είναι θεσμική υποχρέωση. Αν δεν γίνονται παρακολουθήσεις, πρέπει να ειπωθεί καθαρά. Αν γίνονται, πρέπει να σταματήσει άμεσα και να αποδοθούν ευθύνες.
Το πραγματικό διακύβευμα δεν είναι ποιος παρακολουθεί ποιον. Είναι αν η Δημοκρατία λειτουργεί όπως οφείλει ή αν έχει αρχίσει να λειτουργεί διαφορετικά. Και σε αυτό, δεν χωρούν εκπτώσεις.
Ο εκ των έσω






