Την 1η Οκτωβρίου βρέθηκα στο αρχηγείο Αστυνομίας για να δώσω κατάθεση. Διώκομαι μαζί με άλλους 26 συμπολίτες μου, από τους οποίους οι 5, συμπεριλαμβανομένου και εμού, δεν είχαμε καμία σχέση με τις εκλογές ούτε ως υποψήφιοι ούτε ως μέλη ενός κόμματος. Η αφορμή της δικής μου δίωξης ήταν μια πολιτική ανάρτηση στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης (ΜΚΔ) στις 23 Μαΐου. Στην Κύπρο, το άρθρο 63Β της εκλογικής νομοθεσίας του 1979 απαγορεύει την παραμονή και την ημέρα των εκλογών τη μετάδοση, διαφήμιση ή δημοσίευση είδησης ή ανακοίνωσης που σχετίζεται άμεσα ή έμμεσα με τις εκλογές, με ή χωρίς πληρωμή. Εκείνη την ημέρα, καθώς και τη μέρα των βουλευτικών εκλογών, είχαν γίνει χιλιάδες δηλώσεις, αναφορές και αναρτήσεις στο διαδίκτυο από ανθρώπους που σχετίζονταν ή όχι, άμεσα ή έμμεσα, με τις εκλογές. Από πότε, λοιπόν, η προστασία της εκλογικής διαδικασίας μετατρέπεται σε δυσανάλογο περιορισμό της πολιτικής έκφρασης από απλούς πολίτες; Και με ποια διαφανή διαδικασία από το Facebook κατέληξαν οι πολίτες ύποπτοι ή κατηγορούμενοι στην Αστυνομία;
Όπως μας ενημέρωσαν οι αρμόδιες Αρχές, οι αναρτήσεις πολιτών στα ΜΚΔ εντοπίστηκαν στο πλαίσιο παρακολούθησης από ομάδα του Γραφείου Τύπου και Πληροφοριών (ΓΤΠ). Το υλικό διαβιβάστηκε στο Υπουργείο Εσωτερικών, ακολούθως στη Νομική Υπηρεσία και τελικά στην Αστυνομία. Σήμερα πολίτες καλούνται να δώσουν καταθέσεις για το τι έγραψαν ή τι παρέμεινε αναρτημένο στους λογαριασμούς τους κατά την περίοδο της εκλογικής σιγής. Όμως κανένας δεν βγήκε να μας ενημερώσει για το πώς λειτουργεί αυτός ο μηχανισμός. Με ποια εντολή δημιουργήθηκε η ομάδα του Γραφείου Τύπου και Πληροφοριών; Τι ακριβώς παρακολουθούσε; Λογαριασμούς κομμάτων και υποψηφίων ή και προσωπικούς λογαριασμούς απλών πολιτών; Ποια ήταν τα κριτήρια αναζήτησης; Πόσες αναρτήσεις εξετάστηκαν; Πόσες καταγράφηκαν; Πόσες απορρίφθηκαν ως μη προβληματικές; Και κυρίως, το σοβαρότερο ερώτημα είναι με ποια αντικειμενικά και διαφανή κριτήρια αποφασίστηκε ποιοι πολίτες θα περάσουν από την οθόνη ενός κρατικού λειτουργού σε έναν αστυνομικό φάκελο;
Βέβαια, η υπόθεση αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία επειδή η εφαρμογή του άρθρου 63Β δεν περιορίζεται, σύμφωνα με την ερμηνεία που δίνεται, στους υποψηφίους και στα πολιτικά κόμματα. Αφορά «οποιοδήποτε πρόσωπο». Δηλαδή εμάς. Τους απλούς πολίτες. Όμως είναι άλλο πράγμα να ρυθμίζει μια Δημοκρατία την οργανωμένη προεκλογική εκστρατεία, την πληρωμένη πολιτική διαφήμιση, τις δαπάνες των κομμάτων και των υποψηφίων ή την οργανωμένη προσπάθεια επηρεασμού της εκλογικής διαδικασίας και άλλο να αντιμετωπίζει με το ποινικό δίκαιο την προσωπική πολιτική έκφραση ενός πολίτη στο Facebook. Η διαφορά δεν είναι τεχνική. Είναι δημοκρατική.
Το άρθρο 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων προστατεύει το δικαίωμα κάθε ανθρώπου να έχει απόψεις και να λαμβάνει και να μεταδίδει πληροφορίες και ιδέες χωρίς επέμβαση δημόσιας Αρχής. Και η προστασία αυτή δεν αφορά μόνο απόψεις ευχάριστες, ακίνδυνες ή δημοφιλείς. Αφορά ιδιαίτερα τον πολιτικό λόγο και τη συζήτηση για ζητήματα δημοσίου ενδιαφέροντος. Η ελευθερία έκφρασης, επισημαίνει το Συμβούλιο της Ευρώπης, διαδραματίζει κρίσιμο ρόλο στις εκλογές. Το ίδιο ισχύει και στο διαδίκτυο. Το Συμβούλιο της Ευρώπης αναφέρει ρητά ότι το άρθρο 10 εφαρμόζεται πλήρως στο Internet και ότι οι χρήστες πρέπει να είναι ελεύθεροι να εκφράζουν τις πολιτικές τους πεποιθήσεις. Δεν λέει ότι η ελευθερία έκφρασης είναι απεριόριστη. Όμως, σύμφωνα με τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, υπάρχει πολύ περιορισμένο περιθώριο για περιορισμούς στον πολιτικό λόγο και στη συζήτηση θεμάτων δημοσίου ενδιαφέροντος. Αυτή είναι η ευρωπαϊκή αφετηρία. Όχι η σιωπή αλλά η ελευθερία. Πολιτική άποψη δεν σημαίνει πολιτική διαφήμιση. Ακόμη και η σύγχρονη ευρωπαϊκή νομοθεσία για την πολιτική διαφήμιση αναγνωρίζει αυτή τη θεμελιώδη διάκριση. Ο Κανονισμός (ΕΕ) 2024/900 ξεχωρίζει την πολιτική διαφήμιση από την πολιτική γνώμη που εκφράζει ένας άνθρωπος με προσωπική ιδιότητα. Και σωστά πράττει γιατί διαφορετικά θα έπρεπε να θεωρήσουμε κάθε πολίτη που γράφει «ψηφίζω αυτόν», «μην ψηφίσετε εκείνον» ή «θεωρώ καλύτερη αυτή την πολιτική πρόταση» μέρος μιας οργανωμένης προεκλογικής εκστρατείας. Αυτό δεν είναι δημοκρατία. Είναι αποστείρωση της πολιτικής συμμετοχής.
Οι χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχουν πολύ διαφορετικά συστήματα. Σε αρκετές δεν υπάρχει γενική περίοδος προεκλογικής σιγής, ενώ σε άλλες υπάρχουν περιορισμοί που αφορούν δημοσκοπήσεις, οργανωμένη προπαγάνδα, πολιτικές διαφημίσεις ή συγκεκριμένες δραστηριότητες αλλά όχι την προσωπική έκφραση γνώμης! Σε καμία χώρα της ΕΕ δεν φαίνεται η νομοθεσία να αγγίζει τους απλούς πολίτες.
Πώς ακριβώς θεωρείται απειλή για την ακεραιότητα των εκλογών η προσωπική, μη αμειβόμενη πολιτική άποψη ενός απλού πολίτη ώστε να ενεργοποιείται το ποινικό δίκαιο; Είναι αναλογικό ένας πολίτης να βρίσκεται αντιμέτωπος με το ενδεχόμενο ποινικής διαδικασίας επειδή εξέφρασε πολιτική προτίμηση στον προσωπικό του λογαριασμό; Είναι τρομακτικό αν για κάθε πολίτη που εκφράζει πολιτική άποψη στα ΜΚΔ κάτω υπό συγκεκριμένες συνθήκες η γνώμη του μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κρατικής παρακολούθησης και ποινικής διερεύνησης.
Μήπως εξαιτίας της ευπρόσδεκτης και καλοδεχούμενης διείσδυσης της Ακροδεξιάς στην κυβέρνηση, οι ενεργοί πολίτες συγκεκριμένων πολιτικών πεποιθήσεων βρίσκονται αντιμέτωποι σήμερα με το λεγόμενο chilling effect; Δεν χρειάζεται να φυλακίσεις κάποιον για να περιορίσεις τον δημόσιο διάλογο. Αρκεί να γνωρίζει ότι μια πολιτική του ανάρτηση μπορεί να καταγραφεί από κρατική υπηρεσία, να αξιολογηθεί, να διαβιβαστεί στη Νομική Υπηρεσία και τελικά να τον οδηγήσει στην Αστυνομία. Δεν γνωρίζω και προφανώς δεν θα μάθω ποτέ αν πίσω από οποιαδήποτε από αυτές τις υποθέσεις υπάρχει σκοπιμότητα ή επιλεκτική μεταχείριση.
Ένα σοβαρό κράτος έχει δικαίωμα να προστατεύει τις εκλογές. Έχει όμως ταυτόχρονα υποχρέωση να προστατεύει την ελευθερία των πολιτών του. Και όταν οι δύο αρχές συγκρούονται, η απάντηση μιας ευρωπαϊκής Δημοκρατίας δεν μπορεί να είναι απλώς ότι «υπάρχει νόμος». Πρέπει να απαντήσει και στα υπόλοιπα. Ήταν αναγκαίο; Ήταν αναλογικό; Εφαρμόστηκε ισότιμα;
Και ποια Δημοκρατία, ακριβώς, προστατεύουμε αν, για να την προστατεύσουμε, κάνουμε τους πολίτες της να φοβούνται να μιλήσουν;







