Η ανθρωπότητα βρίσκεται μπροστά σε μια επικίνδυνη ιστορική συγκυρία. Οι πολεμικές συγκρούσεις πολλαπλασιάζονται, οι μεγάλες δυνάμεις επαναπροσδιορίζουν τις στρατηγικές τους επιδιώξεις, οι εξοπλισμοί εντείνονται και η εμπιστοσύνη στους διεθνείς θεσμούς υποχωρεί. Το ερώτημα αν ο πλανήτης πορεύεται προς έναν Γ΄ Παγκόσμιο Πόλεμο δεν αποτελεί πλέον θεωρητική ανησυχία. Είναι ένα ουσιαστικό ζήτημα διεθνούς ασφάλειας, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι μια γενικευμένη σύρραξη είναι αναπόφευκτη.
Παγκόσμιος Πόλεμος: Πόσο κοντά βρισκόμαστε;
Για να αξιολογήσουμε τον σημερινό κίνδυνο, πρέπει να εξετάσουμε πώς ξεκίνησαν οι δύο προηγούμενοι παγκόσμιοι πόλεμοι, ποιες ομοιότητες παρουσιάζει η σημερινή κατάσταση και ποιοι παράγοντες μπορούν να αποτρέψουν την επανάληψη της ιστορίας.
Διδάγματα 1914 και 1939
Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος δεν ξεκίνησε επειδή οι ευρωπαϊκές κοινωνίες επιθυμούσαν μια τετραετή εκατόμβη. Η δολοφονία του αρχιδούκα Φραγκίσκου Φερδινάνδου στο Σεράγεβο, στις 28 Ιουνίου 1914, αποτέλεσε την αφορμή, όχι τη βαθύτερη αιτία. Πίσω από το γεγονός βρίσκονταν δεκαετίες εθνικισμού, ανταγωνισμού μεταξύ αυτοκρατοριών, εξοπλισμών και φόβου για την ανατροπή των συσχετισμών ισχύος.
Η πιο ανησυχητική εξέλιξη ήταν η αλληλουχία των αποφάσεων που μετέτρεψε μια περιφερειακή κρίση σε γενικευμένο πόλεμο. Η Αυστροουγγαρία επιτέθηκε στη Σερβία, η Ρωσία κινητοποιήθηκε, η Γερμανία παρενέβη και η Γαλλία με τη Βρετανία ενεπλάκησαν. Οι συμμαχίες, οι οποίες υποτίθεται ότι θα απέτρεπαν την επίθεση, συνέβαλαν τελικά στην επέκτασή της. Οι ηγεσίες απέτυχαν να ανακόψουν εγκαίρως την κλιμάκωση.
Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος είχε διαφορετική αφετηρία. Η επεκτατική πολιτική της ναζιστικής Γερμανίας, ο αναθεωρητισμός, η στρατιωτικοποίηση και η αποτυχία της πολιτικής κατευνασμού επέτρεψαν στον Χίτλερ να διευρύνει τις επιδιώξεις του. Η εισβολή στην Πολωνία, την 1η Σεπτεμβρίου 1939, οδήγησε στη βρετανική και γαλλική κήρυξη πολέμου.
Το ιστορικό δίδαγμα είναι διπλό: Οι κρίσεις μπορεί να ξεφύγουν από τον έλεγχο, ακόμη και όταν αρχίζουν τοπικά, ενώ η ανοχή απέναντι στην επιθετικότητα ενδέχεται να ενθαρρύνει νέες επιθετικές ενέργειες. Η διεθνής κοινότητα καλείται σήμερα να αποτρέψει τόσο την ανεξέλεγκτη κλιμάκωση όσο και την αντίληψη ότι η βία αποτελεί αποδεκτό μέσο αλλαγής συνόρων και διεθνών κανόνων.
Τρία μέτωπα που απειλούν τη διεθνή ασφάλεια
Η σημερινή αστάθεια επικεντρώνεται σε τρεις κρίσιμες γεωγραφικές ζώνες: την Ευρώπη, τη Μέση Ανατολή και την Ανατολική Ασία. Ο κίνδυνος δεν βρίσκεται μόνο σε καθεμία ξεχωριστά, αλλά και στη δυνατότητα ταυτόχρονης όξυνσης των κρίσεων.
1. Ρωσία και Ουκρανία: Ο πόλεμος αποτελεί δοκιμασία αντοχής για τη Μόσχα, το Κίεβο και τη δυτική αρχιτεκτονική ασφάλειας. Η Ρωσία επιδιώκει να διατηρήσει και να διευρύνει την επιρροή της, ενώ οι ΗΠΑ και οι ευρωπαϊκές χώρες θεωρούν την έκβαση της σύγκρουσης καθοριστική για την ασφάλεια της Ευρώπης.
Ο μεγαλύτερος κίνδυνος δεν είναι κατ’ ανάγκην μια συνειδητή απόφαση της Ρωσίας ή του ΝΑΤΟ να αρχίσουν παγκόσμιο πόλεμο. Μπορεί να προκύψει από ένα περιστατικό με ανθρώπινες απώλειες σε έδαφος κράτους-μέλους του ΝΑΤΟ, μια λανθασμένη εκτίμηση των προθέσεων του αντιπάλου ή μια αλυσίδα αντιποίνων που θα περιορίσει τα περιθώρια υποχώρησης. Η αποτροπή πρέπει, επομένως, να συνοδεύεται από επικοινωνία και διαύλους αποκλιμάκωσης.
2. Ανατολή: Η αντιπαράθεση γύρω από το Ιράν, το Ισραήλ και τους περιφερειακούς τους αντιπάλους μπορεί να αποκτήσει ευρύτερες διαστάσεις, εάν πλήξει άμεσα ζωτικά συμφέροντα των ΗΠΑ ή άλλων μεγάλων δυνάμεων. Η στρατηγική σημασία των ενεργειακών υποδομών και των θαλάσσιων οδών, ιδιαίτερα των Στενών του Ορμούζ, αυξάνει τους κινδύνους για την παγκόσμια οικονομία.
Μια περιφερειακή σύγκρουση θα μπορούσε να προκαλέσει ενεργειακή κρίση, αναταραχή στις αγορές, νέες μεταναστευτικές ροές και πολιτικές πιέσεις. Η οικονομική αποσταθεροποίηση δεν οδηγεί αυτομάτως σε παγκόσμιο πόλεμο, μπορεί όμως να ενισχύσει τον εθνικισμό και να περιορίσει τη διάθεση για συμβιβασμό.
3. Κίνα και Ταϊβάν: Εδώ βρίσκεται ένας από τους σοβαρότερους δυνητικούς κινδύνους άμεσης αντιπαράθεσης μεταξύ μεγάλων δυνάμεων. Το Πεκίνο θεωρεί την Ταϊβάν μέρος της επικράτειάς του, ενώ η Ουάσιγκτον επιδιώκει να αποτρέψει μια βίαιη αλλαγή του καθεστώτος στην περιοχή. Ένας αποκλεισμός της Ταϊβάν, ένα ναυτικό επεισόδιο ή μια στρατιωτική επιχείρηση θα μπορούσε να προκαλέσει αμερικανική παρέμβαση και να εμπλέξει άλλες χώρες. Οι συνέπειες θα ήταν παγκόσμιες, καθώς η Ταϊβάν διαδραματίζει κομβικό ρόλο στην παραγωγή προηγμένων ημιαγωγών.
Η ταυτόχρονη ένταση στα τρία μέτωπα δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ενιαίου σχεδίου παγκόσμιου πολέμου. Δημιουργεί, ωστόσο, συνθήκες στις οποίες οι κυβερνήσεις ενδέχεται να χρειαστεί να αντιμετωπίσουν πολλαπλές απειλές, αυξάνοντας τον κίνδυνο λανθασμένων υπολογισμών.
Αντίπαλοι συνασπισμοί
Στην εξίσωση, προστίθεται η στρατηγική συνεργασία Ρωσίας, Κίνας, Ιράν και Βόρειας Κορέας. Οι τέσσερις χώρες δεν αποτελούν ενιαία στρατιωτική συμμαχία αντίστοιχη του ΝΑΤΟ, έχουν όμως κοινά συμφέροντα στην αμφισβήτηση της αμερικανικής πρωτοκαθεδρίας και αναπτύσσουν σχέσεις στρατιωτικής, οικονομικής ή τεχνολογικής συνεργασίας.
Απέναντί τους βρίσκονται οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους, ενώ οι ευρωπαϊκές χώρες επιδιώκουν μεγαλύτερη αμυντική αυτονομία. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο η διαμόρφωση αντίπαλων στρατοπέδων, αλλά και η υποχώρηση της εμπιστοσύνης, η διάβρωση των διεθνών κανόνων και η αυξανόμενη πεποίθηση ότι η ισχύς υπερισχύει του διεθνούς δικαίου.
Πυρηνικός κίνδυνος
Η πυρηνική διάσταση καθιστά την κατάσταση ιδιαίτερα επικίνδυνη. Μια άμεση σύγκρουση μεταξύ πυρηνικών δυνάμεων θα μπορούσε να εξελιχθεί σε ελάχιστο χρόνο σε καταστροφή ασύγκριτα μεγαλύτερη από εκείνη των προηγούμενων πολέμων. Τα συστήματα έγκαιρης προειδοποίησης, οι κυβερνοεπιθέσεις, η παραπληροφόρηση και η τεχνητή νοημοσύνη στη στρατιωτική λήψη αποφάσεων δημιουργούν νέες δυνατότητες, αλλά και νέες πηγές κινδύνου. Και καμία ηγεσία δεν πρέπει να θεωρεί ότι μπορεί να ελέγξει πλήρως μια πυρηνική κλιμάκωση ή να επιτύχει μια περιορισμένη νίκη χωρίς καταστροφικές συνέπειες.
Πόσο κοντά βρισκόμαστε;
Δεν υπάρχει αξιόπιστος τρόπος να προσδιοριστεί συγκεκριμένο ποσοστό ή ημερομηνία για την έναρξη ενός Γ΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Μπορούμε, ωστόσο, να διακρίνουμε τρία επίπεδα κινδύνου:
Πρώτον, τη συνέχιση και επέκταση περιφερειακών πολέμων, που ήδη αποτελεί πραγματικότητα.
Δεύτερον, μια άμεση στρατιωτική σύγκρουση μεταξύ μεγάλων δυνάμεων, με σοβαρό κίνδυνο κλιμάκωσης.
Τρίτον, έναν παρατεταμένο πόλεμο πολλών συνασπισμών σε διαφορετικές ηπείρους, με γενικευμένη κινητοποίηση οικονομιών και πιθανή χρήση πυρηνικών όπλων. Τούτο, δεν είναι αναπόφευκτο ούτε μπορεί να θεωρηθεί βέβαιο ότι επίκειται. Η συσσώρευση κρίσεων, η αποδυνάμωση των διπλωματικών διαύλων και η ενίσχυση των εξοπλισμών, όμως, καθιστούν τη διεθνή κατάσταση σοβαρότερη από μια συνηθισμένη περίοδο έντασης.
Πώς μπορεί να αποτραπεί;
Η αποτροπή απαιτεί συνδυασμό αποφασιστικότητας και αυτοσυγκράτησης. Πρώτον, χρειάζεται επαναφορά της διπλωματίας μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων. Ακόμη και όταν οι πολιτικές διαφορές παραμένουν αγεφύρωτες, πρέπει να λειτουργούν αξιόπιστοι δίαυλοι επικοινωνίας για την αποφυγή ατυχημάτων και τη διαχείριση κρίσεων.
Δεύτερον, απαιτείται ανανέωση των συμφωνιών ελέγχου των εξοπλισμών, ιδιαίτερα των πυρηνικών. Η διαφάνεια, τα επαληθεύσιμα μέτρα περιορισμού και οι κανόνες για τη στρατιωτική χρήση νέων τεχνολογιών μπορούν να μειώσουν τον κίνδυνο καταστροφικών παρερμηνειών.
Τρίτον, η διεθνής κοινότητα οφείλει να υπερασπίζεται με συνέπεια τον Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών και την απαγόρευση χρήσης βίας κατά της εδαφικής ακεραιότητας και της πολιτικής ανεξαρτησίας των κρατών. Η επιλεκτική εφαρμογή των κανόνων υπονομεύει την αξιοπιστία τους.
Τέταρτον, χρειάζονται ρεαλιστικές διπλωματικές πρωτοβουλίες για την Ουκρανία, τη Μέση Ανατολή και την Ταϊβάν, με στόχο την αποτροπή νέων συγκρούσεων και τη δημιουργία προϋποθέσεων ειρηνικής διευθέτησης. Η ειρήνη δεν εξασφαλίζεται μόνο με την καλή θέληση, αλλά ούτε μπορεί να επιβληθεί διαρκώς μέσω της απειλής πολέμου.
Παράλληλα, η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να ενισχύσει την αμυντική της ετοιμότητα, διατηρώντας τον ρόλο της ως δύναμης διαλόγου και συνεργασίας. Για την Κύπρο, που βρίσκεται σε ευαίσθητη γεωγραφική θέση και διατηρεί στενές σχέσεις με την Ευρώπη και τη Μέση Ανατολή, η σταθερότητα, ο σεβασμός του διεθνούς δικαίου και η αποφυγή εμπλοκής σε ανεξέλεγκτες αντιπαραθέσεις αποτελούν ζωτικά συμφέροντα.
Η αδράνεια δεν συγχωρείται
Ένας Γ΄ Παγκόσμιος Πόλεμος δεν είναι προδιαγεγραμμένος. Η σημερινή εποχή διαφέρει από το 1914 και το 1939, αφού η πυρηνική αποτροπή, η οικονομική αλληλεξάρτηση και η εμπειρία των προηγούμενων καταστροφών λειτουργούν ως ισχυρά αντικίνητρα. Δεν εγγυώνται, όμως, την ειρήνη. Ο μεγαλύτερος κίνδυνος είναι να πιστέψουν οι ηγεσίες ότι ο αντίπαλος θα υποχωρήσει, ότι μια περιορισμένη στρατιωτική ενέργεια δεν θα προκαλέσει γενικευμένη αντίδραση ή ότι η επίδειξη ισχύος μπορεί να υποκαταστήσει τη διπλωματία.
Το 1914, μια δολοφονία πυροδότησε αλληλουχία αποφάσεων που κανείς δεν μπόρεσε να ανακόψει. Το 1939, η αποτυχία έγκαιρης αντίδρασης στην επιθετικότητα συνέβαλε στην καταστροφή. Σήμερα, η ευθύνη των κυβερνήσεων είναι να μην επαναλάβουν αυτά τα λάθη.
Συμπερασματικά, η ανθρωπότητα βρίσκεται κοντά σε επικίνδυνες καταστάσεις κλιμάκωσης, όχι όμως μπροστά σε ένα αναπόφευκτο τέλος. Η διαφορά ανάμεσα σε μια ακόμη διεθνή κρίση και σε έναν παγκόσμιο πόλεμο μπορεί να κριθεί από τη διπλωματία, τη σύνεση και την ικανότητα των ηγετών να αναγνωρίσουν εγκαίρως τα όρια της ισχύος τους. Η ειρήνη δεν διατηρείται με ευχές ούτε εξασφαλίζεται μόνο με εξοπλισμούς. Χρειάζεται αξιόπιστη αποτροπή, σεβασμός των διεθνών κανόνων και πολιτική βούληση για συμβιβασμό. Το σημαντικότερο δίδαγμα των δύο παγκοσμίων πολέμων είναι ότι η καταστροφή δεν αρχίζει πάντοτε με μια συνειδητή απόφαση για παγκόσμιο πόλεμο. Μπορεί να αρχίσει όταν οι υπεύθυνοι πιστεύουν ότι διαθέτουν ακόμη τον χρόνο και τον έλεγχο για να τον αποτρέψουν.
*Καθηγητή-ανθρωπολόγου στο Πανεπιστήμιο Philips, πρώην πρύτανη
Πολιτική Δημοσίευσης Σχολίων
Οι ιδιοκτήτες της ιστοσελίδας www.politis.com.cy διατηρούν το δικαίωμα να αφαιρούν σχόλια αναγνωστών, δυσφημιστικού και/ή υβριστικού περιεχομένου, ή/και σχόλια που μπορούν να εκληφθεί ότι υποκινούν το μίσος/τον ρατσισμό ή που παραβιάζουν οποιαδήποτε άλλη νομοθεσία. Οι συντάκτες των σχολίων αυτών ευθύνονται προσωπικά για την δημοσίευση τους. Αν κάποιος αναγνώστης/συντάκτης σχολίου, το οποίο αφαιρείται, θεωρεί ότι έχει στοιχεία που αποδεικνύουν το αληθές του περιεχομένου του, μπορεί να τα αποστείλει στην διεύθυνση της ιστοσελίδας για να διερευνηθούν. Προτρέπουμε τους αναγνώστες μας να κάνουν report / flag σχόλια που πιστεύουν ότι παραβιάζουν τους πιο πάνω κανόνες. Σχόλια που περιέχουν URL / links σε οποιαδήποτε σελίδα, δεν δημοσιεύονται αυτόματα.







