Της Αλεξάνδρας Κ. Λυκούργου*
Η απόφαση στην πολύκροτη Υπόθεση αρ.8973/2023 (Μόνιμο Κακουργιοδικείο Λευκωσίας), με εναπομείναντες κατηγορουμένους έναν πρώην Πρόεδρο της Βουλής των Αντιπροσώπων και έναν πρώην Βουλευτή, ο οποίος δραστηριοποιείται επαγγελματικά και με επιτυχία στον κατασκευαστικό τομέα, εκδόθηκε στις 17.2.2026. Το κατά πλειοψηφίαν αθωωτικό αποτέλεσμά της απογοήτευσε ορισμένους και ενθουσίασε άλλους. Όμως, διαβάζοντας την απόφαση, η αθώωση δεν πρέπει να εκπλήττει. Εάν ισχύουν τα όσα καταγράφονται στο κείμενό της (και δεν υπάρχει λόγος να πιστεύουμε το αντίθετο), το κατηγορητήριο κατέρρευσε διότι μάρτυρες κατηγορίας δεν υποστήριξαν την εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής και διότι αυτή παρέλειψε να καλέσει ουσιώδεις μάρτυρες. Επιπλέον, ο διορισμός του πρώην Προέδρου της Βουλής ως Συμβούλου πρώην Προέδρου της Δημοκρατίας, νομιμοποίησε όλες τις εγκαλούμενες ενέργειες του πρώτου. Τέλος, διαβάζοντας την απόφαση, παραμένει να αιωρείται η επιλογή της Γενικής Εισαγγελίας να αφαιρέσει από το κατηγορητήριο τον δικηγόρο, ο οποίος συνεργαζόταν επαγγελματικά και συστηματικά με τον πρώην Βουλευτή και εμπλέκεται σε εγκαλούμενες ενέργειες.
2.Η υπόθεση προέκυψε από το περιβόητο ρεπορτάζ του τηλεοπτικού δικτύου «Al Jazeera», το οποίο προβλήθηκε στην Δημοκρατία το Φθινόπωρο του 2020 και αφορά στο «Κυπριακό Επενδυτικό Πρόγραμμα» ως ίσχυε τότε (το Κ.Ε.Π.). Το Κ.Ε.Π. θεσμοθετήθηκε από την Πολιτεία και στόχευε στην προσέλκυση αλλοδαπών επενδυτών με αντάλλαγμα την κατ’ εξαίρεσιν πολιτογράφηση (όχι την κανονική πολιτογράφηση λόγω Κυπριακής καταγωγής ή λόγω γάμου/πολιτικής συμβίωσης με Κύπριο πολίτη ή λόγω ετών διαμονής στην Δημοκρατία) των ιδίων και οικείων τους. Επειδή στο ρεπορτάζ προβάλλονται σκηνές και ακούγονται διάλογοι που δημιουργούν την εντύπωση ότι πολιτειακοί αξιωματούχοι και δικηγόροι εκμεταλλεύονταν το Κ.Ε.Π. για να πλουτίσουν αθέμιτα, μετερχόμενοι μεθόδους που συνιστούν κακουργηματικές πράξεις, η προβολή του προκάλεσε αναστάτωση, θυμό και απελπισία. Ακολούθησε ο τερματισμός του Κ.Ε.Π. και η διερεύνηση κατ’ εξαίρεσιν πολιτογραφήσεων επενδυτών, οι οποίοι αγόρασαν ακίνητα από εταιρείες συμφερόντων του πρώην Βουλευτή. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έκρινε ότι η κατ΄εξαίρεσιν πολιτογράφηση δυνάμει του Κ.Ε.Π. παραβίαζε το ενωσιακό δίκαιο και κίνησε σχετική διαδικασία επί παραβάσει εναντίον της Κυπριακής Δημοκρατίας. Με χθεσινή (11.3.2026) ανακοίνωσή της, η Νομική Υπηρεσία πληροφορεί ότι η διαδικασία αυτή τερματίστηκε.
3.Η Υπόθεση αρ.8973/2023 (Μόνιμο Κακουργιοδικείο Λευκωσίας) καταχωρίστηκε στις 11.10.2023 και οι κατηγορούμενοι αντιμετώπιζαν κατηγορίες για αδικήματα διαφθοράς: το αδίκημα της εμπορίας επηρεασμού (άρθρα 2, 4, 6 και 9 του περί Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης για την Ποινικοποίηση της Διαφθοράς (Κυρωτικού) Νόμου, Ν.23(ΙΙΙ)/2000, άρθρο 12 της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης που Ποινικοποιεί την Διαφθορά και άρθρο 20 του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, Κεφ.154) και το αδίκημα της συνομωσίας προς καταδολίευση της Δημοκρατίας (άρθρα 302 και 20 του Κεφ.154). H Κατηγορούσα Αρχή στήριξε την υπόθεσή της στην ακόλουθη εκδοχή γεγονότων, την οποίαν όφειλε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας: Οι κατηγορούμενοι αποδέχθηκαν ή συμφώνησαν να αποδεχθούν όφελος προερχόμενο από πρόσωπα τα οποία είχαν συμφέρον να επιταχυνθεί η εξέταση συγκεκριμένων αιτήσεων για κατ΄ εξαίρεσιν πολιτογράφηση καθώς και να εγκριθούν οι αιτήσεις αυτές, ενώ γνώριζαν ότι ήσαν μη επιλέξιμες, Οι κατηγορούμενοι άσκησαν αθέμιτη επιρροή σε δημόσιους λειτουργούς του Υπουργείου Εσωτερικών, για να προωθήσουν τις συγκεκριμένες αιτήσεις και για να εξυπηρετήσουν ιδιωτικά οικονομικά συμφέροντα εις βάρος των δημόσιων εσόδων. Οι κατηγορούμενοι συνωμότησαν με κοινό σχέδιο να παρακάμψουν τις νόμιμες διαδικασίες και με κοινό σκοπό να καταδολιεύουν την Δημοκρατία.
4.Η Υπόθεση αρ.8973/2023 (Μόνιμο Κακουργιοδικείο Λευκωσίας) αποτελεί το δεύτερο εγχείρημα της Κατηγορούσας Αρχής να προσαγάγει τους κατηγορουμένους ενώπιον της Δικαιοσύνης. Πρώτο εγχείρημα υπήρξε η καταχώριση, στις 22.7.2022, της Υπόθεσης αρ.13438/2022 (Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λευκωσίας) στην οποίαν, συμπεριλαμβανόταν, ως κατηγορούμενος, και ο δικηγόρος, ο οποίος συνεργαζόταν επαγγελματικά με τον πρώην Βουλευτή, όταν αυτός, ως επιχειρηματίας, πωλούσε ακίνητα σε αλλοδαπούς που ενδιαφέρονταν να αποκτήσουν την Κυπριακή υπηκοότητα. Η Γενική Εισαγγελία ανέστειλε την Υπόθεση αρ.13438/2022 (Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λευκωσίας) με αποτέλεσμα ο δικηγόρος να απαλλαγεί από τα ευρήματα των ερευνών που ακολούθησαν το ρεπορτάζ του «Al Jazeera».
5.Ο πρώην Πρόεδρος της Βουλής πρόβαλε, μεταξύ άλλων υπερασπίσεων, την πρωτότυπη και ενδιαφέρουσα θέση ότι οι εγκαλούμενες ενέργειές του υπήρξαν θεσμικά αποδεκτές διότι ενήργησε στο πλαίσιο του διορισμό του, από πρώην Πρόεδρο της Δημοκρατίας, ως «Advisor to the President of the Republic of Cyprus for the promotion and attraction of foreign Investments». Ο πρώην Βουλευτής πρόβαλε, μεταξύ άλλων υπερασπίσεων, την εύλογη και αναμενόμενη θέση ότι εγκαλούμενες ενέργειές του έγιναν καθ΄ υπόδειξιν του συνεργάτη του δικηγόρου, ο οποίος εν τέλει απαλλάγηκε. Αυτή η απαλλαγή, συνέχισε ο πρώην Βουλευτής, συνιστά επιλεκτική δίωξη του ιδίου.
6.Η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής κατέρρευσε σε όλα τα επίπεδα και εκ των έσω. Το δικαστήριο διαπιστώνει ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει τόσον τα αντικειμενικά όσον και τα υποκειμενικά στοιχεία των αδικημάτων της εμπορίας επηρεασμού και της συνομωσίας προς καταδολίευση της Δημοκρατίας: δεν αποδείχθηκε η εκ μέρους των κατηγορουμένων τέλεση πράξεων που συνιστούν αθέμιτη επιρροή ή που επιδιώκουν να εξασφαλίσουν παράνομο πλεονέκτημα ή που αποκαλύπτουν συμμετοχή σε συνωμοσία. Επιπλέον, δεν αποδείχθηκε δόλος ή πρόθεση των κατηγορουμένων και ούτε αποδείχθηκε η ύπαρξη συμφωνίας, μεταξύ τους, για αθέμιτη επιρροή ή για εξασφάλιση παράνομου πλεονεκτήματος. Η αθώωση των κατηγορουμένων δεν οφείλεται σε εύρημα για την αξιοπιστία τους: αυτοί άσκησαν το δικαίωμά τους να απευθυνθούν στο δικαστήριο με δηλώσεις χωρίς όρκο (οι οποίες, μάλιστα, ήσαν σύντομες) και να μην υποβληθούν σε αντεξέταση. Η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής κατέρρευσε εξ αιτίας και των ακολούθων:
Πρώτον, καταθέτοντας ως ουσιώδεις μάρτυρες κατηγορίας, ο Υπουργός Εσωτερικών, ο Αναπληρωτής Γενικός Διευθυντής και Λειτουργός του Υπουργείου δεν επιβεβαίωσαν την κεντρική θέση της Κατηγορούσας Αρχής ότι οι κατηγορούμενοι άσκησαν αθέμιτη επιρροή σε δημόσιους λειτουργούς του Υπουργείου για να παρακάμψουν τις νόμιμες διαδικασίες και για να προωθήσουν αιτήσεις, οι οποίες ήσαν μη επιλέξιμες. Οι μάρτυρες αυτοί, οι οποίοι, κατά τον ουσιώδη χρόνο, χειρίζονταν αρμοδίως τις αιτήσεις για κατ’ εξαίρεσιν πολιτογράφηση, με την ευθυγραμμισμένη μαρτυρία τους, επέμειναν ότι η διαδικασία εξέτασης των αιτήσεων υπήρξε θεσμοθετημένη και διήλθε όλα τα καθορισμένα στάδια.
Δεύτερον, η παράλειψη της Κατηγορούσας Αρχής να κλητεύσει, ως μάρτυρα κατηγορίας, τον δικηγόρο που συνεργαζόταν επαγγελματικά και συστηματικά με τον πρώην Βουλευτή δημιούργησε μοιραίο κενό στην αλυσίδα των κρίσιμων γεγονότων. Ο δικηγόρος, του οποίου η αλληλογραφία κατατέθηκε, μάλιστα, σαν ενοχοποιητικό αποδεικτικό υλικό, εμπλέκεται άμεσα σε επίδικα γεγονότα και έχει προσωπική γνώση αυτών. Η επιλογή της Γενικής Εισαγγελίας να τον απαλλάξει από τις κατηγορίες (τις οποίες αρχικά του απέδωσε) και, στην συνέχεια, να μην τον κλητεύσει ως μάρτυρα κατηγορίας, στέρησε το δικαστήριο από πρωτογενή μαρτυρία και υπονόμευσε την συνοχή του κατηγορητηρίου.
Τρίτον, η παράλειψη της Κατηγορούσας Αρχής να καλέσει, ως μάρτυρες κατηγορίας, εκπροσώπους του Υπουργείου Οικονομικών, δημιούργησε μοιραίο κενό στην οικονομική και λογιστική τεκμηρίωση του κατηγορητηρίου. Κατά τον ουσιώδη χρόνο, το Υπουργείο Οικονομικών ήταν αρμόδιο να εξετάζει την οικονομική πτυχή των αιτήσεων για κατ΄ εξαίρεσιν πολιτογράφηση. Εφ’ όσον το κατηγορητήριο αφορά σε αδικήματα διαφθοράς και στηρίζεται σε ισχυρισμούς περί αθέμιτου ιδιωτικού οικονομικού κέρδους, η Κατηγορούσα Αρχή όφειλε να παρουσιάσει κατάλληλη μαρτυρία για την οικονομική και λογιστική τεκμηρίωση της υπόθεσής της.
9.Η αθώωση του πρώην Προέδρου της Βουλής ερείδεται και σε έγγραφο, το οποίο κατατέθηκε και δια οποίου πρώην Πρόεδρο της Δημοκρατίας τον διορίζει ως «Advisor to the President of the Republic of Cyprus for the promotion and attraction of foreign Investments». Ο διορισμός φαίνεται να έγινε σε στις 27.3.2015 και ενόσω ο πρώην Πρόεδρος της Βουλής κατείχε την θέση απλού Βουλευτή. Η Κατηγορούσα Αρχή δεν αμφισβήτησε την γνησιότητά του εγγράφου και δεν διερεύνησε το ενδεχόμενο ο συγκεκριμένος διορισμός να τερματίσθηκε όταν ο ενδιαφερόμενος ανελίχθηκε στην θέση του Προέδρου της Βουλής. Ο διορισμός αυτός συνδέθηκε με την πρακτική της κοινοβουλευτικής διπλωματίας. Συνήθως, η κοινοβουλευτική διπλωματία περιορίζεται στις διεθνείς δραστηριότητες, τις επαφές και τις πρωτοβουλίες των κοινοβουλίων και των μελών τους για την προώθηση των εξωτερικών σχέσεων, την οικοδόμηση εμπιστοσύνης και την στήριξη της δημοκρατίας σε διμερές και πολυμερές επίπεδο. Συμπληρώνει δε την κλασική διπλωματία, ενισχύοντας τον διάλογο μεταξύ των λαών. Στην προκείμενη περίπτωση, ανεξαρτήτως της εννοιολογικής οριοθέτησης της «κοινοβουλευτικής διπλωματίας», την οποίαν ασκεί η Κυπριακή Βουλή, γεγονός παραμένει ότι ο επίμαχος διορισμός και η διασύνδεσή του με την πρακτική αυτή, προσέδωσε θεσμική υπόσταση σε εγκαλούμενες ενέργειες του πρώην Προέδρου της Βουλής και τις νομιμοποίησε. Ο επίμαχος διορισμός συνέβαλε, και αυτός, στην αποδόμηση του κατηγορητηρίου.
10.Η αθωωτική απόφαση του Κακουργιοδικείου αποτυπώνει όσα ακολουθούν όταν από την υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής απουσιάζει η θεσμική συνέπεια διότι, ενώπιον του δικαστηρίου, βασικοί μάρτυρες κατηγορίας ανατρέπουν την εκδοχή της όσον αφορά σε κρίσιμα γεγονότα και διότι οι επίδικες ύποπτες συμπεριφορές παρουσιάζονται να είναι εξουσιοδοτημένες από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Η απόφαση αποτυπώνει και τα όσα ακολουθούν όταν η Κατηγορούσα Αρχή παραλείπει να καλέσει ουσιώδεις μάρτυρες κατηγορίας. Τέλος, η απόφαση υπενθυμίζει το αυτονόητο: τα ποινικά δικαστήρια δεν λειτουργούν υπό πίεση και ούτε αποφασίζουν για να ικανοποιήσουν εντυπώσεις. Η ποινική καταδίκη αποφασίζεται μόνον εάν τα αυστηρά δικονομικά και αποδεικτικά κριτήρια ικανοποιούνται.
Το άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στο portal ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ.

*Η Αλεξάνδρα Κ. Λυκούργου είναι Δικηγόρος και Νομική Σύμβουλος. Υπηρέτησε στην Δικαστική Υπηρεσία της Κυπριακής Δημοκρατίας από τον Δεκέμβριο του 2003 έως και τον Ιούνιο του 2019, οπότε και αφυπηρέτησε πρόωρα και οικειοθελώς. Κατά την αφυπηρέτησή της κατείχε την θέση της Ανώτερης Επαρχιακής Δικαστού. Τον Νοέμβριο του 2023 διορίστηκε από τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ως Ποινική Ανακρίτρια για ζητήματα που αφορούν στην Κυπριακή Ομοσπονδία Ποδοσφαίρου. Τον ίδιο μήνα διορίστηκε από το Συμβούλιο του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου ως Πρόεδρος της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Συλλόγου. Τον Ιανουάριο του 2024 διορίστηκε από το Υπουργικό Συμβούλιο ως Πρόεδρος της Επιτροπής Διερεύνησης Ασυμβιβάστου.






